Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016


Παρακάτω παραθέτουμε την ομιλία του Κώστα Μπαιρακτάρη (λογοτέχνη, Πρόεδρου της Ενώσεως Φιλων Γιάννη Σκαρίμπα) κατά την παρουσίασή του, στην εκδήλωση, για το βιβλίο του δημοσιογράφου Δημήτρη Λάμπρου "Ο ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΤΗΣ ΛΗΣΤΟΚΡΑΤΙΑΣ" εκδ. ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ, εν είδη και κριτικής προσεγγίσεως του βιβλίου, που έγινε την περασμένη Δευτέρα 19/12/2016. 

Οι φωτογραφίες είναι από την εκδήλωση, πρώτος από δεξιά στο πάνελ ο Κώστας Μπαιρακτάρης.



Ο σύντομος χειμώνας της ληστοκρατίας

  Καθώς σήμερα περί των ληστάρχων και της Ληστοκρατίας του 19ου αι. στον βιβλιοπωλικό ΠΟΡΘΜΟ της Χαλκίδας δια του δίτομου μυθιστορηματικού πονήματος του Δημητρίου Λάμπρου ομοτράπεζοι με τον ελλόγιμο καθηγητή της Εγκληματολογίας Κο Γιάννη Πανούση, τη Δήμαρχο Λιβαδειάς Κα Γιώτα Πούλου, τον συγγραφέα του – εν πολλοίς χαλκιδοκεντρικού – βιβλίου και την Κατερίνα Γιαμά βρισκόμαστε, θα  σας καλησπερίσουμε με ένα αυτοβιογραφικό τού Σκαρίμπα απόσπασμα, στο οποίο παρουσιαζόταν ως:  
   «Ανάξιος ανηψιός των αρχιλήσταρχων θείων μου, και απόγονος Σουλιώτων προγόνων μου (καθ’ ό ο προ-προπάππος μου ήταν Σουλιώτης[…], απ’ το χωριό (του Επταχωρίου) Γκιανόλα ‘‘κυπριάς’’ (=κουδουνάς) το επάγγελμα, συν φούρνου «σιμιτζήδικου»= καιόμενος αποκάτω.
  Το ‘‘κατόρθωσα’’ ελόγου μου να (στα 82 μέχρις ώρας χρόνια της ζωής μου να μην έχω τιμήσει τη μνήμη αυτουνών και το ποινικό μητρώο το δικό μου, ούτε με πεντέξη – τουλάχιστο σκοτωμούς όμοιων μου (και ακόμη πιο χειρότερών μου!), όπως λόγου χάρη οι Αρχιεπίσκοποι, οι ‘‘Διευθύνοντες Σύμβουλοι’’ Ανώνυμων Εταιρειών, ο Τρούμαν (όταν μας επισκέφτηκε στην Αθήνα) ή ετούτος ο Ευαγγελιστής Ζωτιάδης, που μας έλυσε τους αφαλούς με τη θεολογία του στον τύπο.»
   Τι σύμπτωση τραγική, ο τύπος της Εύβοιας να έχει πρωτοσέλιδό του σήμερα την πρόσφατη κλοπή στο σπίτι του αναπαυόμενου σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Χαλκίδος-Ιστιαίας και Βορείων Σποράδων κ. κ. Χρυσοστόμου. Κι αν το γεγονός ετούτο μας έχει συγκλονίσει και πολύ στεναχωρήσει, πόσο πολύ στεναχώρησε τους Ευβοείς και το Πανελλήνιο ολόκληρο η ληστεία στο γειτονικό μας (αν ζούσε) αρχοντικό του Βουδούρη, που τρόμο σε πολλούς τον Νοέμβρη του 1855 επέφερε και τους ξένους πολλαπλά εδόνισε, όπως και ο πρεσβευτής της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη Αλέξανδρος Κουντουριώτης σε έκθεσή του της 4ης Ιανουαρίου 1856 (και ενώ οι όμηροι βρίσκονταν ακόμη στη διάκριση των ληστών) ανέφερε: «Η απαισία είδησις τής εν Χαλκίδι συμβάσης ληστείας διαδοθείσα ενταύθα μεθ’ όλων των επεισοδίων της, την θλιβερωτέραν επροξένησεν εντύπωσιν. Οι ειλικρινώς αγαπώντες την Ελλάδα ξένοι κατεταράχθησαν, οι εχθροί της εχειροκρότησαν, οι δε ομογενείς, οι διασώζωντες πάντοτε τον  σκοπόν της αποκαταστάσεώς των εις την ελευθέραν πατρίδα, ησθάνθησαν την μεγαλυτέραν απελπισίαν…»
