Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Κριτική προσέγγιση
Στο βιβλίο  «ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΕΝΤΑΡΕΣ» μυθιστόρημα
του Βαγγέλη Αυδίκου
Εκδόσεις ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ



Γράφει η Βάλη Τσιρώνη

Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)



ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΥΔΙΚΟΣ
Ο Ευάγγελος Αυδίκος, γεννήθηκε στην Πρέβεζα, με καταγωγή από το Συρράκο. Είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και αυτό είναι το πέμπτο λογοτεχνικό του έργο. Προηγήθηκαν: Το βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία, διηγήματα, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001, Ο δικός μου θεός, μυθιστόρημα, Ταξιδευτής, Αθήνα 2004, Η κίτρινη ομπρέλα, Μεταίχμιο, μυθιστόρημα, Αθήνα 2007(ήταν στη μικρή λίστα του περιοδικού Διαβάζω για το βραβείο μυθιστορήματος του 2008), Η σκιά της Μίκας, μυθιστόρημα, Ταξιδευτής , Αθήνα 2013. Πέραν του λογοτεχνικού έργου , έχει γράψει πολλές επιστημονικές μελέτες.

Το σίγουρο είναι πως το βιβλίο πάλλεται γλωσσικά σε ιδιωματισμούς γεμάτους νεύρο και ένταση, που ενώ μοιάζουν ότι θα εξαντλήσουν τον αναγνώστη, ωστόσο εκχυμώνουν πυρίμαχα την γαμψή εικονοκλασία των διαλόγων του βιβλίου.

«Να δούμε τώρα, π’σταρδέλι, θα σε γλιτώσει ο κερατάς ο Στάλιν; Ικιά που κατσάρωσε η τρίχα σ’, αρχίν’σις τα νταραβέρια με τς άλλους, τς άθιους. Έννοια σ’, θα σι σιάξω.»

(απόσπασμα από τη σελίδα 10)


Από νωρίς καταλαβαίνει κανείς πως πρόκειται για ένα βιβλίο διαφορετικό και η μοναδική προσωπικά μου αγωνία ήταν αν αυτή η στεντόρεια φωνή που υψώνει αφηγηματικά ο συγγραφέας Βαγγέλης Αυδίκος, θα κατορθώσει να περατωθεί ασκανδάλιστα και διαβαθμισμένα ως την τελευταία σελίδα.

Ότι ανέλαβε από την αρχή, το στρογγυλοποίησε οργανικά στριφωμένο σε ακολουθίες διαλόγων που εναλλάσσονται μέσα στο κείμενο με εντριβές λόγου μυθιστορηματικές.  Ο συγγραφέας έχει επιλέξει εδώ να γράψει το βιβλίο αφήνοντας τους ήρωές του να συνομιλήσουν στην καθομιλουμένη για εκείνους γλώσσα τους με όλα τα ιδιώματα τους τυλιγμένα στη ζαλωμένη μπαλωθιά της νόησης τους και με τονισμένα υποβολεία ικανότητας, τυλίγει όλο ετούτο τον ύφαλο των φωνών, στο βατήρα του βιβλίου του. Ακόμη και κάποιες βωμολοχίες που εκτοξεύουν σωρηδόν οι ήρωες, κατορθώνει να τις εντάξει στο υφασμάτινο κάδρο της ζωής και να τις εξυπηρετήσει με φυσικότητα δίχως να προσβάλλεται ο αναγνώστης.


«Το ξεδιπλώνει με προσοχή, δεν θέλει να ακουστεί ο ήχος…»

Όπως γράφει στη σελίδα 358 του βιβλίου.

Ο Βαγγέλης Αυδίκος ξασπρίζει κατά περίπτωση το σεντόνι των οράσεων ανάμεσα στις σελίδες και τρίβει όλα τα δόρατα της επιφάνειας στην χλιαρή κανάτα μιας ειλικρίνειας όχι κορνιζαρισμένων φράσεων και μαξιλαροθηκών τυχαίου, αλλά στα φουσκωμένα χωράφια των γνήσιων μηνυμάτων της ελληνικής γης μπλαστρώνοντας με ειλικρίνεια τις ανθρώπινες σχέσεις που περιγράφει και μουλιάζοντας τις κάφτρες των εκφράσεων στο σκαλισμένο νυστέρι της γραφής του που ανεβοκατεβαίνει αναμεταξύ του φάρδους των γεγονότων


