Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Παναγιώτης Στάμος

"ΑΔΗΛΩΝ ΟΨΙΣ" ποίηση του Παναγιώτη Στάμου εκδ. 1993. Ο ποιητής Παναγιώτης Στάμος, βγάζει τα βιβλία του στις εκδόσεις Γαβριηλίδης από το 2004. Κι ο συνειρμών συνειρμείτω που λέει κι ο Ελύτης! Και ξαναδιαβάζοντας αυτό το βιβλίο των 100 σελίδων με τίτλο "ΑΔΗΛΩΝ ΟΨΙΣ" του Παναγιώτη Δ. Στάμου έκδοση του 1993 όπως είπαμε στις εκδόσεις Λωτός,ένα πολύ όμορφο βιβλίο , σε έκδοση με αυτιά, τυπωμένο σε 1000 αντίτυπα όπως αναφέρεται στον κολοφώνα του, με το συγγραφέα και ποιητή να συνεργάζεται στη συνέχεια από το 2004 με τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, (πολύ σημαντικό αυτό να σημειωθεί) παραθέτω 2 ποιήματα του, που περιλαμβάνονται σε αυτό








Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ευχαριστούμε τη λογοτέχνη Μίκα Μαυρογιαννη για την αναφορά της στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ  και που φιλοξενεί τον επίλογο του βιβλίου της με κείμενο της Υπεύθυνης της Ηλεκτρονικής ύλης του Περιοδικού μας και Συνεργάτριας λογοτέχνη Βάλη Τσιρώνη στο νέο της βιβλίο  "Ερωτας και Θανατος" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ. Η Υπεύθυνη Ηλεκτρονικής Υλης του περιοδικου Βάλη Τσιρώνη, λέει για τη Μίκα Μαυρογιαννη: 

"Κατέφθασε σήμερα στα χέρια μου και το παρέλαβα με περισσή συγκίνηση και χαρά! Ο λόγος για το νέο βιβλίο της συγγραφέα Μίκα Μαυρογιάννη, "Ερωτας και Θανατος"που μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να γράψω τον επίλογο σε αυτό το βιβλίο της και να τον συμπεριλάβει στην έκδοση του, που κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες από τις εκδ. ΟΣΤΡΙΑ. Είχα την τιμή να γράψω τον πρόλογο, στο προηγούμενο βιβλίο της επίσης μετά από αίτημα δικό της και θα το ξαναπώ μου το ζήτησε με τόση πρόσηνεια και απλότητα που δεικνύει σαφέστατα την μεγαλοσύνη την ψυχική της.Την ευχαριστώ ολόθερμα για μια ακόμη φορά και για την αναφορά της σε εμένα και στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ του οποίου είμαι συνεργάτης και Υπεύθυνη της Ηλεκτρονικής ύλης του και που έχει φιλοξενήσει και τα κείμενα της Μίκα Μαυρογιάννη. Να είσαι πάντα καλά Μίκα, να έχεις εκλεκτές εμπνεύσεις και να θρασσομανάς πάντα κατά τα υψηλά και τα υπέροχα! Με κατασυγκίνησες!"









Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017


Kυκλοφορεί στα ιταλικά το βιβλίο " ΤΟ ΣΙΝΙΚΟ ΤΕΙΧΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ" του λογοτέχνη Κώστα Βαλέτα (διευθυντή-εκδότη του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Πρόεδρος Pen Ελλάδας, Πρόεδρος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας, Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συγγραφέων, τ. διευθυντής ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ, τ. Αντιπρόεδρος Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών), υπο τον τίτλο " La muraglia cinese ed altri racconti" σε μετάφραση του Michele Cataudella από τις εκδόσεις Impegno.


Ο Κώστας Βαλέτας έχει γράψει πάνω από 80 βιβλία (δοκίμιο, θέατρο, μυθιστόρημα, διήγημα, μεταφράσεις) και μεταφράστηκε ευρύτατα στο εξωτερικό σε πάνω από 20 γλώσσες. Βραβεύτηκε με το βραβείο "Μπλεζ Σαντράρ-2003", (το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο της Ελβετίας) και παλαιότερα με κρατικό βραβείο διηγήματος (1973). Σπούδασε νομικά και οικονομικά, πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και κοινωνιολογία στο Παρίσι. Εργάστηκε ως δικηγόρος και διευθυντής ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ. Είναι αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Λογοτεχνίας και αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συγγραφέων. Γεννήθηκε στη Λέσβο και έζησε εφτά χρόνια στη Γαλλία και Ελβετία την περίοδο 1967-1973. Είναι διευθυντής του περιοδικού "Αιολικά γράμματα"


ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ



Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ



ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

                                          «Λαβύρινθος Μνήμη»


      γράφει η  Νάντια Βαλαβάνη
(από την παρουσίαση της στο Δημοτικό Θέατρο Καλλιθέας, Πέμπτη 9.2.2017, όπως τη λάβαμε)

