Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017


Τρία ποιήματα του Γιώργου Δ. Μπίμη, που λάβαμε, με τίτλους "Προσκυνητής", "Ταξίδι στο χρόνο" και "Ο Χρόνος και ο Άνεμος" δημοσιευμένα στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ.

Γιώργος Δ. Μπίμης
Ο Γιώργος Δ. Μπίμης γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Βοιωτίας και ζει στη Λιβαδειά.
Είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός.
Έχει διακριθεί σε αρκετούς παγκόσμιους και πανελλαδικούς ποιητικούς διαγωνισμούς.
     
Το έτος 2015 κυκλοφόρησε ένα cdτου συνθέτη και τραγουδιστή Παντελή Θαλασσινού με τίτλο "Χίλια Καραβάκια", όπου συγκαταλέγονται σε στίχους του Γιώργου Δ. Μπίμη τα τραγούδια "Καράβια πάνε κι έρχονται" και το "Σ' είδε απόψε το φεγγάρι".

    Ο Παντελής θαλασσινός μελοποίησε ακόμα δυο τραγούδια σε δικούς του στίχους με τίτλους:
΄΄ Αηδόνι μου΄΄  και  ΄΄ Προσκυνητής…΄΄ στο τελευταίο του cd(2016)
με τίτλο: ΄΄ Με δυο Ρολόγια΄΄..

Η Εύα Φάμπα έχει γράψει μουσική για τέσσερα τραγούδια σε στίχους δικούς του με τίτλους:
΄΄Στον πόλεμο΄΄,  ΄΄Ορφέας κι Ευρυδίκη΄΄   ΄΄Τσε Γκεβάρα΄΄, ΄΄Ταξίδι στο χρόνο…΄΄

Για το ποίημα ''Μέντα και Βασιλικός'' έχει γράψει μουσική ο νέος συνθέτης Δημήτρης Κογιάννης.

Μία ακόμα συνεργασία με τον συνθέτη Αλέξανδρο Χατζηνικολιδάκη έχει σα στόχο τη δημιουργία κύκλου τραγουδιών (νέο cd ) σε στίχους αποκλειστικά του Γιώργου Δ. Μπίμη (ήδη έχουν μελοποιηθεί πάνω από είκοσι  τραγούδια που ζητάνε ενορχήστρωση και ερμηνεία)…

Ο Γιώργος Δ. Μπίμης έχει εκδώσει τις παρακάτω ποιητικές συλλογές:
1. "Μνήμες της πέτρας και της Σιωπής…" (Νοέμβρης 2015)…


2. Το Μάιο του 2016 εκδόθηκε η Δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο: ΄΄Τα Λυρικά΄΄

3. Το Δεκέμβρη του 2016 εκδόθηκε η Τρίτη ποιητική του συλλογή με τίτλο:   ΄΄ Ο Χρόνος κι οι Πληγές…΄΄


Στις 25–1-2017 ο Σύλλογος Συνταξιούχων του Δημοσίου Ν. Βοιωτίας απένειμε τιμητική πλακέτα στον ποιητή για την προσφορά του στα Γράμματα και στην Τέχνη…


Προσκυνητής

Σαν το πουλί χωρίς φωλιά στην ερημιά
κοιμήθηκα,…
μα σένα αστέρι του βοριά
ποτέ δε σ’ απαρνήθηκα…

Με αλυσίδες και σχοινιά και με καρφιά
στο σώμα,
δάκρυ έχω γίνει κι εκκλησιά,
προσκυνητής στο χώμα…

Άνεμος είσαι που ξυπνά στη μνήμη
και στο αίμα μου,
φεγγάρι που βασίλεψες
στο θαλασσί το βλέμμα μου…

Για τα μεγάλα δράματα θα γράψει
κι η ιστορία,
μα εγώ σε ψάχνω μάτια μου
στης γης την εξορία…

Κι αν μ’ αρνηθείς και δε με θες ποτέ
μη μου το γράψεις,
δάκρυ θολό ο έρωτας,…
μα εσύ ποτέ μην κλάψεις…    