  Και να αναλογιστούμε πως ως τότε μόνο η Νότια Ελλάδα αποτελούσε το νεοελληνικό κρατίδιο, η Θεσσαλία και η Ήπειρος λίγους μήνες πριν είχαν επαναστατήσει, τρία ελληνικά τάγματα με διοικητή του ενός εξ αυτών τον Ευβοέα οπλαρχηγό Κωνσταντίνο Ζέρβα στην Κριμαία με τους Αγγλογάλλους συμπολεμούσαν, το επαναστατικό πνεύμα  του ’21 ήταν ολάνθιστο, η αδικία και η φτώχεια κατέτρωγε τις λαϊκές μάζες, μεγάλες εκτάσεις γης κατέχονταν από πλούσιους Έλληνες ή ξένους κεφαλαιούχους (και η Εύβοια σε αυτό είχε πρωτεύουσα θέση), οι λεγόμενες προστάτιδες της Ελλάδος δυνάμεις μόνο τα συμφέροντά τους προωθούσαν και το ευέξαπτο ελληνικό φρόνημα γαλουχημένο με τα νάματα της φυλής και συνδαυλιζόμενο από την ανθρακιά της μιζέριας, εύκολα περνούσε στην παρανομία και με λάφυρο ακριβό τη λεία των αρχόντων πλούτια ονειρευόταν.
  «Το οργανωμένο έγκλημα εκείνη την εποχή (με τη μορφή συμπαγών συμμοριών) και κυρίως στην ελληνική επαρχία, δεν ήταν απλά ένα σύνηθες φαινόμενο, αλλά σε μερικές περιπτώσεις αποτελούσε μία συνέχεια του απελευθερωτικού αγώνα. Οι ληστές σε αρκετές περιπτώσεις φάνταζαν σαν ήρωες στα μάτια των εξαθλιωμένων κατοίκων των χωριών, αφού δεν ήταν λίγες οι φορές που γίνονταν οι προστάτες τους από την κρατική και ιδιοκτησιακή καταπίεση και αδικία(Αλέξανδρου Καλέμη: «Ο Κηρέας της Εύβοιας» Σελ. 87)
  Βέβαια, ο Κλέφτης των χρόνων της Τουρκοκρατίας πρωτίστως μαχόταν για την ελευθερία του Γένους, ενώ αντιθέτως ο κλεφτολήσταρχος των πρώτων δεκαετιών του καταπληγωμένου νεοελληνικού κρατιδίου διατεινόταν ή πίστευε πως πάλευε ενάντια στην καταφρόνια και την κοινωνική αδικία. Ως εκ τούτου ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας (που είχε βιώσει τη βάρβαρη Τουρκοκρατία και εν συνεχεία τις αδικαίωτες θυσίες τού οκταετούς εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα), παρ’ ότι έτρεμε τις κακουργίες των ληστών, εν τούτοις τους λόγιαζε ως τιμωρούς της αναλγησίας των νέων του δυναστών, αλλά και τους καλύτερους προστάτες της ζωής και των συμφερόντων του και συγκάλυπτε τις έκνομες δραστηριότητές τους.
  Απτό παράδειγμα του ευβοϊκού χώρου, που συνέβη σε καιρούς κοντινούς και προγενέστερους της θεαματικής ληστείας στο βουδουρέικο αρχοντικό, υπήρξε «[….]ο φρικτός θάνατος του Άγγλου ιδιοκτήτη της Καστανιώτισσας και της συζύγου του, (με αφορμή τη μεταφορά ενός πιάνου, η συσκευασία του οποίου κέντρισε τη φαντασία των μεταφορέων του και οι φήμες στάθηκαν αρκετές για τη συγκρότηση μιας μικρής συμμορίας στην περιοχή της Ιστιαίας», η οποία τους καταλήστεψε και τους θανάτωσε,  ενώ λίγο αργότερα, το 1857, ο νεαρός ακόμη ο Φρανκ Νόελ, υπέστη τη δοκιμασία της ομηρίας, περνώντας σίγουρα δραματικές στιγμές στα χέρια των ληστών.»                         
«Μας ήρθε η άνοιξις πικρή το καλοκαίρι μαύρο
μας ήρθε ο χινόπωρος πικρός φαρμακωμένος.