                                         


Είναι κάτι ελάχιστο παραπάνω από ένας χρόνος από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε η πρώτη ατομική ποιητική συλλογή της Κατερίνας Θανοπούλου και συζητούσαμε ήδη τότε κατευθείαν, στο τέλος της πρώτης παρουσίασης της στο Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα Μερκούρη στις 9 Δεκεμβρίου 2015, για μια δεύτερη. Κι όμως φαίνεται σαν να έχει περάσει μια αιωνιότητα και μια μέρα μέχρι να φτάσουμε στην παρούσα εκδήλωση.
Δεν είναι μόνο ο τόσο πυκνός πολιτικά χρόνος, που ξεγελάει όλους μας.
Σ’  αυτό το διάστημα η Κατερίνα αποχαιρέτισε το σύντροφο της κι έτσι η Κατερίνα εκείνης της αλέγρας πρώτης παρουσίασης δεν είναι ακριβώς η ίδια με την Κατερίνα της δεύτερης – με όλα όσα συνεπάγεται αυτό.
Ωστόσο εγώ θα επαναλάβω εισαγωγικά τα ίδια λόγια που είχα πει τότε: Ότι σήμερα είναι πραγματικά  μια μέρα χαράς, όπως συμβαίνει πάντα όταν εκδίδεται η πρώτη ποιητική συλλογή ενός δημιουργού. Ταυτόχρονα πρέπει να ειδωθεί και σαν μια μέρα γιορτασμού μιας νίκης: Γιατί νίκη είναι η έκδοση κάθε ποιητικής συλλογής σε μια εποχή έτσι κι αλλιώς πολύ δύσκολη για την ποίηση, μια εποχή που πρακτικά δεν εκδίδει ποιήματα.

Είναι μια διπλά δύσκολη εποχή: Για τον ίδιο τον άνθρωπο ως αντικείμενο της ποίησης: Τον εργαζόμενο, το σκεπτόμενο, τον ερωτευμένο, το μαχόμενο, το νέο άνθρωπο πολύ περισσότερο. Πολύ δύσκολη ταυτόχρονα για την ποίηση και τους ποιητές, καθώς απειλεί να καταστρέψει το θεμέλιο κάθε είδους δημιουργικότητας: Την υπόσχεση, που δίνουμε εμείς οι ίδιοι πριν απ’  όλα στον εαυτό μας, ότι θα υπάρξει αύριο. Κι ότι αυτό το αύριο, αντίθετα με την ασφυκτική στενότητα του παρόντος, που πάει να πετάξει έξω απ’  τη ζωή τη συντριπτική εργαζόμενη πλειοψηφία της κοινωνίας, θα είναι τόσο ευρύχωρο, ώστε να τη χωράει ολόκληρη - και πριν απ’ όλους, για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Μπρεχτ, θα χωράει τους «δραστήριους δυσαρεστημένους». Και βέβαια ότι θα χωράει και την τέχνη.

Η Κατερίνα έχει και μια πρόσθετη δυσκολία. Δεν ξέρω αν είναι σύμφωνη με τον τρόπο που μας ακούει να «διαβάζουμε» την ποίηση της. Η ίδια μπορεί όταν έγραφε, να σκεφτόταν εντελώς αλλιώτικα, απ’  ό,τι θα σας πω, για παράδειγμα, εγώ. Τα έργα τέχνης, όμως, ταξιδεύοντας απ’  το δημιουργό τους στο κοινό τους αποκτούν αυθύπαρκτη ζωή, ανεξάρτητη από τους γεννήτορες τους. Αυτή είναι μια απώλεια που βιώνει ο δημιουργός ως τίμημα για τ΄ ότι μοιράζεται κάτι τόσο προσωπικό με τους άλλους ανθρώπους, καθώς η ποίηση είναι αναμφισβήτητα ο πιο προσωπικός απ’  όλους τους τρόπους έκφρασης. Απ’  αυτή την άποψη, κάθε δημιουργός από τη στιγμή έκδοσης της πρώτης του ποιητικής συλλογής έχει ήδη «εκτεθεί» ανεπανόρθωτα, ανεξάρτητα από το βαθμό εξοικείωσης του με άλλους τρόπους δημόσιας έκφρασης.

