Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στο ποιητικό βιβλίο του Τάσου Ψάρρη
«ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΝΑΥΑΓΟΥ»
Εκδόσεις ΕΚΑΤΗ


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
Υπεύθυνη Ηλεκτρονικής Ύλης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)










«Την τελευταία φορά που μιλήσαμε
το μονοπάτι μας έφτανε μέχρι το τέλος της γης
η ευωδιά της υπόσχεσης απλωνόταν ως πέρα
από τους αμμόλοφους
και τα κομματιασμένα σύννεφα»

(σελ.7, από το ποίημα «Ο ΑΠΟΗΧΟΣ ΕΝΟΣ ΑΠΡΟΣΜΕΝΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ»)


Έτσι ξεκινάει το ποιητικό αυτό βιβλίο του Τάσου Ψάρρη, με τίτλο «ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΝΑΥΑΓΟΥ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΚΑΤΗ σε μια λιτή και προσιτά προσέξιμη στον αναγνώστη έκδοση, με ωραία σχήμα και γραμματοσειρά που συνομιλεί με τον αναγνώστη μόλις αγγίζει το βιβλίο, πριν καν βυθιστεί στις σκέψεις και τους στίχους του Τάσου Ψάρρη.

«Είπαμε
Αλλά τίποτα δεν θύμιζε εμάς
Και οι λέξεις έπεσαν σαν βαριές σταγόνες
Σ΄έναν δρόμο που δεν
Φωτίστηκε ούτε καν από
Τη λάμψη των ματιών μας.»

(σελ.8, από το ποίημα «ΕΙΠΑΜΕ»)


Ένα ποιητικό βιβλίο που λειτουργεί κυριολεκτικά στη διαπασών των φωνηέντων της ψυχής,  υφαίνοντας το νοηματικό έμπλαστρο όσων έγιναν και εκείνων που δεν θα γίνουν ποτέ στα τεύχη της ύπαρξης που περιέχονται στις σελίδες των στίχων του βιβλίου αυτού και που ο αναγνώστης ταυτίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου. Ταυτίζεται με πρόσημα παρουσίας που του δίνει η αποφασισμένη μοιρασιά της ικανότητας του ποιητή Τάσου Ψάρρη να κλειδώνει το λόγο του με ένα ορισμένο μειδίαμα σταθερότητας καταμεσίς της έμπνευσης που πειθαρχεί στα δικά του κυρίαρχα λεξικά ύπαρξης και λόγου. 

Και όλη αυτή η ταύτιση κρατάει ένα μέλωμα που αντιμολεί   το ομολογημένο τρικύμισμα της ψυχής σε αυτό το άνοιγμα της σύμβασης που ετοιμάζει ο τροχιοδρομημένος περίπατος της ειλικρίνειας των ποιημάτων του Τάσου Ψάρρη.


«ρουφώντας με αγωνία το σεισμό
που θα κάνει τις φλέβες μας να σείονται.
Και ύστερα θα σιγουρευτούμε
ακόμα κι αυτοί που δεν θέλουμε.»

(σελ.10, από το ποίημα «ΠΟΝΟΣ»)


Όπως χαρακτηριστικά μας λέει κι ο ίδιος με τους στίχους του.

Στο βιβλίο αυτό ο Τάσος Ψάρρης μας δίνει μια ποίηση μπουκωμένη εαυτό. Και με τούτο εννοώ μια ποίηση μεστωμένη τα εφήμερα, μια γωνιά ευκρίνειας στο υπόστρωμα των στοχασμών που διευκολύνει να αφουγκραστούμε τους ψιθύρους μας, εκείνες τις ακούσιες υποδοχές των λογισμών μας που νοσταλγούν τη γεύση  της φωνής για να χορδίσουν μια χειρονομία αναμεταξύ των σιωπών μας.

Έμπνευση γάργαρη, που βελάζει αυθεντικό, μαρτυράει το βιβλίο αυτό του Τάσου Ψάρρη, ο οποίος δεν σελώνει καμμιά ωραιότητα ή προσποίηση στο λογαριασμένο μεντεσέ των στίχων του, πέρα από το ότι τους εφοδιάζει με ψυχή και μια ηδύτητα θυμικού που αναιρεί τη βιασύνη κάθε σιγουριάς, ακόμη και εκείνης του προηγούμενου στίχου.