Γιώργος Δ. Μπίμης

*έχει γράψει μουσική
Ο συνθέτης και τραγουδιστής
Παντελής Θαλασσινός



 ******************



Ταξίδι στο χρόνο

Μ’ ένα κοχύλι κι αυτή τη νυχτιά
σεργιάνι θα βγω στο Αιγαίο,
σα μνήμη που καίει, πικρή ξενιτιά,
να ‘ρθω μ’ ένα κύμα μοιραίο…

Στον άνεμο τ’ άρμενα έχουν σκιστεί
μ’ ανάβει μακριά μια Σελήνη,
καράβια θαμπά και γερμένοι ιστοί,
ψυχές που διψούν για γαλήνη…

Στο βάθος της μέρας θα βρω τη στεριά
εκεί που τα όνειρα κλαίνε,
να κόψω τον πόνο με μια μαχαιριά
γι’ αυτούς που ριγούν μα δε φταίνε…

Και σα στολιστείς δειλινή ομορφιά
σε μια κουπαστή θ’ ακουμπήσω,
στ’ αμίλητο κύμα να βρω συντροφιά
το χτες σ’ ένα δάκρυ να σβήσω…


Γιώργος Δ. Μπίμης



***********************

Ο Χρόνος και ο Άνεμος

Είναι ο άνεμος που σκόρπισε τα φύλλα,
είναι μια θλίψη που βραδιάζει μοναχή,
είναι του κήπου μας τα κόκκινα τα μήλα,
που τα σαπίζει ο αγέρας κι η βροχή…
                                                       ……………………………………….
Στη μοναξιά, στο χαλασμό και στο σκοτάδι,
ψάχνω στη μνήμη την εικόνα σου να βρω,
να ψηλαφήσω της ανάσας σου το χάδι,
να λησμονήσω της θυσίας το σταυρό…

Τραγούδι στήνει ο βοριάς έξω στη στράτα,
για να μερώσουν οι καημοί στη έρμη γη,
μα συ απ’ όλα τα τραγούδια ένα κράτα,…
αυτό που ζει και μου ματώνει την πληγή…
………………………………………..
Είναι μια θάλασσα που μέσα της με κλείνει,
είναι ένα κύμα που με πάει στ’ ανοιχτά,
είναι μια αγάπη που γυρεύει μα δε δίνει,
που δραπετεύει στο σκοτάδι που αλυχτά…

Γιώργος Δ. Μπίμης


*έχει γράψει μουσική
Ο Αλέξανδρος Χατζηνικολιδάκης

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017


Τρία ποιήματα του Βασίλειου Ιωάννου με τίτλους "Νοσταλγικά Μάτια", "Ψυχή μου" και "Αντίο" που λάβαμε, δημοσιευμένα στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



Ο Βασίλειος Ιωάννου έχει γεννηθεί στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια ζει στο Bielefeld, στη Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία, στη Γερμανία. Σπούδασε μαθηματικά και τα ανώτερα θεωρητικά της μουσικής, ενώ παράλληλα διδάχθηκε σχέδιο και ζωγραφική σε εργαστήρι εικαστικών. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Επίσης, μαθαίνει την ιταλική γλώσσα. Η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία ξεκίνησε σε πολύ μικρή ηλικία. Μαθητής του Δημοτικού σχολείου, έγραψε τα πρώτα του ποιήματα.  Στις αγαπημένες του ασχολίες ανήκει επίσης η μελέτη της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας όπου παρακολουθεί σεμινάρια και ανοικτές πανεπιστημιακές διαλέξεις.



Νοσταλγικά Μάτια

Τις νύχτες, μόνος σαν γυρνώ στο άδειο σπίτι,
θυμάμαι εκείνα τα μελαγχολικά καστανά μάτια.
Εκείνο το βλέμμα που πονούσε την ψυχή μου,
κάθε φορά που μου έλεγε το σ’ αγαπώ.
Τι θλιβερό, να σου λένε ότι σε αγαπούν
και να νοσταλγούν όλα όσα δεν είσαι και δεν έχεις.