Η Κατερίνα, καθώς δεν έχει ημερομηνίες γραφής κάτω απ’  τα ποιήματα της, θα υποστεί αναγκαστικά μια μεγαλύτερη ακόμα αυθαιρεσία στον τρόπο που οι αναγνώστες της, ξεκινώντας από μας απόψε, θα τα διαβάσουν: Ενοποιώντας σε χρονικές κατηγορίες, άρα και σε κοινά συστήματα αναφοράς, δημιουργήματα αυτής της περίεργης χρονιάς που τα ποιήματα της είδαν το φως της δημοσιότητας, του 2015, με ποιήματα που μπορεί να γράφτηκαν π.χ. 20 χρόνια πριν. Δεν ξέρω αν έχουν συμπεριληφθεί και τέτοια, πράγμα φυσικό σε έκδοση πρώτης ποιητικής συλλογής - και δε θα ρωτούσα ποτέ τον ίδιο το δημιουργό γι’  αυτό πριν την παρουσίαση, επειδή όχι τυχαία οι ποιητικές συλλογές δεν έχουν επεξηγηματικές εισαγωγές και προλόγους: Τα ποιήματα πρέπει ν’  αφεθούν να σου μιλήσουν μόνα τους. Η λαβυρινθώδης μνήμη πίσω απ’  αυτό το μετέωρο παρόν – εξαιρετική ακουστικά η επιθετικοποίηση του ουσιαστικού στον τίτλο, «Λαβύρινθος μνήμη» – καθοδηγεί το εγχείρημα της, με καλλιτεχνικά μέσα, αποτύπωσης του.

Παραφράζοντας τον Σαραμάνγκου, που υποστηρίζει ότι η ποίηση είναι το μόνο μέσο που «μπορεί ν΄ αγγίξει το ανείπωτο, αυτό που δε μπορεί να εκφραστεί», θα σας πω τη δική μου γνώμη: Η ποίηση είναι η θεμελιακή χειρονομία στην προσπάθεια ν’  απεικονιστεί καλλιτεχνικά το μη απεικονίσιμο, αυτό που κυνηγάμε όλη μας τη ζωή κι ανακαλύπτουμε σε βάθος χρόνου την ιδιότητα του ως ου-τόπος με την κλασικότερη έννοια του, αυτή του πρώτου ανάδοχου του όρου, Τόμας Μορ. Δεν υπάρχει έτσι αποτελεσματικότερος τρόπος μετάδοσης μιας σκέψης ή ενός συναισθήματος που «να μπορεί να φανεί ωφέλιμο ακόμα και σε ξένους», σύμφωνα με έναν από τους ορισμούς του Μπρεχτ για το ποιητικό έργο.

Με πεδίο αναφοράς την ποιητική συλλογή της Κατερίνας, θ’ αναφερθώ κυρίως – αλλά όχι αποκλειστικά – σε δύο της ποιήματα.

Η Κατερίνα αυτή την αγωνία και λύτρωση ταυτόχρονα της δημιουργίας, μια αίσθηση δημιουργίας «από το μηδέν» που έχει ωστόσο πίσω της μέρος της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς και τις προσωπικές εμπειρίες του δημιουργού, την έχει διαισθανθεί από καιρό. Και το κατονομάζει αυτό χωρίς δισταγμούς στους εναρκτήριους στίχους της - που θα τολμούσα να εικάσω ότι κατάγονται από ένα πρωθύστερο κύκλο «συναισθημάτων και σκέψης» - με τίτλο «Φαντασιακό δημιουργείν». Σ’  αυτούς αναφέρεται στον «ταξιδιώτη χωρίς σώμα», δηλ. στο δημιούργημα που δεν έχει ακόμα αποτυπωθεί στη λευκή σελίδα.

Όλα ήταν άσπρα. /Δεν υπήρχε πάνω, κάτω, τείχη, προβολές.
Όλα άσπρα. / Ήχος κανείς, μυρωδιά καμία
κανένα άγγιγμα / άδειασμα.

Για να σημειώσει όμως σχεδόν αμέσως μετά:

Κάθε σκέψη του ένα γέμισμα / σ’ ένα παιχνίδι ζωής

σε μια προφανή αναφορά  στο παιχνίδι ή στοίχημα που βάζει με τη ζωή η τέχνη.

Η συλλογή της Κατερίνας Θανοπούλου ξεκινά λοιπόν, όχι τυχαία,  με ένα ποίημα που ασχολείται με την ίδια την ποίηση και τη δημιουργικότητα ως μήτρα κάθε είδους τέχνης. Ανοίγει μια συζήτηση για τη δημιουργία, το λόγο, τη σιωπή, τη δημοσιοποίηση, την προσωπική και συλλογική έκθεση στο δημόσιο «τη στιγμή του (κατά βάση σπαρακτικού) αποχωρισμού» από τη σφαίρα του ιδιωτικού.

Αυτή η συζήτηση όμως έχει πίσω της κάποια καθοριστικά προσωπικά μοτίβα, που συνυπάρχουν με καθαρό τρόπο στο εισαγωγικό ποίημα της. Πριν απ’  όλα, το ερωτηματικό που προηγείται  κάθε μορφή τέχνης που αμφισβητεί:

Η πρώτη σκέψη του μια απορία / ένα γιατί.

