Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

 "ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΣ"
ένα διήγημα που λάβαμε
του Φώτη Μπίμπιζα
δημοσιευμένο σήμερα στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Εκδότης-διευθυντής ΑΙΟΛΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ: Kώστας Βαλέτας λογοτέχνης Πρόεδρος Pen Ελλάδας Πρόεδρος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συγγραφέων τ. διευθυντής ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ. τ. Αντιπρόεδρος Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.




Ο Φώτης Μπίμπιζας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2-8-1988. Σήμερα κατοικεί στο Περιστέρι Αττικής. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου ‘’Σπασμωδικές Κινήσεις’’. Μίας συλλογής διηγημάτων που γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 2016 διηγήματα κοινωνικοπολιτικού-φανταστικού χαρακτήρα. Οι ‘’Σπασμωδικές Κινήσεις’’ αποτελούνται από 14 διηγήματα κοινωνικοπολιτικού-φανταστικού χαρακτήρα.




ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΣ

 Ήξερα πως είναι το σπίτι που ποτέ δε θα μπορέσω να ζήσω. Μη με ρωτήσεις πως, το ήξερα. Άκουσα κλάματα και γρήγορα βήματα να πλησιάζουν στο διάδρομο, τα κλειδιά έτρεμαν μέσα στα χέρια της. Άνοιξε την πόρτα. Το χλωμό πρόσωπό της κοίταξε το δωμάτιο, βουτηγμένο στην τρέλα. Πλησίασε το γυάλινο τραπέζι κι έφτυσε το εισιτήριο του λεωφορείου που μασούσε πάνω του. Τα σάλια κύλησαν στην κρύα του επιφάνεια, περνώντας δίπλα από τη μισοτελειωμένη κούπα καφέ της χθεσινής νύχτας. Άρχισε να ουρλιάζει, φωνάζοντας ξανά και ξανά, ρωτούσε το Θεό αν έκανε καλά, τραβώντας τα μαλλιά της. Σηκώθηκε απότομα και έτρεξε να κλείσει όλα τα παράθυρα. Την κοίταξα επίμονα, μπαίνοντας μπροστά της. Δε μου έδωσε καμία σημασία, προχώρησε προς το μπάνιο. Η πόρτα έκλεισε δυνατά πίσω της. 
                Ξάπλωσα στον καναπέ σε εμβρυακή στάση. Το δωμάτιο σκοτείνιασε απότομα στον πρώτο κρότο που έφτασε στ’ αυτιά μου. Έσπαγε τα πάντα μέσα, κάνοντας εμετό. Ο νιπτήρας γέμισε τρίχες και αίμα. Την έβλεπα, έβλεπα τα πάντα κι ας μην ήμουν μαζί της. Το κεφάλι μου άρχισε να πονάει και το στήθος μου φούσκωσε, στην ιδέα πως μπορεί να πάθει κάτι. Έκλεισα τα μάτια να βρω λίγη γαλήνη, αλλά μάταια. Περίεργες εικόνες περνούσαν από μπροστά μου και αλλόκοτοι ήχοι με τράβηξαν βαθιά μέσα στ’ όνειρο της μισής αλήθειας. 
               Χάιδευα το σώμα μου συνέχεια, βάζοντας για μαξιλάρι το δεξί μου χέρι κάθε φορά που βράδιαζε μπροστά της. Άκουγα την καρδιά της μαζί με τη δικιά μου ν’ αγκαλιάζονται στους χτύπους δυνατά. Ένα υγρό, χρώματος πορτοκαλί, μου κρατούσε συντροφιά όταν τα πόδια μου παραδίδονταν σε χορούς. Κολυμπούσα ήρεμα με μοναδικό σκοπό να της δώσω, να της χαρίσω το πρώτο μου κλάμα, με πυξίδα το σκοινί της ζωής που μας ένωνε. Μέχρι που ένα σίδερο με πλησίασε, σπάζοντάς μου το λαιμό σε δύο κομμάτια. Τα χείλη μου μάλωσαν το Θεό, όταν με είδα πεταμένο μέσα στα αίματα, τεμαχισμένο χωρίς αυτιά στο βάθος της μαύρης σακούλας. Ταράχτηκα, άνοιξα τα μάτια απότομα για να σιγουρευτώ αν έχω χέρια. Όλα καλά Θεέ μου, όλα καλά και λαιμό έχω. Όνειρο ήταν, σκέφτηκα.