****

Ψυχή μου

Είδα τη μορφή σου
Ανάμεσα στους ανθοστόλιστους κήπους της Βαβυλώνας
Παρέα με ποιητές και με ζωγράφους
Με μουσικούς και με ζητιάνους

Είδα τη μορφή σου
Ν’ αποζητάς λίγο νερό της ευτυχίας
Γλυκιά δροσοσταλιά στον εφιάλτη
Εκεί που ‘ναι χαμένες οι μορφές.

Φτηνοί παλιάτσοι σε κυκλώσαν
Σου λέγαν τι και πώς πρέπει να πεις
Κι αν σου αξίζει θα ακουστείς.
Ψυχή μου…

Είδα τη μορφή σου στη μορφή μου
Αγάπη μου…

Πόσο θα ήθελα να μην υπάρχεις.
Κι όμως δεν υπάρχεις…
Γιατί υπάρχει ό,τι ζει
Κι αυτό ζωή δεν είναι.


 ***

Αντίο

Πάλι απόψε σε προσμένω για να ‘ρθεις
Της άδειας κάμαρας σκιές να συντροφεύσεις
Πώς μ’ αγαπάς πόσο θα ήθελα να πεις
Όμως δεν έχουν σημασία πια οι λέξεις.

Φυσάει αγέρας παγωμένος στο κορμί μου
Απ’ το παράθυρο που άφησα ανοιχτό
Πάνω στο αίμα ταξιδεύουν οι λιγμοί μου
Και η μόνη ελπίδα μου εσύ, δεν είσαι εδώ.

Στιγμές που ζήσαμε μαζί ξαναγυρίζουν
με συντροφεύουν στου θανάτου μου το κρύο
θα σ’ αγαπώ ό,τι κι αν γίνει ψιθυρίζουν
είναι τα λόγια που μου είπες για αντίο.



Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στο βιβλίο της Όλγα Πατσούρα – Λένη
«ΟΤΑΝ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΕΙΧΕ ΦΤΕΡΑ»
Εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
υπεύθυνη ύλης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ (ηλ.)
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)







Εκεί, στο αψύ αναλώσιμο των σκέψεων που κάνει κανείς όταν ανοίγει ετούτο το βιβλίο της Όλγα Πατσούρα-Λένη, με φορεμένο το γυαλί των γνώσεων του στο συνήθειο ενός ακόμη θαρρείς βιβλίου, εκεί ακριβώς συνειδητοποιεί ότι δεν φτάνει εκείνη η πρώτη ανάσα της κατάδυσης στην ανάγνωση για αυτό το βιβλίο , αλλά ο δίσκος του εαυτού του πρέπει και οφείλει να καταθέσει το μανουάλι της ύπαρξης του , να ενδυθεί το νήμα του βιβλίου, να γίνει κοινωνός στο ζυγισμένο κράσπεδο μιας ηλικίας δίχως ηλικία, που περιέχει αυτόματα όμως όλες τις ηλικίες, ώστε να μπορέσει να πλαταγίσει τα νοήματα, να βιώσει τις αισθήσεις και να συντελεστεί έτσι η παρουσία του στην πλοκή του βιβλίου. Γιατί

«άμα σε κοιτάζουν τα ίδια τ΄ αστέρια είσαι κοντά»
(σελ.63)

Επειδή ακριβώς η συγγραφέας Όλγα Πατσούρα –Λένη δεν προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα ή ότι άλλο, αλλά μας καταθέτει μια εξομολόγηση αλήθειας, για αυτό ακριβώς τον λόγο κατορθώνει να ορίσει τη σιωπή τη λεκτική του συγγραφέα που μένει στα μετόπισθεν για να συντομογραφήσει ωστόσο μια καντίνα φωνημάτων εσωτερική στον αναγνώστη με το κασκέτο των φράσεων του βιβλίου όπου στεριώνεται η κατάποση του απόλυτου.