Μια παρένθεση: Ήδη απ’  αυτή την πρώτη αναφορά της στην τέχνη της αμφισβήτησης, διαπιστώνουμε μια παράμετρο που διεμβολίζει όλο το ποιητικό σώμα της συλλογής:  Μια οπτικοποίηση σκέψεων και συναισθημάτων, η οποία κυριαρχείται χρωματικά. Και απ’  όλα τα χρώματα, σε συντριπτικό βαθμό απ’  το κόκκινο, που έρχεται να «γεμίσει» κατά προτεραιότητα το άσπρο:

Κάθε σκέψη του ένα χρώμα / … Έγινε χρώμα κόκκινο σε στήθος ... / Έγινε παπαρούνες.

Κι αλλού:   

Ο κήπος πέρα γιομάτος κερασιές
κόκκινο ως εκεί που γεμίζει το μάτι.
                                                 («Ενοίκιον έρωτα»)

Ακόμα και το ροζ, όταν η αναφορά είναι σαφώς πολιτική, καθορίζεται από το βαθμό ξεθωριάσματος του κόκκινου:

Στόχοι που ξεγελούν /  τα χρόνια ζωγραφίζουν
ξεπλυμμένα ροζ τα κόκκινα να θυμίζουν.
                                                             («Συμβιβασμός τον Γενάρη»)

Αυτό δε σημαίνει ότι  όλα έχουν ως σημείο αναφοράς το κόκκινο:

 … Κι έγινε η σκέψη δειλινόχρωμα /  δαμάσκηνου απόχρωση
 …(η ελπίδα) έγινε χρώμα μπλε του ουρανού / της θάλασσας
     Κι αυτό το μπλε είχε τις αποχρώσεις του παντός

Το δεύτερο μοτίβο ήδη στο εισαγωγικό ποίημα και στην ποίηση της Κατερίνας είναι η έντονη σωματικοποίηση της:

Δεύτερη σκέψη του ήταν: το σώμα μου πού είναι
Πώς θα μιλήσω, πώς θα νιώσω
Και έγινε το σώμα και αισθάνθηκε

Σκέφτεται με ή μάλλον χάρη στο σώμα. Γι’  αυτό η σκέψη γίνεται εξωτερικό χαρακτηριστικό του:
                    
… Κι έγινε η σκέψη του ρυτίδα στο κορμί του

Το βάθος αυτής της σωματικοποίησης το συνειδητοποιεί κανείς μόνο αν σκεφτεί κανείς ότι είναι καθηγήτρια ειδικής αγωγής, κάτι πολύ παραπάνω από ένα επάγγελμα – στην πραγματικότητα, ένα δόσιμο. Γι’  αυτό και η μνήμη συνιστά ιδιότητα του σώματος κληρονομούμενη και κληροδοτούμενη:

οι καχεκτικές μνήμες / σκελετοί των γονιδίων μας

Δηλ. όχι μόνο η σκέψη, αλλά κι οι μνήμες εγγράφονται τελικά στο DNA μας. Και βέβαια όταν η σκέψη είναι σωματική, πολύ περισσότερο σώμα  θα είναι ο έρωτας                     

…Γελώ με την αγάπη που περνά μέσ’ απ’ τα σκέλια μου («Διάλογος χρόνου»)

Το τρίτο μοτίβο είναι ο θάνατος,

Η τρίτη σκέψη του ήταν ο θάνατος.
Πού πήγαν οι δικοί μου / Κι εγώ πού πάω.
…ρέει το αναπόφευκτο  / και το πεπερασμένο.

Ωστόσο με τίποτα δε συνιστά μια ποίηση για το θάνατο. Αντίθετα είναι μια ποίηση ενός στοχαστικού και λίγο μελαγχολικού γιορτασμού της ζωής. Πολύ χαρακτηριστικά σε αντίστιξη με το τρίτο, το τέταρτο και τελευταίο μοτίβο στο συγκεκριμένο ποίημα με αντικείμενο τη δημιουργία, είναι η ελπίδα που βέβαια αποτελεί κινητήρια δύναμη της ζωής.

Εσχάτη σκέψη του η ελπίδα. / Όλα καλύτερα θα γίνουν είπε.
(Το μπλέ της ελπίδας) ανταριασμένο κι ήρεμο σαν τη ζωή

Έτσι, σύμφωνα με το εισαγωγικό της ποίημα, με την αποτύπωση των στίχων το άσπρο έχει αποκτήσει κόκκινο και άλλα χρώματα κι οι πρωταρχικότερες σκέψεις έχουν βρει έκφραση. Άρα κι ο ταξιδιώτης της εν δυνάμει δημιουργίας δεν είναι πια ασώματος, ωστόσο η δυσθυμία στην ποίηση της Κατερίνας αντανακλά την αμφιβολία κάθε δημιουργού για το ιδεατό του  κατασκεύασμα:

Τελείωσαν οι σκέψεις. / Ο ταξιδιώτης έμεινε βαρύς
μ’ όλα τριγύρω του τα επίγεια /μόνος στον κόσμο που έφτιαξε μονάχος / στον ψεύτικο , άραγε, παράδεισό του.