«Μπορεί αυτά που ξέρω στο τέλος να αλλάξουν
και να γυρίσουμε αλώβητοι πίσω
από κει απ’ όπου δεν γυρίσαμε ποτέ»

(σελ.40, από το ποίημα «ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΛΕΠΡΟΥ»)


Δεν καρβουνιάζονται σεντόνια κανενός κηρύγματος με οδηγίες χρήσεως αναμεταξύ αυτών των στίχων του Τάσου Ψάρρη. Υποφέρει μονάχα το υπαρκτό, στο ψαλιδισμένο μάγουλο της πραγματικότητας και αυτό είναι που έρχεται και απλώνεται εντόσθια αναμεταξύ των ποιημάτων του και περιστρέφει ερμάρια μυστικών που στεγνώνουν με ταχύτητες επείγοντος στο πήξιμο κάθε αντοχής. Καμμιά επιχωμάτωση φωνής δεν λαμβάνει χώρα εδώ. Μόνο το δισκόφρενο της ζωής με το λεβιέ του λόγου παραδίδει κάθε εξάτμιση εντύπωσης αναμεταξύ των ιδεών που ο γνήσιος τεχνίτης του λόγου Τάσος Ψάρρης καβουρντίζει στο χαρτί και στιλβώνει σε αυτό το βιβλίο του.


«Δεν σου υπόσχομαι τίποτα
Θα πρέπει πρώτα να μου αποδείξεις ότι είσαι εδώ
Κι ότι δεν έχεις
Μπει απρόσμενα στο μυαλό μου.

{…..}/

Δεν είμαι εδώ για να εκμηδενίζω τις αστραπές»

(σελ.26, από το ποίημα «ΒΓΕΣ»)


Γράφει.

Του ευχόμαστε να διακοσμεί με τα χειροκροτήματα των στίχων του το τεφλόν των αισθήσεων μας και να φισκάρει πάντα την πατίνα των αινιγμάτων εντός μας με τον ξωφτερνο πυρό των ποιημάτων του. 

Αν συνεχίσει να γράφει ποίηση, το μέλλον θα δικαιώσει οπωσδήποτε το νεύρο των βημάτων του και οι λογοτεχνικές εποχές μας θα καμαρώσουν την ανάσα ετούτου του νέου ποιητικού σπόρου ως δέντρο αειθαλές αναμεταξύ τους.

Άλλωστε όπως λεει κι ο ίδιος

«η ψυχή μας απαιτεί αιώνια
Το δικό της πλανήτη»

(σελ. 22, από το ποίημα «ΤΕΛΕΤΗ»)




Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017


Ευχαριστούμε τη λογοτέχνη Μίκα Μαυρογιαννη για την αναφορά της και τα καλά της λόγια στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ στην παρουσίαση του βιβλίου της



Ευχαριστούμε τη λογοτέχνη Μίκα Μαυρογιαννη για την αναφορά της και τα καλά της λόγια στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ στην παρουσίαση του βιβλίου της.Η Υπεύθυνη Ηλεκτρονικής Υλης του περιοδικου Βάλη Τσιρώνη, λέει για τη Μίκα Μαυρογιαννη: 
" Σφίγγω το χέρι στη Μίκα Μαυρογιάννη, για την τιμή που μου έκανε να μου ζητήσει να γράψω τον επίλογο στο προσφατο βιβλίο της που κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες από τις εκδ. ΟΣΤΡΙΑ, "Ερωτας και Θανατος". Μου το ζήτησε με τόση προσήνεια και απλότητα, όπως και στο προηγούμενο βιβλίο της που είχα την τιμή να γράψω τον πρόλογο, πρόσηνεια και απλότητα που δεικνύει σαφέστατα την μεγαλοσύνη την ψυχική της. Κι αυτό είναι από τα σημαντικά προτερήματα ενός λογοτέχνη που περνάει και φαίνεται και στο έργο που μας καταθέτει. Την ευχαριστώ ολόθερμα και για την αναφορά της σε εμένα και στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ και τα τόσο όμορφα λόγια που ακούστηκαν και το κειμενο μου που δαβάστηκε στην αρχή της τόσο όμορφης παρουσίασης του βιβλίου της που έγινε στο Βόλο και που λόγοι εργασίας και απόστασης χιλιομετρικής (Αθηνα-Βόλος) δεν μου επέτρεψαν τη φυσική μου παρουσία εκείνη τη νύχτα στη χαρά του εορτασμού του νέου της βιβλίου. Λέω φυσική, διότι πνευματικά και ψυχικά βρισκόμαστε πάντοτε δίπλα στους ανθρώπους που εκτιμάμε. Να είσαι πάντα καλά Μίκα, να έχεις εκλεκτές εμπνεύσεις και να διατηρήσεις το χαμόγελο της ψυχής σου που είναι ρέον και γάργαρο και σε κάθε διάλογο προσωπικό που έχω την τιμή να έχω μαζί σου. Είμαι σίγουρη πως το βιβλίο σου, θα σαρώσει."