«Ρίξε μια ματιά, Σπυρίδων, στο κάτω μέρος του μπροστινού τοίχου. Είναι πληγωμένη η επιφάνεια από τις σφαίρες με τις οποίες σφυροκοπήθηκε το κτίριο από τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ τον Σεπτέμβριο του 1944. Το πυροβολικό και ο όλμος είναι εγκατεστη­μένα στο Ψαθάκι κι από κει βάλλει κατά του ΕΛΑΝ, που είχε εγκατασταθεί στην τράπεζα. Είναι η μάχη της παραλίας που υπήρξε λυσσώδης για τον έλεγχο του θαλάσσιου μετώπου. Δίπλα είναι το Δημαρχείο, μπρο­στά του υπάρχουν αναθηματικές στήλες στη μνήμη όσων απελευθέρωσαν την πόλη απ’ τους Τούρκους το 1912. Δεν θα βρεις πουθενά, ούτε μια λέξη, για την Εθνική Τράπεζα που κουβαλάει ενοχές και σι­ωπές για όσα συνέβησαν τον Σεπτέμβριο 1944. Αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για το παρελθόν χωρίς φερετζέ, τότε τι μέλλον έχουν οι νέοι σ’ αυτό τον τόπο;»

Θα γράψει ο ίδιος στη σελίδα 354 του βιβλίου, ανατρέχοντας μονοφωνικά αδιάφορα θαρρείς στα ιστορικά γεγονότα του τόπου.

Ανθρώπινες σχέσεις γδυμένες σε κάθε διάθεση, με ζωηρότητα στην ήττα των εχεμυθειών τους, με ραγισμένες συνειδήσεις στην ξαπλωμένη φθορίωση των πραγμάτων, με ρουχισμένες ταυτότητες στη σόμπα των χειρισμών του ενός από τον άλλο, καταμετρούν τα πρόσημα της οικειότητας τους και ταμιεύουν κάθε υποσκελισμένη φαινομενικότητα στους φαρδιούς ώμους των νοιαξιμάτων τους.


«Έκανε νόημα στο εγγόνι του και τον ανασήκωσε στο κρεβάτι του, βγάλε μου την αλυ­σία απ’ τον λαιμό, η φωνή του ίσια που ακουγόταν. Μου έκανε νεύμα να πλησιάσω. Σκύψε, παιδί μου, με παρακάλεσε και μου φόρεσε στον λαιμό αυτή την αλυσίδα που είδες.
––Να μην το βγάλεις ποτέ από τον λαιμό σου, είναι το τελευταίο δίφραγκο που μου έδωσε η προγιαγιά σου. Ανήκει σ’ εσένα. Εσύ είσαι η νέα γενιά, καλό είναι να συμφιλιωθείς με τον προπαππού σου. Τον κράτησα ζωντανό πενήντα σχεδόν χρόνια, είναι πλέ­ον η σειρά σου»

(σελ. 357)

Νοήματα ξαναμμένα, που αντικρούουν κάθε βεβαιότητα με μια γενικευμένη δικαίωση εντιμότητας στη ζήτηση των ήχων που μοιάζει και είναι μια θωρακισμένη ιδιότητα αναπόφευκτου βαδίζει η δεκάτη των στοχασμών μας κλιμακωτά στο καλύβι των λιτανευμένων υποθέσεων του βιβλίου. 

Και λέω υποθέσεων, διότι αναμεταξύ των φράσεων και των νοημάτων, ξετυλίγονται παράπλευρα πολλές υποθέσεις προσωπικές και συλλογικές, με τη δική τους ιστορία και θυμικό, λανθάνοντας λεκτικά σε απινιδωμένες βεβαιότητες αφήγησης και πετυχαίνοντας έτσι με αυτπον τον τρόπο να συναρμολογηθούν μαχητικά στο κοφίνι της γενικής ιστορίας.

Ένα βιβλίο συνταγμένο ελεύθερα στο τηγάνι των αρθρώσεων του που καταφέρνει να χειριστεί επιδέξια ο συγγραφέας του ως την τελευταία σελίδα.

Και ετούτο χρειάζεται διυλισμένο πείσμα προσοχής και τεχνικής  για να το κατορθώσει.


«δεν θέλει να ακουστεί ο ήχος του χαρτιού.»
(σελ.358)

Θέλει μονάχα να νιώσει ο αναγνώστης τον ήχο του εαυτού του.
Κι εκείνος

«θα τον περιμένει στην έξοδο.»
(σελ.360)



Πέντε ποιήματα του Θεοφάνη Αθανασόπουλου που λάβαμε, με τίτλους "ΘΥΣΙΑ", "ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ ΨΥΧΩΝ" "ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ", "ΜΙΚΡΟΙ ΘΕΟΙ" και "ΚΑΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ" , δημοσιευμένα σήμερα στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ




Ο Θεοφάνης Αθανασόπουλος είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, πήρε μέρος σε σεμινάρια που αφορούσαν την ποίηση, τη δημιουργική γραφή, τον κινηματογράφο και τη φωτογραφία. Επίσης, διετέλεσε μέλος της εφημερίδας ’’Ελευθερία’’ Καλαμάτας, στην οποία εργάζεται μέχρι σήμερα. Τέλος, από το 2009 ασχολείται ενεργά με την συγγραφή ποίησης.

