Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Κριτική προσέγγιση
Στο βιβλίο  «ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΦΙΝΑΛΕ» του Σταμάτη Γκαβέτα
Εκδόσεις MANIFESTO



Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)





 Περιοδικά ανέξοδα ένα βιβλίο φασματικά οκλαδόν της αφήγησης.


Προτείνει ουσιαστικά καινούς αναγνωστικούς τόπους, με φόδρες λεκτικές στην αφήγηση του που ίπτανται του ισομερούς κοινού τόπου των αναγνωσμάτων.

Ευάλωτο σε κεντρομόλες ανιχνεύσεις πρωτοτυπίας, το ύφος γραφής του Σταμάτη Γκαβέτα είναι πάντα και σε όλο το βιβλίο, ένα διαμπερές κύκλοτρο ψυχής, που ανιχνεύει την εξόδιο εξομολόγησή της μέσω της πένας. Οστρακοφόρες εικόνες, που από τη μια παραπέμπουν σε αφήγηση που μας είναι γνώριμη από εκείνες όταν διαβάζουμε βίους αγίων (στο πρώτο διήγημα)

«Ωριμος ουρανός κι αυτός τρυγούσε τα’ άστρα, τα έβαζε να μουστωθούν στις κατακόμβες και κάθε βράδυ αστρικό μεθύσι έκανε, αφήνονας το νου το υνα περιπλανηθεί σε άλλους τόπους. Μόνο τη νύχτα ζούσε ο Άγιος, με την πρώτη χαρακιά του ήλιου, έκοβε ένα άνθος υπνοφόρο από τον κήπο της εκκλησιάς κι έπεφτε σε νάρκη μέχρι το άλλο πρωί. Τις μέρες νεφελώδη όνειρα κάνανε συντρίμμια την ψυχή του. Μνήμες από την προηγούμενη ζωή του, δεν τον αφήνανε να ησυχάσει»
(σελ. 11 απόσπασμα από το διήγημα «Ο Αγιος Χαλκιδαίος»)

έως τη φανταστική λογοτεχνία, όταν μας διηγείται την ιστορία του κλόουν, με σαφείς λεκτικές αναφορές στο Γιάννη Σκαρίμπα   (το ομολογεί άλλωστε κι ο ίδιος στο βιβλίο του ότι έχει επιρροές από εκείνον και δανεισμούς στοιχείων από τα ποιήματά του και το έργο του.

Υποδόρια βιδωμένα στο υπαρκτό, τα κείμενα του Σταμάτη Γκαβέτα είναι πάνω από όλα δείγματα γραφής εξακολουθητικά πειστικής πως εδώ κάτι νέο ίσως αρχίζει να αρθρώνει την παρουσία του στον πεζό λόγο.

Φεγγίτες απρόσμενου στο θωπευτικό συνονθύλευμα της φράσης, ψαύουν το κέλυφος νοημάτων που δεν προδίδονται με την πρώτη ανάγνωση. Δεν είναι χωνευτικά στιγμών τα κείμενα αυτού του βιβλίου! Είναι αγκίστρια σκέψεων και ρυμουλκά ιδεών. Και αυτό δεν είναι κάτι που το υποπτεύεσαι με το πρώτο.

«Ένα χέρι νοιώθω στον ώμο μου να με σκουντά…»
(σελ.20, απόσπασμα από το διήγημα «Αγκάθι στο Πέλμα του»)

Παρατηρητικά σχήματα ελλοχεύουν ανάμεσα των γραμμών, να χοροστατήσουν στην ξαφνιασμένη λαιμόκοψη των αναγνωσμάτων και υφασμένα ταγάρια αισθήσεων ανακάθονται μεταξύ των ρηματικών προτάσεων και των επιθετικών προσδιορισμών των ιστοριών του βιβλίου. Είναι, σαν να χώρεσε όλες τις αναγνώσεις του σε αυτές τις ιστορίες ο Σταμάτης Γκαβέτας και μετά να ξιφασκούσε ατελεύτητα μαζί τους ώσπου να ποδηγετήσει ένα κείμενο ιπτάμενων σκέψεων και χρόνων.

Πηγαινοφέρνει ολοένα την νταμιντζάνα της σκέψης του, στο φράκο λεκτικών χειρισμών και ψηλαφεί την ώση της απορίας και της αγωνάις στο βουλοκέρι μιας διευθυτημένης ευστάθειας ζωών των ηρώων του που η λαγαρότητα μιας συγκεντρωμένης ικανότητας αφήγησης ξαφνιάζει, παρωδώντας –ίσως είναι αρκετά εφικτό να τολμήσει να πει κάποιος κάτι τέτοιο για τα κείμενα του συγκεκριμένου βιβλίου- τους υφάλους του φανερού.

Εκφράσεις που ροκανίζουν το στυλιάρι του συνηθισμένου, προικοδοτεί μια διαταγμένη θαρρείς επάλειψη των πιθανοτήτων, καθιστώντας τις ενεργές στον κατάλογο των διηγημάτων του, γνέθοντας δυνατότητα και λυσσομάνόντας κατανόηση στη σοβαρόττητα των απ’ έξω επιβολών στην ύπαρξη που κυνηγάει χαρίσματα στο ξέφτι του καθημερινού καταπίνοντας την μοναδική αλήθεια του καθενός μας.

Διηγήματα που καμακώνουν  αληθινό στην κρεμασμένη γκριμάτσα των ανθρώπων και ταξιδεύουν τα παθήματα των σιωπών στην καθιερωμένη φροντίδα των χρήσεων, μεταγυρίζοντας ντομπροσύνη.

Το βιβλίο αυτό, μαρτυράει ανεξίτηλα παρουσία στον ενικό των οράσεων μας και είναι μια βεβαίωση ότι θα ακούσουμε και στο μέλλον για αυτό το νέο συγγραφέα που με ορμή, μπαίνει ανοιχτά στα βαθιά του λόγου και θέλει να τον κυριαρχήσει με τη γραφή του.

 «Είσαι έτοιμος για το μεγάλο φινάλε?»»
(σελ.21, απόσπασμα από το διήγημα «Αγκάθι στο Πέλμα του»)