και από τον επίλογο:"η Μίκα Μαυρόγιαννη με βαθμιδωτά διάρκειας κατόρθωσε να ανέβει με την πένα της τα δυσθεώρητα ύψη της γραφής και να συμπαρασύρει και τον αναγνώστη της και από εκεί να δει και τις απέναντι κορυφές της οροσειράς της ελληνικής λογοτεχνίας που την περιμένουν να τις κατακτήσει θριαμβικά, υπαγορεύοντας μέσα από τα βιβλία της το χορικό εμψύχωμα του ακατανόητου. Χειροκρότημα."
(Βάλη Τσιρώνη, απόσπασμα από το κείμενο μου του επίλογου που έγραψα και βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου της Μίκα Μαυρογιαννη)


Βάλη Τσιρώνη
Υπεύθυνη Ηλεκτρονικής Ύλης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης λογοτεχνικού Περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στην ποιητική συλλογή του Γιώργου Δ. Μπίμη
«Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής»
Λειβαδιά 2015


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
Υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)







Η ποίηση κουβαλάει πάντα μέσα της κεράσματα όλων των ειδών. Κεράσματα λησμονιάς, μνήμης, σκέψης, ελπίδας… Κεράσματα δηλαδή ιδεών και συναισθημάτων που ξεβιδώνουν πολύπλευρα τις κατανοήσεις.

Έτσι, κάθε ποιητικό βιβλίο είναι ένα έναυσμα για πράξη εσωτερική. Κρατώντας και διαβάζοντας το ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Δ. Μπίμη, «Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής» παραδίδεσαι σίγουρα σε ένα γυροσκόπιο διαφοράς ποιητικής, με στίχο λυρικό και κάποτε έμμετρο ιδιόμελο που ψηλαφεί όλα τα όρια των στιγμών της αναγνωστικής διαδικασίας


«Στο κύμα κέντησες μια κόρη με μεταξωτή κλωστή
μια γοργόνα σε μια πλώρη
κι ο Χριστός στην κουπαστή…

Σάββατο στην προκυμαία κι όλοι οι δρόμοι είναι κλειστοί
κι ανεμίζει μια σημαία
στο κατάρτι του ληστή…

Κυριακή στα καφενεία, πρόσωπα γυμνά στο φως…
Στη σιωπή και στην ανία
θα χαθεί κι ο αδερφός….

Κι εγώ σου κρατώ το χέρι για να σ’ έχω συντροφιά
να ξυπνήσεις ένα αστέρι
να΄ναι ο κόσμος ζωγραφιά…

Κι έκοψα κι ένα λουλούδι να μερώσω τον καιρό
Να σου στείλει τα’ αγγελούδι
Του Χριστού, το τυχερό…»
…………………….

Δάκρυσε το καλοκαίρι, περιστέρι στη βροχή…
Σκόρπισε της γης τ΄ασκέρι
και πληθαίνουν οι φτωχοί…»

(σελ.43, «Κυριακή»)


Ο Γιώργος Δ. Μπίμης, επιλέγει με γλαφυρότητα τα συνδεδεμένα τροχίσματα των πλησιασμάτων στις εμφάσεις που μας δίνει. Υπολογίζει με ακρίβεια και αυτάρκεια, δίχως αντιδάνεια επηρεασμών την αντοχή στα κόκαλα των λέξεων του και με προσιτό λόγο καμωμένο από ευκρίνεια και πλαστικότητα ακουμπάει τις έγνοιες, τα παθήματα, τις περιφερόμενες άπνοιες των εποχών και των γεγονότων σε μια ευθύτητα στιχουργική κουρδισμένη στην ορχήστρα της έμπνευσής του που παιδεύει το καλέμι του λόγου του.

