Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Κριτική προσέγγιση
Στη νουβέλα «ΣΟΝΑΤΑ ΓΙΑ ΒΙΟΛΙ ΚΑΙ ΤΣΕΛΟ» του Γιώργου Κατσούλα
Εκδόσεις ΑΓΓΕΛΑΚΗ
 Βραβείο Νουβέλας ΠΕΛ 2016



Γράφει η Βάλη Τσιρώνη

Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 
Ιατρός- Νομικός- λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)





Ο συγγραφέας μας λέει ότι πρόκειται για μια ερωτική ιστορία. Το βιβλίο αυτό όμως θα μπορούσε να είναι και πολύ περισσότερα ή πολύ λιγότερα ανάλογα με το ένδυμα της ψυχής του κάθε αναγνώστη. 

Μέσα στη διήγηση δεν υπάρχει ταμπέλα συνειρμών και έτσι ο πύθωνας της ορμής των βιωμάτων του καθενός μας ορθώνει πυγμή και ξεδιπλώνει την κουβαρίστρα των νοημάτων που είναι πολλαπλά και τυλιγμένα στα κασμιρένια λακτίσματα της ανάγνωσης του παρόντος βιβλίου.


«Σε αυτήν την αψεγάδιαστη αίθουσα, την αίθουσα των θεών, οι κινήσεις  πρέπει να είναι μετρημένες Εδώ προσφέρεται άφθονη τροφή όλων των ειδών. Εδώ πρέπει να σέβεσαι αυτό που σου χαρίζουν και όλα να είναι σωστά.»

(σελ.12)


Ο Γιώργος Κούσουλας κατορθώνει και καμπυλώνει έτσι την τζαμόπορτα των φράσεων του και των εσωτερικών αμυχών της πραγμάτωσης των ηρώων της νουβέλας του που δικαιώνει επιμελημένα τη ζωή και μάλιστα την αναρτά στο πόδι μιας αντοχής που υπερβαίνει κάθε δυσκολία και γινάτι που γυρεύει να μπει τροχοπέδη στην ύπαρξη. 

Δεν θέλω να μιλήσω οριστικά λέγοντας τα νοήματα που εγώ εισέπραξα από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, γιατί όπως προείπα είναι από μη περατό υλικό και φανερώνονται στην αμμοβολή των σιωπών της ανάγνωσης, εξατομικευμένα και πολλαπλά για τον καθενα μας.

«Αυτή είναι η ζωή σου. Ένα ασανσέρ.»

(σελ.35)


Γράφει.

Στο κοντάρι των φράσεων του, ο Γιώργος Κούσουλας, χλευάζει  την πιάστρα των εκδοχών που οδηγούν στην παραίτηση από ό,τι αγαπάμε πιο πολύ και σύρει τα κράσπεδα της υπομονής που σουρώνονται στο τυχαίο, στην αποβάθρα μια επιμονής που ταγκίζει την περόνη των λογικών και απασφαλίζει το απίθανο. Έτσι, ανάμεσα στη στυπωμένη στιγμή των ανειλημμένων υποχρέωσεων της ύπαρξης και με απανθρακωμένα τα βραχιόλια της υπομονής, απιθώνει μια βεβαίωση για το απίθανο που καπνίζει σαν θαύμα δύναμης εσωτερικής στην αφήγησή του.


«Και έτσι, στην σμπαραλιασμένη αίθουσα όπου οι αντοχές και η πίστη των θνητών δοκιμάστηκαν μέχρις εσχάτων, το φως επικράτησε έναντι του τρομερού σκότους»

(σελ.44)


Γρήγορος ρυθμός, υπάρχοντα κερασμένες λέξεις και το σπαθισμένο τύμπανο καλοδουλεμένων διαλόγων, θρέφουν την ικανότητα της γραφής του. 

Η τροπή του βιβλίου, συγυρισμένη στην υφασμένη φράντζα των ειλικρινειών, λογαριάζεται με τη μανία του απαραίτητου και δεν βεβηλώνει την αντοχή του αναγνώστη με περατζάδες ρημάτων και συντελεσμένα ταμπάκο πολυλογιών, αλλά, σηκώνει τα στηλιτευμένα πανό του απρόοπτου και στη φλόγα του υπαρκτού βάζει τα τεκταινόμενα να κουνούν την πετσέτα της ανησυχίας τους.

«ότι ακολουθούσε ήταν ένα πανδαιμόνιο έκρηξης..»

(σελ.35)


Όπως γράφει και ο ίδιος.