«Το νησί ήταν μικρό και όμορφο. Το χειμώνα οι κάτοικοι μαζεύονταν στα σπίτια και ξεκουράζονταν. Από την καλοκαιρινή ένταση. Μερικές φορές έμοιαζε να λείπουν όλοι. Άδεια τα σοκάκια. Μα τις ηλιόλουστες μέρες, άνοιγαν οι αυλόπορτες, γέμιζε ο κόσμος παιδιά και γυναίκες. Οι άντρες προτιμούσαν τα καφενεία. Ο χρόνος δεν έχει αφήσει άσχημα σημάδια σε αυτή τη γωνία της Ελλάδας που την τύλιγε το Ιόνιο. Όλα φαίνονται φρέσκα. Τα σπίτια ασπρισμένα έλαμπαν στον ήλιο, οι αυλές μύριζαν βασιλικό και νοικοκυροσύνη.»
(σελ.11)

Έτσι ξεκινά το βιβλίο της «ΟΤΑΝ Ο ΆΓΓΕΛΟΣ ΕΊΧΕ ΦΤΕΡΑ» η συγγραφέας του.
Στο βάτο μιας οικείωσης κρεμασμένοι οι χαρακτήρες του βιβλίου, απλώνονται στη μασιά των εκδοχών τους εκεί που πηγαινοφέρνονται όλα τα ενδεχόμενα της πλοκής του.

«τα είχα σκηνοθετήσει όλα τόσο τέλεια»
(σελ. 35)

Και τα είχε σκηνοθετήσει και τα είχε διακοσμήσει και τα πάντα η συγγραφέας όταν είχε στο νου της το βιβλίο. Μόνο που να, το μονοπάτι του μελανιού καθόρισε μια ιδιαίτερη βαρύτητα στο ψιμύθιο της έμπνευσης της Ολγα Πατσούρα-Λένη και δεν μας παρέδωσε μόνο ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, αλλά μια ποτισμένη σάρκα παρουσίας κάθε χαρακτήρα σε αυτούς ακριβώς τους πεπερασμένους χαρακτήρες του βιβλίου της, που τώρα δα ξεντύνονται πληθυντικό στη φασαρία του παρόντος που σας γράφω αυτές τις γραμμές, για να γίνουν ο καθένας από εμάς.
Και ετούτο εδώ είναι μεγάλο βραβείο για τη συγγραφέα. Βλέπεις το χαρτόσημο της κάθε λέξης, έχει ορισμένη αξία αναγνωστική και για να κατορθώσεις να εξαυλώσεις την επάρκεια του και να την εκτείνεις, πρέπει να ξυλεύσεις τον εαυτό σου αφειδώλευτα. Και θέλει  παιδεία, γνώση και ανθρωπιά απλόχερη για να το πετύχεις ετούτο.


Εμείς δεν μένει παρά κατά πως το έγραφε και ο Ρίτσος κάπου, να της σφίξουμε δυνατά το χέρι.

Ένα κείμενο της Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη  που λάβαμε, με τίτλο "Συσκευασμένες  κι  οι  ιδεολογίες  πια…",  δημοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ






Βιογραφικό  σημείωμα

Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη
Η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη  γεννήθηκε  στο  Μόναχο  Γερμανίας  το  1971. Διδάσκει  τη  γαλλική  γλώσσα  επί  24  συναπτά  έτη    με  μεγάλη  αγάπη  προς  τα  παιδιά.  Η  ίδια  έχει  έναν  γιο,  φοιτητής  στο  Δημοκρίτειο  Πανεπιστήμιο. Παρακολούθησε  μαθήματα  στο  Ελληνικό  Ανοιχτό  Πανεπιστήμιο,  στο  Τμήμα  Ανθρωπιστικών  Σπουδών,  τις  οποίες  εγκατέλειψε  συνειδητά.   Το  2015  εκδόθηκε  απ’  τις  εκδόσεις  Αγγελάκης  το  ποιητικό  έπος  «φωνή  βοώντος  εν  τη  ερήμω»,  το  οποίο  συγγράφεται  με   μαθήτριά  της,  Έλενα  Κουκιάσα,  και  αφορά  στο  διαχρονικό  χάσμα  γενεών. Έχουν  δημοσιευτεί  πολλά  κείμενά  της  στο  διαδικτυακό  περιοδικό  fractal.   Το  2017  αναμένεται  η  έκδοση  του  επόμενου  βιβλίου  της,  ποιητική  αφήγηση,  απ’  τις  εκδόσεις  Ωρίωνας.  Γράφει  δοκίμιο  και  ποίηση.  Έχει  ταξιδέψει  σε  πολλά  μέρη  του  πλανήτη.
Τις  δημοσιεύσεις  συνήθως  ακολουθεί:
Η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη  οδυνάται  για  τα  κακώς  κείμενα  στον  πλανήτη.  Νιώθει  να  πάλλεται  σε  χώρο  μαγνητικά  απομονωμένο  και  η  πυξίδα  έχει  χαθεί.


Συσκευασμένες  κι  οι  ιδεολογίες  πια…


Γράφει  η  Ευαγγελία   Τυμπλαλέξη.