«Ένα φορτίο αβάσταχτης ζωής κυλά ανέμελα στον αθέριστο
Κάμπο αναζητώντας την αιώνια θάλασσα…
Μια τελική συνάντηση…. Αλς και άκμων
Ο γιος που γέννησαν οι θεοί λίγο πριν ξημερώσει ο κόσμος….»

(σελ. 104, από το ποίημα «Αλιάκμονας»)

Το βιβλίο αυτό του Γιώργου Δ. Μπίμη, είναι πένα βιβλίο χορταστικό, αφού εκτείνεται σε περίπου 118-120 σελίδες, γεγονός όχι τόσο σύνηθες για ποιητικές συλλογές, αλλά που δεικνύει μια παραγωγή ποιητική, εύκρατη που δεν διστάζει να μας την επιδώσει ο ποιητής της. 

Εδώ, δεν θα συναντήσει κανείς ρητορείες, αγορεύσεις μονάδας, ωραιοφάνειες αιτιότητας, τρεχάλες εμφάσεις. Εδώ, θα συναναπαντήσει απαρέμφατα σινιάλα τιμιότητας να σημειώνουν τη σεπτή κάσα των λογισμών του, επιδομένα γρυλίσματα ευκταίου να ανασαίνουν την ύπαρξη την εσωτερική του αναγνώστη και μια ικμάδα συλλογισμών στο υπόστεγο της φωνής του δημιουργού Γιώργου Δ. Μπίμη.

Ο ποιητής απαθανατίζει με το χνάρι της πένας του μια απιονισμένη φωνή που δεν ρητορεύει όνειρα, αλλά στερεώνει το κλαδί της αιτίας στις εντυπώσεις του εξωτερικού κόσμου ανακατεύοντας τη λοιδορία των εμμονών… Έτσι, μπορεί και κατορθώνει να επιμείνει στην ενάργεια. Και κάποτε, να αναποδογυρίσει τη στρόφιγγα των συλλογισμών του αναγνώστη του με περισσευούμενα ναύλα υπόστασης που περνάει στα μηνίγια των εκδοχών όλων των πραγμάτων.

«Οξειδωμένες συνειδήσεις διαβαίνουν με βία του κόσμου
τα χάρτινα σκαλιά
γυρεύοντας να λεηλατήσουν του ήλιου την αλήθεια…»

(σελ.55, από το ποίημα «Υπεροψία»)

Είναι αναμφίβολα μια ποίηση γνήσια, ασάλευτη στην πένα του δημιουργού της, δίχως μετασχηματισμούς. Μια ποίηση με μουσικότητα μέσα της έμφυτη στις στροφές, μια ποίηση ιδιότυπη και καλλικέλαδη.

Ο Γιώργος Δ. Μπίμης, είναι η γραφή του. Μια γραφή ίσια, που κλείνοντας το ποιητικό του βιβλίο αυτό, που είναι και η πρώτη του ποιητική συλλογή, αφήνει μια υπόσχεση για παραπέρα στον αναγνώστη του, που δεν θα είναι πια μόνος. Γιατί όπως γράφει και ο ίδιος

«Θα  ΄ρθω για να σε πάρω
 ν΄ ανοίξουμε πανιά….»

(σελ.78, από το ποίημα «Της κόλασης οι Δούλοι»)




Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Σειρά:                                       Ρωσική Διανόηση (4)
Τίτλος:                                     «Άσματα του Οκτώβρη »
Συγγραφείς:                              Μ. Γκόρκι, Β. Μαγιακόφσκι
Μετάφραση από τα ρωσικά:     Ελένη Κατσιώλη
Έτος 1ης Έκδοσης:                   2017
Διαστάσεις:                               14 x 21
Αριθμός Σελίδων:                    64 (εξήντα τέσσερις).
Κατηγορία:                                Ποίηση
ISBN: 978-960-408-225-4





Η Ρωσία του19ου αιώνα είναι ένα καζάνι που βράζει. Αναφύονται κάθε είδους λαϊκές και αστικές επαναστατικές οργανώσεις: Ναρόντνικοι, Πετρασεφσκικοί, Δεκεμβριστές κι αργότερα Εσέροι δεξιοί και αριστεροί, Mηδενιστές ή Nιχιλιστές, Aναρχικοί, Kομμουνιστές. Πολλές από αυτές τις οργανώσεις ασκούν τρομοκρατία, ενώ άλλες είναι θεωρητικές.
Ο Γκόρκι μέσα σε αυτό το πνεύμα, μας προσφέρει δύο άσματα, όπως τα ονομάζει, που οραματίζονται την επανάσταση, το ένα μάλιστα από αυτά, το Άσμα για το πουλί της καταιγίδας θα γίνει το σήμα κατατεθέν του και θα διδάσκεται συστηματικά στα σχολεία.