Οι κλέφτες κάναν σύναξη ν’ αυτοί οι Νταβελαίοι
πατήσανε τ’ Αχμέταγα το κάνανε ντιβάνι», τραγουδούσαν στους Κουρκουλούς της Βόρειας Εύβοιας, όπου οι Αρβανιτάκηδες είχανε κουμπαριές και με τον Ευβοέα λήσταρχο Νικόλαο Τσόπα, Ρουπακιά ή Κουκουβίνο πρωτοστατούσαν στο γύμνωμα σπιτιών και ανθρώπων, όπως συνέβη και «τον Μάρτη του 1855, (που ο αδίστακτος) Ρουπακιάς με δέκα παλικάρια λήστεψε τον Μπέκερ (το σωστό είναι τον Νόελ) και το χωριό Αχμέταγα, φόρτωσε τα κλεμμένα σε 18 μουλάρια κι έφυγε.»  (Γιάννης Λιάσκος)
  «Δεν ήταν καθόλου αφύσικο, λέει ο Αλέξανδρος Καλέμης στο σύγγραμμά του Ο Κηρέας της Βόρειας Εύβοιας, όταν ο Φ. Νόελ ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας του πατέρα του, να επιχειρήσει εξομάλυνση των σχέσεών του με τις συμμορίες, προσφέροντας βέβαια κάποια (οικονομικής φύσεως) ανταλλάγματα», (Αλέξανδρου Καλέμη: «Ο Κηρέας της Εύβοιας» Σελ. 87-88) έχοντας έκτοτε στη δούλεψή του τον μικρότερο αδερφό τού Τάκου Αρβανιτάκη, ο οποίος μέσα από το σύγγραμμα του Δημήτρη Λάμπρου φαίνεται πως το ’55 πρωτοστατεί στα διαδραματισθέντα στον οίκο του Νικολού Βουδούρη στη Χαλκίδα ή σωστότερα τού με ευβοϊκές ρίζες Μπουντούρη, που στον Εύριπο από την Ύδρα μας ήλθε ως ναυμάχος του ’21 και τσιφλίκια στον Βατώντα (σημερινή Νέα Αρτάκη), αλλά και στο Μαντούδι απέκτησε, σκληρός αφέντης λογιούνταν, Δήμαρχος, Βουλευτής της Χαλκίδας και σημαίνον πρόσωπο της ελληνικής πολιτικής σκηνής εδείχθη, ενώ το Βουδούρης από την αγωνία τού γιου του Βασίλη προέκυψε αργότερα, διότι έκρινε πως το ‘‘Β’’ ανέβαζε το όνομά του ψηλότερα στην εκλογική λίστα των ψηφοδελτίων, σταυροδοτικά θα ευνοούνταν και κάποτε Πρωθυπουργός θα γινόταν…
  Ετούτη η οικογένεια, λοιπόν, από το νταβελέικο συνάφι επιλέχτηκε, ώστε – με τη συνδρομή σημαινόντων και σημαντικά αφανών στην υπόθεση παραγόντων της χαλκιδαϊκής κοινωνίας – να αποτολμήσει να την βλάψει, κατορθώνοντας: να σπείρει τον τρόμο στους δυνατούς, να πλήξει το κύρος των κρατικών δομών και των αγγλογαλλικών δυνάμεων Κατοχής, να αυξήσει τα δικά του λαϊκά ερείσματα και την πατριωτική του φήμη, να ηρωποιηθεί έτι περαιτέρω, πρωτίστως το κεμέρι του να πλουτίσει και ο διακαής περί αμνηστίας πόθος σιμά να ανθαυγίσει.
  Με τέχνη, γνώση των διαδραματισθέντων στο βουδουρέικο το 1855 και με μαεστρία ο Δημήτρης Λάμπρου το κλίμα και την ουσία αυτών των γεγονότων με τη διεθνή τους διάσταση και απήχηση αναπλάθει και σε ιστορική μυθιστορία μετουσιώνει, φροντίζοντας:                                                                                      
   Ι. Να υπάρχει πλοκή ενδιαφέρουσα και ζώσα, κρατώντας αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον και μια έντονη αγωνία, η οποία σε αγκιστρώνει επιτακτικά και σε καλεί δίχως ανάσα να συμβαδίσεις στα κακολάγκαδα της δράσης αυτών των – αυθεντικών ή επινενοημένων – ηρώων της τραχιάς και πολύπαθης ιστορικής τους διαδρομής.