Φυσικά η ποίηση της Κατερίνας εμπεριέχει κι άλλα επαναλαμβανόμενα μοτίβα πέρα απ’  όσα ορίζουν οι ίδιοι οι εισαγωγικοί  της  στίχοι. Αναφέρω μόνο το σημαντικότερο απ’  αυτά, την έντονη ενσυναίσθηση της χρονικής αλληλουχίας, την ιστορικοποίηση της:

Και να γελώ
Χωρίς το χθες και τ’ αύριο / να σκίζουν το μυαλό μου  
                                                                            («Οι χοροί των αστεριών»)

Βαθιά, τόσο βαθιά ανάσανα / που πήρα το αύριο με την πνοή
κι απ’ τα ρουθούνια έβγαλα όλο το χθες.

Αλλά και ολόκληρο το ευαίσθητο ποίημα «Διάλογος χρόνου», που περιγράφει την ανθρωποποίηση της γυναίκας, από το παιδί, τον καινούργιο, το νέο άνθρωπο, που δεν έχει καμιά σημασία αν είναι αγόρι ή κορίτσι, το πέρασμα στη συνειδητότητα του φύλου (γίνεται γυναίκα) - για να καταλήξει στη συνειδητή αποδοχή της ανθρώπινης της κατάστασης, με τη διαγραφή ενός κύκλου ζωής που τα άκρα του δε συναντούνται αλλά έχει τη μορφή σπιράλ προς τα πάνω -, παίζει μ’  αυτή την παραδοχή.

Με αυτό το μοτίβο - «Το παρόν στα μάτια μου» - ξεκινάει και το δεύτερο ποίημα της ποιητικής συλλογής, στο οποίο θα ήθελα ν’  αναφερθώ. Ποίημα προφανώς εκείνης της πρόσφατης, σημαδιακής χρονιάς, θα πρέπει να το έχετε μαντέψει ήδη όσοι την έχετε διαβάσει. Είναι το «Πλατεία Κουμουνδούρου». Στους κόλπους της ποιητικής συλλογής παίζει ουσιαστικά το ρόλο ενός καμβά, στο πλαίσιο του οποίου τοποθετείται κι ανασυναρμολογείται το παζλ κι άλλων ποιημάτων, κάποια από τα οποία είναι πιθανόν παλιότερα από το 2015.
«Το παρόν στα μάτια» ορίζεται αρχικά με μια αναφορά στο εμείς, που έγινε οι άλλοι – είναι ο πιο εύκολος τρόπος να περιγράψω ένα τέτοιο πεδίο αναφοράς:
Δεν είναι η γκρίζα κουρτίνα στα παράθυρα της  πολιτικής
ούτε τ΄ αγκυλωμένα πρόσωπα …με θλίψεις εγωπάθειας
(που) θαρρούν πως ετεροπροσδιορίζονται εξουσιάζοντας.
…Δεν είναι ό,τι  πουλούν μασημένο,
 δεν είναι ο μικρόκοσμος του φτιασιδώματος, του έχειν,
ούτε η ένταση του προκαλείν

Σ’  αυτό το πεδίο αναφοράς της «Οδού Κουμουνδούρου» ως  καμβά τοποθετούνται κι άλλα, μικρότερα ποιήματα της συλλογής π.χ. το τρίτο απ’  το μικρό κύκλο  Μυθολογίας ή Μνήμης πέρα από την ιστορία ή Διόρθωσης παλιών μύθων, όπως θα τον ονόμαζα αν ήμουνα εγώ η νονά του. Τίτλος του, «Ερινύων το ανάγνωσμα»:

Ρέουν ανέμελες οι σκέψεις
ζωγραφίζουν το ύστερα
και μαζεύουν κοχύλια το χθες.
Ύαινα σιχαμένη και μικρή
τις ξεσαρκιάζει βίαια το τώρα
…οι συμβιβασμοί …σαν εφιάλτες να ξυπνάνε.

Ή από το ποίημα «Κισμέτ»:

Τι έμεινε;
Όταν θεούς βαφτίζουμε τις άγνοιες
η ειμαρμένη διαφεντεύει.

Ωστόσο ήδη στο «Φωκιανός» η ανησυχία για το τι δει γενέσθαι εντείνεται κι εμφανίζεται ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο η διασκέδαση του φόβου:

Να μάθω τη μοναξιά μου πρέπει να την ορίζω
πριν την ορίσουν άλλοι.

…Στους φόβους μας κρεμόμαστε και στα γραμμάτια των προγόνων.