Τα τέσσερα ποιήματα του Μαγιακόφσκι που ακολουθούν σε αυτή τη συλλογή αναφέρονται, πλήρη στράτευσης, στην Επανάσταση, στο πριν, στο τώρα και στο μετά και στα δέκα χρόνια από την είσοδο του Λένιν στο Πίτερμπουργκ με παραφθορά του «Ο Θεός μαζί μας», σε «Ο Λένιν μαζί μας».

Εκδόσεις «ΕΚΑΤΗ», Χ. Κ. ΝΙΚΟΛΑΚΗΣ
Εθν. Αντιστάσεως 94, 14671,  Ν. Ερυθραία
Τηλ.: 210-8837343, 210-8665456
http://ekati.gr/


Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017


Τρία ποιήματα της Φωτεινή Μανδρατζή-Ψιρολιόλιου, που λάβαμε, με τίτλους "Στο ρελαντί το γκρι",  "Καταφύγιο" και "Το άρμα του ήλιου" δηοσιευμένα στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ




Φωτεινή Μανδρατζή-Ψιρολιόλιου
Φωτεινή Μανδρατζή- Ψιρολιόλιου
(Γεν 1961, Προσοτσάνη Δράμας.) Παιδαγωγός Ε.Α. στην Α/θμια Εκπ/ση . Μητέρα  δύο κοριτσιών. Δόκιμη ποιήτρια, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.

f/b Fotini Psi









Στο ρελαντί το γκρι

Στους άφαντους θολούς ορίζοντες, εκεί που όλα ενώνονται αδιάφορα, 
τρέχεις με ταχύτητα αφού έβαλες στο ρελαντί το γκρι
Έκρυψες την αχτίδα σε όνειρα υπόγειων,
φόρεσες κόσμιο κοστούμι δίχως μία αμυχή 
υποδήματα αλάσπωτα κηλίδων
και ήσουν πλέον έτοιμος για τη γυάλινη ματιά,
αυτή που σου χαρίζει, απόσταση ασφάλειας
και ούτε χαμόγελο, ούτε δάκρυ στάζει πια η καρδιά
για ό, τι σκεπάστηκε απ’ το λείο σελοφάν,
μνημών, φιδιών δερμάτων και θεμάτων βοσκούντων σε θολό ενυδρείο.
Πέρασαν νέοι για το άγνωστο βουβοί και οι μεσήλικες με τα μυαλά στα γκράφιτι των τοίχων .
Οι γέροι μπήκαν σε σάβανα βαθιά, για να προβάρουν τον αποχαιρετισμό σε στίχο.
Κι ακόμη αναρωτιέσαι το γιατί και δεν βουτάς στα έγκατα του νου σου
πού οι φόβοι σου, έχουν κτίσει φυλακή άθυρη,  με μονωτικό κραυγών και ήχων.
Ο στόκος έχει καταλάβει το κρανίο προ πολλού, χίλιες συνάψεις και δυο χιλιάδες ρόζοι,
πασχίζουν να προβάλλει νέα η σκέψη εαρινή,  αυτού του έλλογου εαυτού , που ίσως σώζει.
Έχεις διλήμματα και οι γκρεμοί διπλοί,
είσαι αρχόντων γόνος ή μην κατάγεσαι από ευφυές σόι
Έχεις τη γύμνια σου να δείξεις δηλαδή ή θ’ ανατρέψεις του παραμυθιού το στόρι.
Σκέψου η γνώση πόσες φορές μονάχα από ωκεανούς πνιγμών, διασώζει ναυαγούς
και οι γκρεμοί πώς χαρίζουν τελικά , πολύχρωμο αλεξίπτωτο ζωής.

9/2/17 Φωτεινή Μανδρατζή-Ψιρολιόλιου

******************
Καταφύγιο

Εκεί που ορίζεις ραντεβού με τον εαυτό σου χωρίς ενδιάμεσους και αντανακλάσεις οδυνηρές, καταφύγιο το λες. 
να ναι λευκό σαν το χιόνι, ανώνυμο σαν το έμβρυο που έσπρωξε να μπει στη ζωή, γυμνό από πολυσχιδή γνώση. 
Οι φυγές θέλει να ναι αέναες στο κυνήγι του εαυτού, όταν δεν είσαι έτοιμος να τινάξεις την αιθάλη
Τα άβατα δεν είναι η ασφαλέστερη λύση.
πάντα χαρούμενοι καταπατητές,
 καραδοκούν να χαρούν με τον τρόμο της ξεχασμένης του κήπου πόρτας.