  ΙΙ. Η ιστορικότητα των γεγονότων, που ενεδύονται τον μυθιστορηματικό μανδύα, να μην αποβαίνει απλώς μια αναδιατυπωμένη ιστόρηση καταγεγραμμένων στοιχείων, μια νέα ιστορική πραγματεία, αλλά μέσω της ευθαλούς συγγραφικής φαντασίας να παρασταθούν στιγμές, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ενδέχεται να έχουν συμβεί όπως στο αφήγημα του Λιβαδιώτη συγγραφέα με ενάργεια και παλμό παλιρροιακής κορύφωσης εικονοποιούνται, οπότε η τραγικότητα του βίου αυτών των ανθρώπων ωθεί την αναγνωστική ψυχή να πάλλεται και να συμπονά ή να αγανακτεί με τις φρικώδεις ενέργειες των ληστάρχων και την απονιά των αρχόντων και κατ’ αυτών τις αρές της να ακοντίζει.
    ΙΙΙ. Να χρωματίζει τη γραφή του με στοιχεία που αποτυπώνουν την όψη, το κλίμα, τις κοινωνικές διαφορές και αντιπαραθέσεις, την ατμόσφαιρα της εποχής, δίχως να εμμένει σε άνοστες και επουσιώδεις λεπτομέρειες γύρω από ζητήματα ενδυμασίας, οπλισμού, μαχών κ.τ.λ. Αυτό δε σημαίνει ότι αποσιωπούνται ούτε πως αγνοείται το όλο χωροχρονικό, ανθρωπολογικό και γεωμορφολογικό πλαίσιο των γεγονότων, που ζωντανό πορεύεται σε όλη τη διαδρομή της πολυσέλιδης αφήγησης. Πρωτίστως, όμως ο Δημήτρης Λάμπρου, κατατείνεται να αναδείξει την ψυχική ένταση των ηρώων του, τα ιδιαίτερα στοιχεία των γλωσσικών τους κωδίκων, των εθών και του χαρακτήρα τους, την αψάδα της σκέψης και των αντιδράσεών τους, το φρόνημα και τη στάση τους, που κάνουν τον αναγνώστη μέτοχο του πάθους και των παθών τους, θαυμαστή του μεγαλείου τους ή αποστροφέα και κατακριτή των πραγματώσεών τους.
   IV. Το ερωτικό στοιχείο (ακόμη και στις ακραίες συνθήκες ζωής αυτών των ληστάρχων πρωταγωνιστών, που καθημερινώς βρίσκονται αντιμέτωποι με μύριες βασάνους και τον επί θύραις ηρωικό ή ατιμωτικό τους θάνατο), δεν παύει σταθερά να υπομνήσκει και τεχνηέντως να αναφαίνεται, βάζοντας, μάλιστα τη γυναικεία οντότητα σε κομβικά σημεία της αφήγησης να παίζει ρόλο μυστηρίου ή την οξυδερκέστατη όμηρο Σκεύω Βουδούρη να τη διεκδικούν οι πρωτοκαπεταναίοι Νταβέλης και Καλαμπαλίκης. Έτσι, το αναγνωστικό ενδιαφέρον  με αυτόν τον τρόπο ή άλλα συγγραφικά τεχνάσματα βρίσκεται ανελλιπώς σε  εγρήγορση και καθοριστικά ανανεούμενο και συνάμα βοηθά στη χαλάρωση της ψυχικής έντασης, που αποπνέουν οι τραγικές σκηνές της ομηρίας, των μαχών και των κατατρεγμών.
  V. Να πλάσει με πειστικότητα και ρεαλιστική συνάφεια γεγονότα της μετεπαναστατικής Ελλάδας, βασιζόμενος σε ένα εκτατικό περιστατικό, που δεν αφορά μόνο μία οικογένεια, κάποιους ανθρώπους, αλλά μια κοινωνία, ένα σύστημα, ένα έθνος ημίστατο και με αδικαίωτα τα μεγάλα κλαδιά του στη Βαλκανική και την Ανατολή, που ένα κομμάτι του λίγους μήνες πριν διεκδίκησε τη λευτεριά του και με τη συνδρομή των απελευθερωθέντων από τις φυλακές Χαλκίδας καταδίκων, μεταξύ των οποίων και ο Χρήστος Νταβέλης, που τότε η ματιά του πρωτόσμιξε με της Σκεύως.