Η  λαύρα  ασφυκτική  πύρωνε  το  οδόστρωμα,  το  οποίο  με  τη  σειρά  του  εξοστράκιζε  τη ζέστη  στα  κινούμενα  επί  αυτού   αντικείμενα   ή  υποκείμενα.  
Μάλιστα,  κι  ας  μην  φανεί  καθόλου  περίεργο,  διότι  πως  αλλιώς  θα  μπορούσε  να  χαρακτηριστεί,  αν  όχι  υποκείμενο,  ένας  άνθρωπος  του  Δυτικού  κόσμου,  ο  οποίος  είτε  λειτουργεί  ως  δείκτης  στατιστικών  αποτιμήσεων,  είτε  ως  «πολεμικός  ανταποκριτής»,  αφού  είναι  υποχρεωμένος  και  ερήμην  του  να  καταγράφει  σαν  σπουδαίος  συντελεστής  τα  γεγονότα  της  σύγχρονης  ιστορίας.  Το  οπτικό  του  νεύρο  συνιστά  έναν  εικονολήπτη,  που  κινδυνεύει  ομοίως  με  πολεμικό  φωτογράφο,  σκανάροντας  ο,τιδήποτε  θα  εμποτίσει  τις  σελίδες  που   θα  διδαχθούν  ύστερα  από  χρόνια  στα  κρεματόρια  εκσυγχρονισμένης  φτώχειας. 
Ο  homo  economicus    έχει  επιδείξει  αξιοσημείωτη  προσαρμοστικότητα  κι  επάξια  λαμβάνει  θέση   στη  βάση  της  βιομηχανικής  ιεραρχίας. 
Ακροπατώντας  στα  ασαφή  μα  ασυνειδήτως  ή  ενσυνειδήτως  αποδεκτά  περιγράμματα  της  προσχεδιασμένης  διδασκαλίας,  τα  υποκείμενα  έχουν  φτάσει  στην  κορύφωση  μιας  τραγωδίας,  της  οποίας  το  κουβάρι  ξετυλίγεται  ηδονικά  αργά  εδώ  και  δεκαετίες,  με  την  ανακρίβεια  της  ανταπόκρισης  να  εδράζεται  στην  πολιτική  τους  τοποθέτηση  και  η  οποία  με  τη  σειρά  της  εθεμελιώθη  υποκινούμενη  από  αμέλεια-παρανόηση-αλλοίωση-διαστρεβλώσεις.
Σαν  ένας  τέτοιος   κι  απαρέγκλιτα  νομοταγής  πολίτης,   όφειλε  μια  κυρία  να  προβεί  σε  διεκπεραιώσεις  πληρωμών,  μέσω  τραπέζης  σαφώς,  αφού  οι  αόριστες  επικλήσεις  προς  την  αντικειμενικότητα  δεν  δύνανται  να  αποτρέψουν  τη  δυναμική  των  εκάστοτε  πολιτικών-οικονομικών-κοινωνικών  συμφερόντων  και  παρεκκλίσεων. 
Ως  μόνη  άμυνα  στα  αλλεπάλληλα  ραπίσματα  το  καπέλο  της  και  τα  γυαλιά  ηλίου,  σηματωροί  ελάχιστης  προστασίας  απ’  το   θωπευτικό  δήγμα  του  Ηλιάτορα,  ήσσονος  κι  ελλιπέστατης  απ΄  τις  δαγκάνες  του  ελέγχου  «υπόπτων».
Αναμένοντας  υπομονετικά  στην  ουρά,  πάτησε  το  πλήκτρο  εισόδου  και  επιτέλους  εισήλθε  στον  ειδικά  κατασκευασμένο  θάλαμο.  Οι  θύρες  σφράγισαν  και  μία  δυσφορία  την  ένιωθε  ήδη,  καθότι  κλειστοφοβική  αλλά  και  υπέρμαχη  της  πλήρους  ελευθερίας  κινήσεων.  Οι  διαστάσεις  της  καμπίνας,  σύμφωνα  με  τις   προδιαγραφές  των  μηχανικών  υπευθύνων  λοιπόν,  ενδείκνυνται  στα  0,685  μέτρα  μήκος  επί  0,96  μέτρα  πλάτος.  Χώρος  μεγίστης  τροχοπέδης  στην  αναπνοή,  και  με  τη  σκέψη  και  μόνο  μειδίασε  καθώς  σκέφτηκε  πως  δεν  ταλανίζεται  από  κάποια  «ψυχική  διαταραχή»,  που  είναι  της  μόδας  τελευταίως,  επειδή    μάλλον  κάπως  ανάλογα  θα  σκέφτονταν  κι  εκατομμύρια  άλλοι  συνάνθρωποι. 
Με  την  έπαρση  της  διαπίστωσης  κι  απορροφημένη  απ’  τις  οικονομικές  οφειλές  που  εκκρεμούσαν  εις  βάρος  της,  συγκεκριμένα  134, 70  ευρώ  που  είχε  κοπιάσει  να  μαζέψει  για  να  αποπληρώσει  το  χρέος  της  στο  Κράτος, ξεχάστηκε  να  βγάλει  το  καπέλο  και  τα  γυαλιά.  Η  έγχρωμη  κάμερα  ωστόσο,  που  έχει  τοποθετηθεί   στην  καμπίνα  ασφαλείας   εισόδου,  δεν  αναγνώριζε  το  «υποκείμενο»,  το  οποίο  επεξεργαζόταν,  με  αποτέλεσμα  ο  υπολογιστής  ανάλυσης  δεδομένων    κατά  την  εποπτεία  του  σήματος  εικόνας  να  αποφανθεί  αρνητικά.  Σύμφωνα  με  την  κατασκευάστρια  εταιρεία  GUNNEBO Electronic Security, αντιπρόσωπος της οποίας στην Ελλάδα είναι η εταιρεία Χαρ. Θεοδόσης ΑΕΒΕ,  τα  χαρακτηριστικά  της, της γεωμετρίας του ανθρώπινου προσώπου-της απόστασης των δύο οφθαλμών-της παρουσία μύτης- το  ελάχιστο ή μέγιστο μέγεθος κεφαλής, χαρακτηριστικά που  συγκρίνονται με σύνολα προτύπων χαρακτηριστικών, όπως αυτά έχουν εξαχθεί από σύνολα πρότυπων ψηφιακών εικόνων προσώπων  κι  αναφέρεται ότι χρησιμοποιούνται οι βάσεις δεδομένων προτύπων προσώπων FERET και XM2VTSDΒ,   δεν  ήταν  καθόλου  συμβατά.  Η  ευγονική  επανερχόταν  μετά  από  δεκαετίες.
Ο  βομβητής  ηχούσε  εκκωφαντικά,  οι  υπάλληλοι  του  τραπεζικού  ιδρύματος  της  έκαναν  υποδείξεις  να  αφαιρέσει  το  καπέλο,  κι  ο  λογισμός  της  αποσβολωμένος  ταξίδευε  στο  πεπερασμένο  της  κατοχύρωσης  των  δικαιωμάτων.
«Πρέπει  να  γίνει  ταυτοποίηση  του  προσώπου  σας,  διαφορετικά  οι θύρες  δεν  ανοίγουν!»  ο  υπάλληλος  επαναλάμβανε  τις  οδηγίες  χρήσεως,  όπως  όταν  ήταν  μικρούλης  και  μάθαινε  τον  ρόλο  του  για  το  σχολικό  σκετς  κι  ελαφρώς  αγανακτισμένος  για  το  άτοπον  της  συμπεριφοράς  της  ανενημέρωτης  κυρίας.    
Τα  πειστήρια  του  εγκλήματος, καπέλο  και   γυαλιά,  κατασχέθηκαν  και  η  φέρουσα  υπέστη  σωματικό  έλεγχο,  καθότι  ψηλή  και   με  άρτιες  αναλογίες  πολλοί  έσπευσαν  να   πιστοποιήσουν  βαθουλώματα  κι  εσοχές  της  αντιρρησίας  συνειδήσεως. 
«Έχετε  να  προσθέσετε  κάτι  πριν  υπογράψετε  τη  δήλωση  αμέλειας;»  ρώτησε  ειρωνικά  ο  διευθυντής  και  με  τη  σιγουριά  της  υψηλά  ιστάμενης  θέσης  του,  όσο  να  πεις  ένα  κύρος  του  προσέθετε.
Τα  μπλε  μάτια  της  θλίβονταν  ξεθωριασμένα,  όχι  μόνο  για  τις  συνθήκες  που  επικρατούσαν  στον  καταυλισμό  αλλά  και  για  την  εκούσια   παραμονή  των  σταβλισμένων...


Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στη συλλογή διηγημάτων  της Όλγα Πατσούρα – Λένη
«ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΚΑΡΦΙ»
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)







Δώδεκα διηγήματα έχει αυτό το κομψό βιβλίο της  Όλγα Πατσούρα-Λένη με τον τίτλο «ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΚΑΡΦΙ» από τις Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ.




Ένα βιβλίο που στην αρχή, μοιάζει περιεκτικό και θαρρείς πως σκοπεύεις να το διαβάσεις απνευστί τις ώρες της ρέμβης σου. Απνευστί ναι, θα το διαβάσει κανείς σίγουρα, αλλά ξανά και ξανά και ξανά, κάνοντας τις σημειώσεις του άθελα ή και ηθελημένα στο πίσω μέρος της σκέψης του για όλα εκείνα που ανατέμνει προσθαφαιρώντας όραση η συγγραφέας του. Και δεν είναι ούτε εύκολα ούτε λίγα.

Με τη φλέβα του γραψίματος της η Όλγα Πατσούρα- Λένη, στριφώνει το ίχνος της εποχής μας σε κάθε διήγημα, με το σακάκι μιας συντομίας που δεν στριμώχνει τα νοήματα σε σύντομες παραδοχές, αλλά τα αφήνει να ξεχυθούν ανεξάρτητα από όρθρους προσχημάτων και προθέσεων στη δική τους αλήθεια όπως ετούτη η τελευταία τροχοδρομείται στα κεντίδια μιας απλότητας αρτισμένης στη συνείδηση του πραγματικού.