19-2-17 Φωτεινή Μανδρατζή-Ψιρολιόλιου

 ************

Το άρμα του ήλιου

Κάτι μου λέει πως το κόκκινο φωνάζει
αυτόν που κρύβεται, στο δάσος των κορμών.
Ή θα ναι λύκος που με την αθωότητα τα βάζει 
ή μη φοβάται πανηγύρια των θεών;
Φλόγα, αιματώματα ή και τρελό παιχνίδι πάθους
γι άλλους το απόκοσμο ζωής, σε παραζάλη.
γι άλλους θυσία και γρατσουνισμένα χρόνια
Μα και για κάποιους θερμή ανάσα άσβηστης φλόγας , με χέρι στη σκανδάλη
που εξοστρακίζουν πεθαμένες ήδη σκέψεις, εκφυλισμού αισθήσεις που οδεύουν σε ανώφελη σωρεία
ασθμαίνοντες κάποιοι , σε σκοινί μπουγάδας ισορροπώντας,
έχοντας μία τουλάχιστον αμαρτωλή ευκαιρία
Κι άλλοι δήθεν μες τα πούπουλα στρωμένοι
αναμασούν τη μιζέρια του βλοσυρού της ιστορίας
που τα χει όλα και τίποτα δεν έχει
μα ψάχνει φταίχτη που δεν έχει τίποτα ανατρέψει
γράφοντας ανιαρή κοσμοθεωρία.
Όλα συγκλίνουν στην κατάκτηση του κόσμου
Όλοι καυχώνται για ταξίδι στου ήλιου τις μεριές
Μα αυτός σε ουρανούς αγεωγράφητους γυρίζει
και η ματιά του αποστομώνει άμα δε θες ,
στο άρμα του αληθινά ν ανέβεις
για ένα ταξίδι στης αλήθειας τις φωτιές.      
17/2/17 Φωτεινή Μανδρατζή-Ψιρολιόλιου

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ 2017 του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 

(Οι συμμετοχές είναι ανοιχτές για περιορισμένο διάστημα ακόμη για όποιον θελήσει να πάρει μέρος)


ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ 2017! Με τιμή και εκτίμηση προς όλους τους δημιουργούς και τους αναγνώστες μας, ετοιμάζουμε το νέο Ανθολόγιο δημιουργών για το 2017 που θα κυκλοφορήσει από το περιοδικό μας με την επιμέλεια και την ιδιαίτερη ματιά του ιδιοκτήτη-διευθυντή-εκδότη του περιοδικού, του λογοτέχνη Κώστα Βαλέτα. Οι συμμετοχές είναι ανοιχτές για όποιον θελήσει να πάρει μέρος. Για τη συμμετοχή στη νέα Ανθολογία του 2017, μπορείτε να μας στείλετε:
1) Ένα σύντομο βιογραφικό σας σημείωμα μέχρι 4 αράδες
2) 4 σελίδες με κείμενά σας ανέκδοτα ή όχι
3) Φωτογραφία ταυτότητας
Η συμμετοχή στην ανθολογία είναι 50 ευρώ αλλά τα χρηματα αφορούν στα 2 αντίτυπα της Ανθολογίας που θα σταλούν σε κάθε συμμετέχοντα δίχως επιπλέον καμμιά άλλη επιβάρυνση των δημιουργών.
Για συμμετοχές μπορείτε να απευθύνεστε στο γραφείο του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, στον ιδιοκτήτη και εκδότη-διευθυντή του περιοδικού λογοτέχνη Κώστα Βαλέτα, στο τηλέφωνο 210-3800142, καθημερινές και ώρες γραφείου ή σε περίπτωση απουσίας να αφήσετε μήνυμα με τα στοιχεία επικοινωνίας σας στον τηλεφωνητή και θα επικοινωνήσουμε εμείς μαζί σας.
Με τιμή και εκτίμηση προς όλους τους δημιουργούς και τους αναγνώστες μας που μας τιμούν με την προτίμηση τους και το αναγνωστικό τους ενδιαφέρον