   VI. Η λογοτεχνικότητα των γραφομένων του να είναι ανεπιτήδευτη και επιμελημένη, ενώ η δραματικότητα και αληθοφάνεια των παριστομένων, η συμπλοκή και συμπορεία ιστορικών και μυθοπλαστικών στοιχείων να είναι αρμονικά συνδεδεμένες, η δε πλάση των ηρώων να προέρχεται από συγγραφικά υλικά που σταθερά αναδεικνύουν τις λεπτές αποχρώσεις του χαρακτήρα των ηρώων και των απαιτήσεων των καιρών τού κατά συνεκδοχή Σύντομου χειμώνα της Ληστοκρατίας.
  VIΙ. Τα προϊκονομικά του στοιχεία, η αφηγηματική καλλιδρομία, η μυθοπλασία και η όλη συγκρότηση του παρουσιαζόμενου συγγράμματος, με την επιδέξια χρήση και στροφή του αφηγηματικού προβολέα σε ό,τι προτιμάται να φωτιστεί, στο έπακρο αξιοποιείται και σε αυτό συμβάλλει και η αξιοποίηση του μέσου ήρωα, ο οποίος με την φαινομενικά ουδέτερη στάση του διαπερνά και υπερβαίνει το απτό και συμβατό, συνδέει διαμετρικά αντίθετα πράγματα και συμφέροντα, πληροφορεί και αθορύβως κατευθύνει, δίνει λύσεις συμφιλιωτικές και εξελίσσει καταστάσεις.
   Ο Δημήτριος Λάμπρου – για τη σύνταξη του πολυσέλιδου συγγράμματός του – σε ρόλο παπαδιαμαντικής σταχομαζώχτρας στους θερινούς αγρούς της ιστοριογραφίας περιπλανήθηκε, περισυνέλλεξε τα περιφρονημένα από αυτήν και απορριπτέα φτωχόκαρπα, εντρύφησε στα ανεξερεύνητα ή ανείπωτα των γραφών της, αλλά και στα σπορεία της συλλογικής μνήμης, (η οποία στη Λιβαδειά, καθώς από εκεί καταγόταν ο όμηρος κα γαμπρός του Βουδούρη Καλογερόπουλος, στα περίχωρά της η ληστοκρατία τον 19ο αι. πολλά λημέρια είχε  και συνάμα η τελευταία και μεγαλύτερη πράξη του δράματος εκεί παίχτηκε, φαίνεται πως ως τις μέρες μας δυνατή παραμένει) και επ’ αυτών με τη δική του δημιουργική φαντασία δόμησε το σύγγραμμά του, αντλώντας και απολεπίζοντας στοιχεία, κρίνοντας πράξεις και καταστάσεις, ανασυνθέτοντας βασικές ιστορικές πτυχές των συμβάντων του 1855, τόσο σε σχέση με τη ληστοκρατία, όσο και την εν γένει πολιτική κατάσταση και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής, που ομοιότητες και αναλογίες συγκαιρινά στις μέρες μας συμβαίνουν.
  Σχετικά με τα γεγονότα που ζωντανεύουν στο πολύ ενδιαφέρον και ευκολοδιάβαστο σύγγραμμα του Δημήτρη Λάμπρου, πληροφορούμαστε από την ιστορική πένα του Αντώνη Παύλου πως:                                                                                                    
  Ι. «Οι ληστές πέρασαν στην ευβοϊκή ακτή το πρωί τις 28ης Νοεμβρίου 1855 (με τη βάρκα του Σαμιώτη Γιώργου Κουστομύτη) και ‘‘λημέριασαν’’ στα καλύβια του τσέλιγκα Δήμου Ντάμτσα, κατασκόπου τους, λίγο έξω απ’ τη Χαλκίδα. Στο σπίτι του Βουδούρη τούς οδήγησε το βράδυ κατά τις 8 κάποιος φραγκοφορεμένος, που ‘‘εφορούσε σουρτούκο και βρακί και καπέλο εις το κεφάλι και έπινε τσιγάρο.’’
  ΙΙ. «Τελικά, οι ληστές (αφού τρομοκράτησαν, υποχρέωσαν τον δικαστικό και γαμπρό του Βουδούρη Θεόδωρο Βώκο να παίξει χαρτιά με έπαθλο τη σωτηρία ή την αποτομή της κεφαλής του, και αρπάζοντας τους τρεις ομήρους και ό,τι τιμαλφή και ασημικά διέθετε η οικία) αποχώρησαν, ‘‘εκφέροντες χλευασμούς, και δικαίως είχον μέγιστον δίκαιον να μας χλευάζωσιν’’, σύμφωνα με τον συντάκτη της νομαρχιακής έκθεσης.»