Ο ουρανός δεν θα 'ναι ποτέ πια ίδιος
Έπεσε πάνω του λίγο αιματάκι
απ'την πληγή, της παιδικής μας ηλικίας
Θάνατος στα αστέρια
Θάνατος σ'εκείνα τα μάτια
που τόλμησαν να δουν, πίσω απ΄τη σκηνή
του μεγάλου θεάτρου
Θάνατος στους προβολείς που έλιωσαν
το κερί απ'τα προσωπεία μας

Μια μεγάλη θυσία έγινε κ'απόψε
στην τέχνη του να ζει κανείς σαν άνθρωπος


Θεοφάνης Αθανασόπουλος

***********

Συναυλίες Ψυχών
Η αυτοσχέδια χορωδία των προβολέων, έκαψε την σκηνή κι η φλόγα της, πέρασε τις οθόνες των ματιών μας.
Το μεγάλο πεύκο, που αιώνες τώρα σκεπάζει αμαρτίες και αίματα, στάθηκε αγέρωχο κάτω απ'τη γριά νύχτα.
Η πανάθλια μύγα, έψαχνε να τυραννήσει, το επόμενο θύμα.
Ο ανέμελος τραγουδοποιός, χόρευε στο μαγικό κύκλο, προσπαθώντας, με νοσταλγία, να κοροϊδέψει τη ψυχή του.
Οι νότες του, κατέβασαν το χρόνο απ'το μαραμένο θρόνο, κι εκείνος άρχισε να χορεύει μυητικούς σκοπούς.
Μόλις τον είδαν οι ψυχές, άρχισαν να πάλλονται και η ατμόσφαιρα βάρυνε, απ'τα τσιγάρα και τις προσευχές.

Πως να ξεφύγεις απ'το αίνιγμα της σφίγγας;

Χάνονται όλοι απ'το ίδιο παρελθόν και πηγαίνουν σε δρόμο από ασπαλάθους.
Πάνω τους, το κοράκι που παρατηρεί, κάθεται στο κλαδί και σκέφτεται:

''Θα 'χω πολλή δουλειά κι απόψε''


Θεοφάνης Αθανασόπουλος

*************

Εξομολόγηση
Μερικές φορές βλέπω τον κόσμο και νιώθω
ότι δεν έχει κάτι, να μου δώσει
-Αυτό με στεναχωρεί-
Κοιτώ τους ανθρώπους με αγωνία
νομίζω ότι θα μου ορμήσουν
Άλλοτε, τους ακούω να μιλούν για κάτι σπουδαίο
χωρίς να το γνωρίζουν και θέλω να χαθώ μέσα τους
Τελικά ξέρεις τι μου δίνει κουράγιο να συνεχίσω;
Θέλω ν΄αποτυπώσω κάτι
-κάτι δικό τους-
Να βρω ωραίες λέξεις και να γεννήσω μια στιγμή


Θεοφάνης Αθανασόπουλος

***************

Μικροί Θεοί
Κοίτα

Ψηλά εκεί στο λόφο
είναι οι -θρόνοι-
των νεκρών μας

Ακόμη στέκουν
και κοιτούν τις πράξεις
των ανθρώπων

Μόνο που δεν μας θέλουν πια
Κι ας μην τους αδικήσουμε - μη ψάξουμε τον λόγο-

Γιατί πως να χωρέσουν οι νεκροί
στη γη των πεθαμένων;

Μονάχα στέκουν
και κοιτούν
είναι οι μικροί θεοί μας

Κ'όλοι μας κάποτε
κι εμείς
μικροί θεοί
κάποιων θεών μεγάλων


Θεοφάνης Αθανασόπουλος

****************

Καμιά Δικαιολογία
Ήρθε ένα παιδί, και σε διέκοψε
απ΄την ανώφελη συζήτηση

Ζήτησε με τα θολά του μάτια

ένα τηλέφωνο
να βρει τον ξεχασμένο φίλο
Του αρνήθηκες

ένα τσιγάρο
να "γλυκάνει" το κορμί του
Τ'απέφυγες

ένα σπίρτο
για να φωτίσει αυτόν τον κόσμο
Δεν του 'δωσες

Κ'έφυγε

Ύστερα
Πήρες, με το τηλέφωνο, το βολεμένο φίλο
κάπνισες με απάθεια, ακόμη ένα τσιγάρο
πέταξες το σπιρτόκουτο στο μουσκεμένο χώμα

Κ'έφυγες

-Καμιά δικαιολογία πια για 'σένα-


Θεοφάνης Αθανασόπουλος