Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Κριτική προσέγγιση

Στο βιβλίο  «ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ» ΠΟΙΗΜΑΤΑ

του Κωνσταντίνου Μούσσα

Εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ




Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)






«Τόσο αδιάφθορος είναι λοιπόν ο χρόνος;»

Κάπως έτσι καταλήγει το πρώτο ποίημα αυτής της τρίτης ποιητικής συλλογής του Κωνσταντίνου Μούσσα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ.

«Προχωρημένη η ώρα. Οι φίλοι δεν ήρθαν.
Ολιγόλεπτα τηλεφωνήματα γνωστών, μηνύματα συναδελ-
φων, ξεχασμένων συγγενών. Κι αυτά αδιάφορα.
“Ma tanto tanto bene sai…” σκιά ο Caruso στη Via
Vecchia.
Τουλάχιστον υπήρξαμε άπαξ. Ακούς εκεί, δια παντός!»

(σελ. 16, «Άπαξ (και) δια παντός;»)

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μούσσας. 

Και με απέραντα βουλώματα γνήσιου ήχων στο λαίμαργο μπιτόνι της νόησης, ξεβγάζει τις ζωές στον ταμπουρωμένο σύμβουλο των στοχασμών του. 

Φανερώνει τα σκαμπό των τριβών σε παραδαρμένα αντισώματα παρόντος με τους στίχους του και απαρέμφατα λογίζεται με τη χαράδρα του αλλόκοτου την παραμάνα των εντυπωσιασμών με ζωνάρια ευκολίας και δίχως πρόθεση, απλά και ρέοντα, φυσικά λαγαρά στην παρένθεση της μέριμνας του να αποφορτίσει με καταβάσεις στίχων την άποψη των συνηθειών της ψυχής, που με τη βαλβίδα των ερωτήσεων προσπαθεί να αποφορτίσει το ειλικρινές επείγον κάθε διάρκειας.

«Μέχρι τώρα θα έπρεπε να έχω συνηθίσει. Πόσος χρόνος πέ-
ρασε;
Μερικά λεπτά νόμισα αρκούν, για να μπορώ να βλέπω αμυ-
Δρά στο σκοτάδι.
Πόσο ακόμη για να μη θυμάμαι, πόσο για να συνηθίσω;
Ποιος υποδοχέας να εξοικειωθεί με την απώλεια;»

(σελ.21, «ΕΞΟΙΚΕΙΩΣΗ ΥΠΟΔΟΧΕΑ»)

Θαμπώνει έτσι ο ποιητής Κωνσταντίνος Μούσσας, τις κατσιασμένες επικροτήσεις της λογικής, συμπορεύοντας ποιητικά τις άκρες κάθε βεβαιότητας με το απρόβλεπτο και εκείνα τα τανύσματα του μυαλού και της έμπνευσης που ισομερίζουν το μαγκάλι των στιγμών με τα νύχια των εκδοχών.

Γραπτά, ψαχουλεύει ομολογίες στο έγγραφο της ζωή και της ποίησης, ποινικοποιώντας το λουμπάγκο της απουσίας που σεργιανάει παθητικότητα στο σεντόνι των ανθρώπινων ζωών και στη μεζούρα της κάθε μνήμης. 

Διαμοιράζει τη σιαγόνα της ειλικρίνειας σε αποστομωμένα χειρόφρενα των στιλβωμένων ιδεών του με απλότητα και εύνομα παράταιρη ευμένεια στη ξαπλωμένη κερκίδα των πράξεων, σιγανά σαν παράπονο στεγνώνοντας τα μάτια των παραστάσεων που μάζεψε, που είδε, που σκέφτηκε, που ατένισε ψυχή και σώματι στα μπαλόνια των εμφάσεων της καθημερινότητας του και της έμπνευσής του.

Για λογαριασμό της έμπνευσης, κεντρίζει σε κάθε ποίημα αυτής της συλλογής του τη συνάφεια και περνάει τις οράσεις σε τροχαλίες ευθύτητας, διυλίζοντας το πλαγιασμένο δέμα κάθε πομπώδους εκφράσεως έτσι ώστε να μας παραδώσει φαρδιά την ύπαρξη και με αμπάλωτα όνειρα στην χούφτα της ανάγνωσης.

«Πώς να χωρέσουν τώρα όλα τα διπλωμένα σήμερα;
Βλέπεις, πρόλαβε και γέμισε συρτάρια, ερμάρια, αποθήκες
το δικό σου τίποτα.»

(σελ.14, «ΟΛΑ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ»)

Κομποδέματα λέξεων στην αύλιση των φωνασκιών της πραγματικότητας όπου αυλίζει την ποίηση του, ο  Κωνσταντίνος Μούσσας, βαδίζουν γνησιότητα τα διανυσμένα επίθετα των στίχων του. Παροράματα εκφράσεων τηγανισμένα ελεύθερο, ανακαινίζουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη διατείθοντάς του ένα υπόστρωμα καινούργιου που ποδίζεται μέσα από τη δαγκωματιά της ποίησης του Κωνσταντίνου Μούσσα.


Η αλήθεια είναι πως ως γιατρός (έτσι αναγράφει στο αυτί του βιβλίου πως είναι) ο Κωνσταντίνος Μούσσας δεν μπορεί παρά να περάσει στοιχεία της εργασίας του που βιοπορίζεται και μέσα στον ποιητικό του ειρμό. Όπως για παράδειγμα στο στίχο

«Άμεση εισαγωγή και ενδοφλέβια λήψη της ανάγκης σου»
(σελ.8, από το ποίημα «ΥΠΟΤΡΟΠΗ»)

Το πράττει όμως με τρόπο ληξιαρχικών ξαφνιασμάτων, ταμπονάροντας  το τροχάδην της συνήθης ιατρικής του ορολογίας στη βουτηγμένη γιρλάντα εκείνου που είναι απαραίτητου νοηματικά για το ποίημα.

Τα ποιήματα του έχουν μια τέλεια συνοχή και ξεδιαλέγουν τη δέστρα μις δικής τους υπόστασης και μιας ζουληγμένης ελευθερίας να ακονίζουν το βάζο των διαθέσεων ανάλογα την οπτική γωνία που ψαύει ο κάθε αναγνώστης κάθε φορά που καταδύεται με ολόσωμο το πνεύμα του στην ανάγνωση αυτής της ποιητικής συλλογής του Κωνσταντίνου Μούσσα.

Κι εσύ αναγνώστη

«Και κράτα το πριν στα χέρια σου άφοβα, σαν νερό ζεστό
Σπονδή σε θάλασσα ήρεμη στο νεφέλωμα του Ωρίωνα»


(σελ 30, από το ποίημα ΙV)