Από το «Σκιές»:

Σβήστε το φως
Ίσως οι φόβοι / ντραπούν και βγούνε στο σκοτάδι.
Στους φόβους -άλλωστε- αρέσει να κρύβονται.

Από το «Αυτογνωσία»:

Μη φοβάσαι παρά τους φόβους σου.
Τα λάθη να φοβάσαι / κι εκείνους τους ανόητους
που άφησες να νομίσουν / πως στον κόσμο σου ταιριάζουν.

Το μοτίβο της ανοησίας εμφανίζεται και στο δεύτερο ποίημα του μυθολογικού κύκλου, «Ιθάκη»:

Ξύπνιοι οι Οδυσσείς χασκογελούν,
νομίζοντας πως έχουνε νικήσει.

Στις γέφυρες του Παρισιού»)
ξεκινά η ανάθεση…

Και κείνο το σπαρακτικό, από το ποίημα «Αμμόλοφοι καλοκαιριού»:  Ψάχνομαι μέσα μου

Ωστόσο η ζωή, αν και θλιμμένη, σπρώχνει σε αποφάσεις:

Η ζωή σε χαρτιά αμάζευτα θλίβεται
σε αποσπάσματα που σιγά σιγά ενώνονται.
                                                                      («Λευτερώσου»)

Οδηγώντας σε νέες καταστάσεις (από το «Παρίσι-Τέξας»):

Μη διστάσεις να πεις / μη φοβηθείς να πράξεις
ο χρόνος αμείλικτος είναι. /Καμιά χαρά δεν ανακουφίζεται
αν δεν πορεύεται / σε δρόμους μοιράσματος
…κι οι δρόμοι των συντρόφων ανταμώνουν.

Κι έτσι εμφανίζονται οι «άλλοι που γίναμε εμείς», ελλείψει καλύτερης δικής μου δυνατότητας περιγραφής. Πίσω στην «Οδό Κουμουνδούρου», με τις λέξεις της Κατερίνας:

…είναι οι λεύκες που φαίνονται απέναντι
είναι ό,τι επιλέγω να θυμάμαι
… είναι ό,τι μπορώ να επιλέγω να βλέπω
… κι ό,τι ρουφώ παρατηρώντας
… Το παρόν στο μυαλό μου είναι οι θύμησες
… Δεν είναι πια οι γρατζουνιές των κομματιών μου
ούτε τα ανώφελα γιατί των προσώπων, που ξέρω τις απαντήσεις τους.
…Το παρόν στο μυαλό μου είναι οι αξίες,
που τις ξαναστηρίζω πονώντας
…είναι ό,τι μου επιτρέπεται να διεκδικήσω  κι ό,τι παλεύω
…Το παρόν είναι στο χάδι και στο φιλί που θα ρθει.
Το παρόν μέσα μου γεννιέται σαν συμβαίνει... στο αύριο που μέλλεται.

Σύμφωνα με το «Θυσία»:
Κοντός ο δρόμος του αδιέξοδου
όταν με τόλμη δείξουμε τη στροφή στο μονοπάτι!
Ενώ σύμφωνα με το «Παρίσι-Τέξας»:
…άλλωστε η α-συνέχεια είναι ο δρόμος μας.
Κι η αμφιβολία να παραμένει στο πίσω μέρος του μυαλού:
Η παντοτινή απορία / Μήπως πάλι ξεγελιέσαι...
                                                                         ( από το «Λευτερώσου»)

Και πάντα βέβαια η υπόμνηση, όπως «Στον φίλο της Καισαριανής»:

Δεν θα μπει άνοιξη ποτέ / αν δεν την κουβαλάτε!

Το βάρος μια μνήμης-λαβύρινθου, στην ουσία το βάρος της ιστορίας, της πραγματωμένης πίσω μας και της ρευστής ακόμα μπρος μας - διεμβολίζει το ποιητικό σώμα της συλλογής.

Ωστόσο, συνυπάρχει  με ποιήματα εξαιρετικά προσωπικά, ερωτικά – μέχρι κι ανάλαφρα.  Επιτρέψτε μου να κλείσω αυτή την αναφορά με δυο στίχους, πραγματικά εξαιρετικούς, από το ποίημα «Συμφωνία σε σολ(ο)»:
…αγάπησα, αγαπώ, με αγαπούν
δεν είμαι μόνη!

            Απ’  το σύμπαν των προσώπων που την αγάπησαν και την αγαπούν λείπει πλέον ένα πρόσωπο πολύ ακριβό της. Ωστόσο η πραγματική αγάπη, όπως κι η ιστορία, είναι οιονεί παρούσα.

            Και σίγουρα, κάποιοι την αγαπούν έτσι κι αλλιώς.


           Σίγουρα, η Κατερίνα δεν είναι μόνη.   