Εκ του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Κώστας Βαλέτας
εκδότης-διευθυντής περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
λογοτέχνης-νομικός
Πρόεδρος Pen Ελλάδας
Πρόεδρος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας 
Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συγγραφέων
τ. διευθυντής ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ. 
τ. Αντιπρόεδρος Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
Βάλη Τσιρώνη
συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
ιατρός-νομικός-λογοτέχνης 
μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας
μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
διευθύντρια του διεθνούς λογοτεχνικού περιοδικού NOVELTY WAVE (που εκδιδόταν από την ΟΥΝΕΣΚΟ στο Παρίσι) εως το 2012.
τ. από το 1993 μέλος της Ένωσης Δημοσιογράφων και Συγγραφέων Τουρισμού Ελλάδος (μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Συγγραφέων και Δημοσιογράφων Τουρισμού)

Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017


Μια  μελέτη για το έργο του Ηλία Βενέζη, της Κλεοπάτρα Ζαχαροπούλου με τίτλο "Ιχνηλατώντας την εργογραφία του Ηλία Βενέζη" που λάβαμε, δημοσιευμένη στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Κλεοπάτρα Ζαχαροπούλου


Η Κλεοπάτρα Ζαχαροπούλου είναι πτυχιούχος Φιλολογίας και πρωτεύσασα του Πανεπιστημίου Πατρών, κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος με τίτλο «Σύγχρονες προσεγγίσεις στη γλώσσα και στα κείμενα» και Πιστοποιητικού Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα  «Μαθησιακές δυσκολίες – δυσλεξία». Η πτυχιακής της εργασία «Ζητήματα ποιητικής και ιδεολογίας στο έργο του Ηλία Βενέζη και της Αιολικής Σχολής» βρίσκεται στο ΕΛΙΑ και η διπλωματική της διατριβή «Μακεδονικές Ημέρες: η διαμόρφωση του νεωτερικού λόγου στην πρωτεύουσα του βορρά και οι μεσοπολεμικές πνευματικές αναζητήσεις» στο http://nemertes.lis.upatras.gr. Το 2010 ταξινόμησε μαζί με την Άννα Κατσιγιάννη το αρχείο της Νένης Ευθυμιάδη. Έκτοτε εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην ιδιωτική εκπαίδευση, ενώ παράλληλα αρθρογραφεί σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, εφημερίδες και εκπαιδευτικά portal.





ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ

 Ιχνηλατώντας την εργογραφία του Ηλία Βενέζη


Εγώ που είχα τραβήξει πολλά στην  πρώτη νιότη μου, είχα συνηθίσει στην ιδέα ότι οι δυσκολίες είναι ο κανόνας της ζωής και η ευτυχία η εξαίρεση…
Ευχαριστώ το Θεό που η ζωή μου ήταν αυτή που ήταν…
Είμαι ευγνώμων στη Μοίρα μου που μου προορίστηκε ως Έλληνος συγγραφέως…