                 Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε, ο ήχος από το καζανάκι δυνάμωσε. Προσπέρασε γυμνή μπροστά μου, χωρίς να μου δώσει ούτε ένα βλέμμα. Προσπάθησα να της μιλήσω αλλά η φωνή μου δεν έβγαινε. Έβαλα τα κλάματα. Έτρεξα αντίθετα από τον ξύλινο δαίμονα με τα σάπια μάτια, που κορόιδευε τη μοίρα μου χαρούμενος. Το τηλέφωνο χτύπησε, τα χέρια της γεμάτα νερά κατάφεραν με τη δεύτερη προσπάθεια να βάλουν το ακουστικό στο αυτί της. 
             «Εμπρός;»
            «Όλγα, είσαι καλά;»
             «Ντίνα μου το έκανα, το σκότωσα».
             «Ηρέμησε αγάπη μου, ο μαλάκας φταίει. Τι να έκανες;»
             «Θα τρελαθώ! Πονάει η ψυχή μου». 
             «Όλγα μου, μωρό μου, ηρέμησε». 
             «Έλα από εδώ σε παρακαλώ, έλα τώρα». Έκλεισε το ακουστικό και χάθηκε στο δωμάτιό της. Μια ξαφνική θλίψη με βούτηξε από το λαιμό, βάζοντάς με μπροστά από το βρώμικο καθρέφτη του σαλονιού. Το είδωλό μου έκλαψε μπροστά στην αντανάκλαση της πραγματικότητας, σαν παιδί που δεν το άφησαν να ζήσει. Ήμουν κομμάτια, ακριβώς όπως στ’ όνειρο με τη μαύρη σακούλα. Τεμαχισμένος χωρίς καρδιά. Έκλαψα με λυγμούς, μια βδομάδα έκλαιγα, μια βδομάδα έζησα κοντά της. Γνώρισα τη Ντίνα, την Ιωάννα, το Λουκά. Τους παρατήρησα, προσπάθησα να τους γνωρίσω, να μιλήσω και να τους αγκαλιάσω. Κάθε μου προσπάθεια φώλιαζε στο κενό. Όταν έπεφτε η νύχτα, οι φίλοι και οι γνωστοί έφευγαν από το σπίτι. Τότε κουλουριαζόμουν κάτω από το τραπέζι της κουζίνας, περιμένοντας για ένα της χάδι. Αυτή έκλεινε το φως και με άφηνε πίσω, συνέχεια κοιμόταν χωρίς να μου δίνει σημασία. Ξάπλωνα μαζί της και προσπαθούσα να τη μυρίσω, να την αγγίξω αλλά πάντα κάτι με σταμάταγε. 
              Το έβδομο ξημέρωμα με βρήκε ξαπλωμένο να βλέπω κινούμενα σχέδια στο σαλόνι. Η Όλγα είχε βγει έξω για ψώνια από το πρωί. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε διάπλατα, αφαιρώντας την προσοχή μου από τον άνθρωπο-ρομπότ που χάζευα. Ένα αδύνατο αγόρι με μεγάλα μελαγχολικά μάτια μου χαμογέλασε και πλησίασε προς το μέρος μου. 
             «Έλα πάμε, μας περιμένουν». Αστραπιαία σκέφτηκα πως είναι ο πρώτος άνθρωπος στη ζωή μου που μπορεί να με δει και να μου μιλήσει.
             «Ποιος είσαι;» ρώτησα τινάζοντας την ψυχή μου.
            «Με λένε Δημήτρη, θα σου εξηγήσω. Προλαβαίνουμε δεν προλαβαίνουμε το δρομολόγιο για το ουράνιο τόξο». Πριν προλάβω ν’ αντιδράσω, τον ακολούθησα χωρίς δεύτερη σκέψη. 


 Σαράντα χρόνια πέρασαν από εκείνο το ξημέρωμα που γνώρισα το Δημήτρη και το περίεργο είναι πως δεν ψήλωσα καθόλου από τότε. Κράτησε το λόγο του και μου είπε όλη την αλήθεια. Πλέον δεν πονάω, έχω μεγάλη παρέα εδώ. Μόνο για εσένα πονάω, που τα βράδια κοιμάσαι ακόμα μόνη. Μη στεναχωρηθείς στιγμή για εμένα μανούλα. Εδώ έχει πολλά παγωτά.

ΦΩΤΗΣ ΜΠΙΜΠΙΖΑΣ