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

ΦΡΙΞΟΣ ΗΛΙΑΔΗΣ

"ΠΟΙΗΤΙΚΗ τέχνη" ήταν το ΜΟΝΑΔΙΚΟ λογοτεχνικό περιοδικό του Μυτιληνιού Φρίξου Ηλιάδη. Η έκδοση διεκόπει οριστικά και για πάντα το 1951. Αρχισε να κυκλοφορεί το 1947 ως ανθολογία ποιητικών κειμένων και μετά συμπεριέλαβε και πεζά. Εκδότης του ο Φρίξος Ηλιάδης. Η έκδοση διεκόπει οριστικά και για πάντα το 1951. Πέθανε πλήρης ημερών, σε ηλικία 87 ετών, το 2012, ο Μυτιληνιός αυτός δημοσιογράφος και επί πολλά χρόνια κριτικός του κινηματογράφου, του θεάτρου και των εικαστικών τεχνών, Φρίξος Ηλιάδης. 





Γεννημένος το 1923 στη Μυτιλήνη, δημοσίευσε τα πρώτα του λογοτεχνικά κείμενα από τα εφηβικά του ήδη χρόνια, σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας και της επαρχίας, ενώ στα 15 του, είχε ήδη εκδώσει το πρώτο του βιβλίο. Η δημοσιογραφική του πορεία ξεκίνησε από την εφημερίδα «Αθλητικός Τύπος» του Γ. Ζαμαρία, ενώ ακολούθησαν συνεργασίες με τις εφημερίδες: «Καθημερινή», «Προοδευτικός Φιλελεύθερος», «Απογευματινή», «Ελεύθερος Κόσμος», «Ακρόπολις», καθώς και περιοδικά ποικίλης ύλης, τον «ΑΝΤΕΝΝΑ 97,1» και το Β΄ Πρόγραμμα του ΕΙΡ. 

Ο Φρίξος Ηλιάδης κινήθηκε στον ευρύτερο χώρο του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ και εκτός από την κάλυψη της καθημερινής ειδησεογραφίας, έγραψε έρευνες και άρθρα για τα σύγχρονα πολιτιστικά θέματα, σε ελληνικό και παγκόσμιο επίπεδο. 
Εργάστηκε επί σειρά ετών ως κριτικός κινηματογράφου, θεάτρου και εικαστικών τεχνών, ενώ έγραψε και δημοσίευσε ποιήματα, πεζογραφήματα, κριτικά σημειώματα και αισθητικά δοκίμια. Έγραφε στον «Ελεύθερο Κόσμο» με το ψευδώνυμο «Σοφιστής», καθώς και στην «Ακρόπολις» το «Μικρό Χρονογράφημα» και είχε στην κατοχή του, ένα τεράστιο αρχείο ιδιογράφων, φωτογραφιών, κλπ., όντας αφιερωμένος στην καταγραφή του πολιτιστικού χρονικού της Ελλάδας. Η πρώτη του ιστοριογραφική απόπειρα, ήταν το «Ελληνικός Κινηματογράφος 1906 - 1960» (1960), ενώ έχει γράψει επίσης τις μονογραφίες «Μαρίκα Κοτοπούλου», «Ο Τσαρούχης μου είπε», «Δημήτρης Χορν» και «Έλλη Λαμπέτη».
Κινηματογράφος και θέατρο
Πέρα από την αρθρογραφία, ωστόσο, ασχολήθηκε συστηματικά και με τον κινηματογράφο ως σεναριογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής, ενώ έγραψε και σκηνοθέτησε αρκετές ταινίες «Νεκρή Πολιτεία» (1951), Το οργανάκι του Αττίκ» (1955), «Μπάρμπα-Γιάννης ο Κανατάς» (1957), «Μέλπω» (1958), «Το κορίτσι της φτωχογειτονιάς» (1957), «Πλούσιοι χωρίς λεφτά!...» (1960), «Παλικαράκια της παντρειάς» (1963), κ.ά.). Η ταινία του «Νεκρή Πολιτεία», μάλιστα, ήταν από τις πρώτες επίσημες συμμετοχές της Ελλάδας στο Φεστιβάλ των Καννών, κάνοντας διάσημη και διεθνή σταρ την Ειρήνη Παππά.
Το 2009 βραβεύτηκε από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ως ένας από τους ανθρώπους που το παρακολούθησαν σταθερά ήδη από το ξεκίνημά του, λέγοντας μάλιστα κατά την παραλαβή του βραβείου του: «Θυμάμαι έναν λόγιο, που κάποτε τον είχαν τιμήσει για τα 50 χρόνια της προσφοράς του κι εκείνος είχε πει: “Δώστε μου πίσω τα 50 χρόνια και πάρτε μου τη δόξα!”».
Στο θέατρο, η παρουσία του, ταυτίστηκε με μεταφράσεις που παρουσιάστηκαν από θιάσους γνωστών πρωταγωνιστών, με έργα των Φεϊντό, Τέιλορ, Σίμον και Πιραντέλο, ενώ μαζί με τον Αιμίλιο Χουρμούζιο, τον Αλέξη Σολωμό, το Μάνο Χατζηδάκι και την Άννα Φόνσου, υπήρξε συνιδρυτής της θεατρικής σκηνής «Προσκήνιο». 