«Με τη νοσταλγία είναι αλλιώς. Σκέφτεσαι πάντα αυτά που θα μπορούσες να κάνεις, ξέροντας πως είναι όλα εκεί: το χώμα, η θάλασσα, το σπίτι σου, οι φίλοι. Αν δεν υπάρχει κάτι δυνατότερο από αυτά να σε κρατήσει, τότε χάθηκες. Είναι πολλοί άνθρωποι , συνέχισε, που όταν διαλέξουν να αφήσουν αυτά που αγαπούν, για να μην πονάνε, μπαίνουν σε ένα κουκούλι και κάνουν εκεί το σπίτι τους. Είναι μια αυταπάτη αυτό, είσαι μακριά, κανείς δεν σε βλέπει, κι έτσι κάπως το ελαφραίνεις, λες και δεν είμαι πουθενά, δεν είμαι εδώ, μα ούτε κι εκεί…»

(σελ.53-54,  από το διήγημα «ΤΟ ΚΟΥΚΟΥΛΙ»)

Έτσι ορίζει τη οικειότητα η συγγραφέας με τον αναγνώστη της, συνδαυλίζοντας την ύπαρξή του με το θαλάμι του λόγου της που όμως αγκαλιάζει τα πλεξίματα του χρόνου δίχως να σκοντάφτει στην παλάμη της συνήθειας ή του εύκολου ήχου των λέξεων. Κι έτσι και τα νοήματά της παίρνουν ένα σχήμα ευφράδειας και ανασαίνουν νοήματα σημαντικά των καιρών μας.

«Θα αφήσω κι εγώ τις  μνήμες μου, να αδειάσω. Θα τις πάρει ο βρεγμένος αέρας, θα τις σκορπίσει στα κύματα. Και θα περιμένω το χρώμα που θα ξανάρθει.»

(σελ.75, από το διήγημα «ΟΣΑ ΦΙΛΙΑ, ΤΟΣΕΣ ΣΤΑΓΟΝΕΣ»)

Η συρόμενη ακίδα των διαθέσεων, όπως αυτές οριοθετούνται από τους κυρίως χαρακτήρες του κάθε διηγήματος που κουνούν τα νοήματα και τα νήματα των καταστάσεων δίνει υπόσταση στις πράξεις, σελιδοποιεί τις ανθρώπινες φιγούρες εκεί που κατοικεί ο καιρός της αναγνωστικής έντασης του αναγνώστη και μπουκώνει με στοχασμό τη συνείδησή του σε ευχόδεντρα αποτελεσμάτων, επιμένοντας να γρυλίζει το λαιμό μιας νόησης που μπλέκεται στην κουνουπιέρα των ορισμών και των αιτιάσεων των καιρών μας. Ναι,, των καιρών μας, καθώς τα διηγήματα αυτά, λειτουργούν το χειροπιαστό παρόν που οικειώνεται ο καθένας μας και καλείται να μετέχει.

«Είμαι κοντά στο δωμάτιο. Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η νύχτα. Σταματώ, περιστρέφομαι, κοιτώ πίσω. Είναι όμορφο το νησί. Όχι επειδή σε ερωτεύτηκα. Άσπρα σπίτια κυλάνε στην απότομη πλαγιά. Όλα φωτισμένα χάνονται βαθιά στο μαύρο του ηφαιστείου, σε έναν λαμπερό κυματισμό. Χωρίς να ακούγεται ήχος, αθόρυβα σαν την αγάπη μας. Κάνω να γυρίσω και τότε σε βλέπω. Κάθεσαι, με κοιτάς. Μετανιωμένος. Δεν πήγες σε εκείνο το μπαρ. Μόνο περίμενες. Χαμογελώ. Κι ανοίγω τα χέρια. Πάμε, Κωστή, θέλω να χορέψω, μαζί σου»

(σελ. 27, από το διήγημα «ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ»)



Έχουν την ηλικία του αποσιωπητικού αυτά τα διηγήματα. Και πληρώνουν βαθειά μας μια γαλήνη. Προσωπικά εύχομαι στην Όλγα Πατσύρα- Λένη να πλέκει το τροχήλατο χαλινάρι της πένας της πάντα σε αυτήν την αίσθηση των καιρών μας, όπως το κατορθώνει σε τούτο το βιβλίο. Και οι πύλες των γραμμάτων μας, θα είναι διάπλατα ανοιχτές για εκείνη για την είσοδό της στον Ελικώνα των Μουσών.