Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Κριτική προσέγγιση«Επαφή» του Μίλτου Γήτα, ΠΟΙΗΜΑΤΑΕκδόσεις ΣΟΚΟΛΗ-ΚΟΥΛΕΔΑΚΗ.





Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
Ιατρός-λογοτέχνης
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
 
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)
Mέλος της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών






Το ποιητικό βιβλίο «ΕΠΑΦΗ» του Μίλτου Γήτα είναι γραμμένο σε εντελώς διαφορετικό ύφος ποιητικό από ότι μας έχει δώσει σε μεταγενέστερες ποιητικές του συλλογές ο ποιητής. Και αναρωτιέμαι: πώς κρίνει κανείς έναν ποιητή όταν έχει διαβάσει και τα επόμενα στο χρόνο ποιήματά του και μετά κάνει άλμα προς τα πίσω να πει για τα προηγούμενα? Πώς κρίνει κανείς έναν ποιητή που φανερά έχει ωριμάσει τεχνικά και στιχουργικά?

Η απάντηση είναι αυτό που λέει ο ίδιος στο ποίημά του «Μεταμόρφωση»:


«Είμαι εγώ
ως το τέλος του σκοτεινού δρόμου.
Είμαι εγώ
και μετά κάποιος άλλος.
Aνοίγω τις πόρτες της αμφισβήτησης
αναζητώντας κάποια ίχνη ζωής.
Όλα τα κελιά του μυαλού μου
ξεκλείδωτα
και οι κρατούμενοι αγνοούνται.
Είμαι εγώ
μέχρι τη στιγμή εκείνη
που οι παλμοί μου
αρχίζουν να χορεύουν ατίθασα.
Και τότε εκείνος
ο άλλος
μου γελά ξανά ειρωνικά.
Ως το τέλος του σκοτεινού δρόμου
ως τα σύνορα της θλίψης
ο ένας ήτανε ο άλλος
και οι δυο μαζί, το άυλο.

(ΣΕΛ.91)

Με σοβαρότητα ξεπλένει το λήθαργο της σκέψης και με ευφράδεια εισχωρεί στις εισδοχές της πορείας της ανθρώπινης ύπαρξης, εμπνέοντας θητεύσεις ικανότητας επάνω στις λέξεις. Με έμφαση αρθρώνει οτιδήποτε απρόσιτο μέσα από τους στίχους του και το κάνει προσιτό, μανουβράροντας την αίσθηση στη θράκα των στοχασμών απλόχωρα, με γενναιότητα που υπόσχεται άπειρο στη φθαρτότητα εντός μας που μας καταναλώνει στο εφήμερο των εαυτών μας.

 Μέσα στις 127 περίπου σελίδες της ποιητικής αυτής συλλογής  του, ο Μίλτος Γήτας συγυρίζει τουμπαρισμένα παρόν στη λογική, με τη βέρα του παρουσιαστικού της ζωής να πατινάρει ειλικρίνεια ανεμπόδιστα και γάργαρα στο ηλιοκαμένο μέτωπο των ποιημάτων του. Συντακτικά συμμορφωμένα σε μια τεχνική άρτια τα ποιήματα του βιβλίου αυτού, καταγγέλλουν κάθε απόφαση της ύπαρξης στην τριγωνομετρία των αποφάσεων εκείνων που πάρθηκαν αλλά και εκείνων που θα μπορούσαν να παρθούν ενδόμυχα ετούτη τη φορά σε καθέναν από εμάς.


«Ένας θαμπός καθρέφτης μου
απ’ το ξεψύχισμα της ύλης μου
απέμεινε να με κοιτά κατάματα»

(απόσπασμα από το ποίημα «Ένας θαμπός καθρέφτης», σελ. 105)


Τα ποιήματα αυτής της ποιητικής συλλογής του Μίλτου Γήτα, πατάνε συχνότητα τα λαμπιόνια των φράσεων στη χορδή των συμφωνημένων τεχνασμάτων της λογικής, σπρώχνοντας μπόρεση στη σιωπή να αρθρωθεί ευέξαπτη στο αντέρεισμα της διάθεσης και να παρευρεθεί φωνητικά  στη φούρλα της ζωής και της ύπαρξης και των φαινομένων.

Φοδράροντας με τη σπαθισμένη ταινία του απίθανου το στίχο, ο ποιητής σε αυτό του το βιβλίο δεν δασκαλεύει μονόχνωτα των αναγνώστη, δεν αφήνει τις τραμπάλες της κυνικότητας να τραγανίσουν την επιφάνεια των ποιημάτων, ούτε και αναλίσκεται σε εξημερωμένες νόρμες ιδεών. Σε αυτό το βιβλίο, ο ποιητής αντλεί από τον προσωπικό του σύμπαν αφειδώλευτα και σταμπώνει το πατρόν των σκέψεων του με τα μπαχαρισμένα φρεάτια των αισθήσεων του που όμως κατορθώνει να υπερκεράσει το προσωπικό και να αφουγκραστεί  το φουλάρι του εαυτού του καθενός μας, ισορροπώντας σε μια γκριμάτσα συνέχειας εντοιχισμένη στο ταβάνι κάθε παρόντος που μπορεί να είναι δυνατό.


«Έγραψα στίχους -αν και ήθελα να μιλήσω-
περιμένοντας νέες τομές
ε/πιζητώντας καινούργιους φαύλους κύκλους»

(απόσπασμα από το ποίημα «7+1», σελ. 120)



Το σίγουρο είναι ότι ο κάθε ένας που θα πάρει στα χέρια του αυτήν την ποιητική συλλογή και θα καταδυθεί στο δειγματισμένο ορίζοντα των φράσεων της, δεν πρέπει να το κάνει με λιποψυχία και να δραπετεύσει με συντομία, αλλά να αφοσιωθεί στη γαστέρα των θυμικών των ποιημάτων  και με τη ναυλωμένη πυξίδα χρήσης που διαθέτει εντός του ο καθενας, να τεντώσει το σάμαλι των δοκιμών της ψυχής του στο βατήρα των στίχων και να περιτροχίσει το φαινομενικό στην πεταμένη κόμπρα των αληθειών της ποιήσης.

Εδώ μέσα, σε αυτό το βιβλίο, οι στοχασμοί κουνούν τα αποσιωπητικά των βουρκωμένων γινατιών όσων δεν παραδεχθήκαμε ποτέ φωναχτά κι αντιγυρίζουν κανονικό θωπεύοντας οικειότητα στα ταλανισμένα μηνίγγια της ψυχής και του πνευμάτος μας.



«με το χρόνο να λύνει
όλες τις απορίες  των αναμνήσεων»

(απόσπασμα από το ποίημα «Χειμώνας», σελ.83)