  ΙΙΙ. «Η Παρασκευή Βουδούρη θυμόταν με ευχαρίστηση το άφθονο και νόστιμο ψητό κρέας και το καθαρό νερό, που δεν της έλειπαν ποτέ κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας. […]Οι αιχμάλωτοι απελευθερώθηκαν στις 9 Ιανουαρίου 1856
   ΙV. «Από τη διοικητική εξέταση προέκυψε ότι τόσο ο Νομάρχης Βασίλειος Θεαγένης όσο και ο Μοίραρχος Γεώργιος Πτολεμαίος, είχαν δείξει ‘‘απερισκεψίαν και ανικανότητα παραδειγματικήν.’’ Η επιτροπή όμως απέκλεισε το ενδεχόμενο να είχε πραγματοποιηθεί η ληστεία για πολιτικούς λόγους.»
  VΙ.  Την ίδια περίοδο προφυλακίστηκαν ο Σαμιώτης βαρκάρης Γιώργος Κουτσομύτης και η κόρη του Δέσποινα, που ανέλαβαν τη μεταφορά των ληστών από τη βοιωτική στην ευβοϊκή ακτή και τανάπαλιν, ο υπηρέτης του Βουδούρη Ραμόπουλος και ο κηπουρός του Χατζηχρήστος, καθώς και ο Ιερέας του δήμου Ληλαντίων παπα-Κηρύκος, ενώ ο Νικόλαος Βουδούρης (ο οποίος για την απελευθέρωση του 12χρονου γιου του Δημήτρη, της κόρης του Σκεύως και του γαμπρού του Πέτρου Καλογερόπουλου κατέβαλε ως λίτρα το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 40.000 δρχ.), από τα κρατικά ταμεία έλαβε αποζημίωση 25.000 δρχ., η οποία έφερε την υπογραφή  του περί την λίμνη Δύστος της Καρυστίας ιδιοκτήτη εύφορου τσιφλικιού, και Υπουργού των Οικονομικών εκείνη την περίοδο Αλέξανδρου Κοντόσταυλου.
  Βέβαια, οι άλλοι υπαίτιοι της καταλήστευσης του σπιτιού του Βουδούρη μετά από απηνείς διώξεις (σύντομα ή χρόνους μετά) σκοτώθηκαν ή συνελήφθησαν, αλλά και άσμα δημοτικό έγιναν, όπως αυτό στο οποίο μνημνεύονται δύο από τους πρωταγωνιστές του λογοτεχνικού Σύντομου Χειμώνα της Ληστοκρατίας (του Αράπη, Κακαράπη ή Λουκά Μπελούλια από το Κυριάκι Λιβαδειάς, του Χρήστου Νάστου ή Νταβέλη από το Στείρι Βοιωτίας, που μαζί με τον επικεφαλής των διωκτών του Ιωάννη Μέγα τον Ιούνη του 1856 στο Ζεμενό της Παρνασσίδας σκοτώθηκε), στους Κουρκουλούς τραγουδούσαν και χόρευαν:
Μας πήρε η μέρα και η αυγή,
        γεια σου Νταβέλη αρχιληστή,
Μας πήρε μεσημέρι,
        γεια σ’  Αράπη και Νταβέλη.
Το πού θα λημεριάσουμε,
        Νταβέλη, θα μας πιάσουνε.
– Πού θα κάνουμε λημέρι,
        γεια σ’  Αράπη και Νταβέλη.
– Κάτω στο ρέμα το βαθύ
        κει θα κάνουμε λημέρι
θα φέρει η Ρίνα το ψωμί
κι η Χάιδω το προσφάι.
Στα πράσινα λιβάδια
θα φάτε παλικάρια.
     Κατακαημένη Αράχωβα, Νταβέλη ορέ Νταβέλη!...
     Τους κλέφτες τι τους κάματε και τους καπεταναίους;
    – Στο Ζεμενό τους έχουμε και πολεμούν τον Μέγα.
                                                                                             Κωνσταντίνος Κλ. Μπαϊρακτάρης

                                                                                                Χαλκίδα, 19 Δεκεμβρίου 2016