Υπήρξε, επίσης, διευθυντής στα περιοδικά «Ποιητική Τέχνη», «Γράμματα» και «Ελληνικό Θέατρο» (έκδοση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών), ενώ είχε διευθύνει τα θέατρα «Κοτοπούλη - Ρεξ» (θίασος Ντίνου Ηλιόπουλου), «Διονύσια» (θίασος Έλλης Λαμπέτη), «Λεωφορείο ο Πόθος» και «Βεάκη» («Προσκήνιο», Αλέξης Σολωμός). 


Τέσσερα ποιήματα του Βασίλη Ντόντη, που λάβαμε, με τίτλους "ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ",  "ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ",  "ΚΛΗΤΙΚΗ",  "ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ", δημοσιευμένα στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ





ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Ντόντης Βασίλειος του Ζήση γεννήθηκε στα Πωγώνια Ιωαννίνων στις 28 Απριλίου του1966.
Σπούδασε στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία στα Γιάννενα.

Έζησε στην Αθήνα για μια εικοσαετία, όπου και δίδαξε ως δάσκαλος σε αρκετά σχολεία της Αττικής. Μετά από ένα σύντομο πέρασμα από την Πάτρα για επιμόρφωση (τρία χρόνια) επέστρεψε στα Ιωάννινα όπου ζει και ασκεί το επάγγελμά του. Είναι νυμφευμένος και έχει δύο παιδιά.







Βασίλης Ντόντης

Αινίγματα
Εκεί που πέφτουν τα αινίγματα
να τα πάρει το ποτάμι
να ξεβράσουν τη λύση τους
συνωμότησαν τα διλλήματα
-να μην ξέρεις ποιο να διαλέξεις-
Εκεί που αποπατά η σιωπή τους καρπούς της
ο χρόνος ζαρώνει,
σου γυρνάει την πλάτη.
Ο εφιάλτης γυρεύει μουσική
να πει το όνειρό του.
Εκεί που το χαμόγελο ξεγυμνώνει τις λύπες σου,
η αλήθεια σου γυρνάει και τα’ άλλο μάγουλο.
Πελεκά το βλέμμα σου
να γίνει μαγιά για αυτά που θα δεις!

Εξομολογήσεις
Συνδαιτυμόνες, ακούστε.
Πέτρινη η καρδιά μου
σε αχαρτογράφητες ιστορίες
και ανοίκειοι οδυρμοί
τη συνοδεύουν σε παρακείμενο.
Εκλείπει ο όρος της αποστασίας,
παρόλο αυτά αλλάζω.
Θρυμματισμένες αισθήσεις
εγώ σε κλουβί
κοινωνώ με παράδεισο
σε ανοιχτή ακρόαση
με τους θεούς μου
σε ορυμαγδό διαβολικών συμπτώσεων.

Κλητική
Κλητική μου αόριστη
τις ευδόκιμες εμπειρίες θητεύσας
ομολογώ!
Στων καιροσκόπων την ομηρεία ενέδωσα.
Στο έλεος των συλλαβών κελεύσματα,
την εσπευσμένη ωριμότητα αρνήθηκα.
Και για τις μελίρρυτες ορμήνειες
εν τη ρύμη του βίου
για όψιμες μετάνοιες
αδιαφόρησα.

Κλητική μου ανήμπορη
φωνάζεις την αιωνιότητα,
δεν ξέρω το πότε,
τραγούδι χαμένο
στο περιβόλι του Ενεστώτα τώρα.

Κλητική μου ανήμπορη
χάρτινη στον χρόνο εσύ,
απάτη του Τώρα εγώ
εκπίπτουμε στην ομοιότητά μας
έγκλειστοι στο περιβόλι του Ενεστώτα.

Επιθυμίες
Μες το βαθύ το μεσημέρι ένας κάποιος ύπνος
οδηγεί τις επιθυμίες μου στο ικρίωμα.
Ορίζομαι δήμιος.
Νεανικές, μύχιες ,σκοτεινές και γερασμένες
τελειωμένες παίρνουν τη θέση τους.
Η θηλιά μου δε χαρίζεται.
Τις πιο πολλές τις πνίγει.
Άλλες πάλι τις βρίσκουνε θαμμένες.
Μια μόνο κρυμμένη- προβοκάτορας- με λευκά γάντια με ρωτά
 αν έχω κάποια τελευταία επιθυμία.
Μεταλαμβάνω…
Παίρνω τα γάντια και συνεχίζω τον ύπνο μου.