   Ο Ηλίας Βενέζης ανήκει στην ονομαζόμενη γενιά του ’30 και πιο συγκεκριμένα στην «Αιολική Σχολή», μαζί με τους Στρατή Δούκα και Στρατή Μυριβήλη. Και οι τρεις είχαν προσωπικές εμπειρίες από τον βίαιο ξεριζωμό του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας, το 1922. Είδαν τη μυθιστοριογραφία ως τρόπο για να επικοινωνήσουν και να κρατήσουν ζωντανά στη μνήμη τα ιστορικά γεγονότα, προκειμένου αυτά να κληροδοτηθούν στις επόμενες γενιές. Το προσωνύμιο «Αιολική σχολή» οφείλεται στην κοινή καταγωγή τους από την ίδια περιοχή του βορειανατολικού Αιγαίου. Και οι τρεις εμπνέονται από πραγματικά γεγονότα και κινούνται στο χώρο του ρεαλισμού. Τους ενώνει ο βαθύς σεβασμός προς τις παραδόσεις της ελληνικής αγροτικής ζωής και η επίθεση προς το νεοφερμένο,  δυτικότροπο αστικό πολιτισμό, στον οποίο υποχρεώθηκαν  να ζήσουν μετά το 1930. Επιθυμία τους ήταν να δώσουν λόγο στον ανώνυμο λαό και ν’ αφήσουν τα γεγονότα να μιλήσουν από μόνα τους, χωρίς να δοθεί έμφαση στη μυθιστορηματική τεχνική.
    Ο Βενέζης ασχολήθηκε με όλα τα είδη του πεζού αφηγηματικού λόγου. Το 1924 δημοσιεύει σε μια πρώτη μορφή μέρος του χρονικού της αιχμαλωσίας του στα εργατικά τάγματα της Ανατολής, Το Νούμερο 31328, στην εφημερίδα Καμπάνα, που εκδίδει στη Μυτιλήνη ο Στρ. Μυριβήλης. Έναν χρόνο αργότερα, έγινε συνεργάτης στην έκδοση της τοπικής εφημερίδας Ταχυδρόμος των Μυριβήλη και Θείελπη Λευκία. Στην εφημερίδα αυτή ο Βενέζης διατηρεί μια τακτική στήλη, που τιτλοφορείται «Νυχτολούλουδα» και υπογράφει ως «Ο Ξενύχτης». Παράλληλα, συνεργάστηκε με όλα τα Λεσβιακά φιλολογικά περιοδικά, όπως τα Λεσβιακά Φύλλα και Το Πρώτο των Φιλότεχνων. Το 1927 έχουμε την επίσημη είσοδό του στο χώρο της λογοτεχνίας, όταν το νεοϊδρυθέν τότε περιοδικό Νέα Εστία προκήρυξε διαγωνισμό διηγήματος μεταξύ των νέων. Ο Βενέζης απέσπασε το τρίτο βραβείο και χιλιόδραχμο έπαθλο για το διήγημα Ο θάνατος. Κριτική επιτροπή αποτελούσαν οι Κ. Παλαμάς, Γρ. Ξενόπουλος, Δ. Γ. Καμπούρογλου και ο Α. Θρύλος. Το διήγημα αυτό θα συμπεριληφθεί μετά από 13 χρόνια στη συλλογή διηγημάτων οι Άνεμοι. Το 1928 εκδίδεται η πρώτη συλλογή διηγημάτων του, Ο Μανώλης Λέκκας κι άλλα διηγήματα, στην Αθήνα. Η έκδοση απορροφήθηκε σχεδόν ολόκληρη στη Λέσβο, αλλά το βιβλίο έγινε γνωστό και εκτιμήθηκε θετικά από την αθηναϊκή κριτική: μεταξύ των άλλων έγραψαν γι’ αυτό και ο Κλ. Παράσχος στην Ακρόπολη, ο Φ. Πολίτης στο Ελεύθερον Βήμα και ο Φ. Κόντογλου στα Ελληνικά Γράμματα. Το 1931 εκδίδεται σε μορφή βιβλίου Το Νούμερο στη Μυτιλήνη καθιερώνοντας πια τον Βενέζη ως πεζογράφο. Το Δεκέμβριο του 1939 κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Γαλήνη από τον εκδοτικό οίκο «Πυρσός», ενώ το 1940 τιμάται με Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και με Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών. Την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων Αιγαίο, η οποία περιλαμβάνει και το διήγημα «Το Λιός» από την προηγούμενη συλλογή (Ο Μανώλης Λέκκας κι άλλα διηγήματα). Το 1942 δημοσιεύεται σε συνέχειες στη Νέα Εστία το πρώτο μέρος της Αιολικής Γης και το 1943 κυκλοφορεί ολοκληρωμένη από τις εκδόσεις «Άλφα», με την καλλιτεχνική εκδοτική επιμέλεια του Γ. Σκαζίκη, σε 3.500 κοινά αντίτυπα και 400 πολυτελείας. Η έκδοση αυτή εξαντλήθηκε μέσα σε δύο βδομάδες. Σε διάστημα τριών μηνών κυκλοφορεί η δεύτερη έκδοση της Αιολικής Γης σε 5.000 αντίτυπα, με πρόλογο του Α. Σικελιανού. Την ίδια χρονιά δημοσιεύεται η συλλογή διηγημάτων Άνεμοι που, εκτός από το «Θάνατο», περιελάμβανε και δύο διηγήματα από τη συλλογή Ο Μανώλης Λέκκας κι άλλα διηγήματα. Το 1946 βγαίνει  σε βιβλίο το Μπλοκ C, καθώς κι ένας τόμος διηγημάτων με τίτλο Ώρα πολέμου. Τότε μεταφράζεται στα γαλλικά Το Νούμερο (La Grande Pitié) από τις Éditions du Pavois, κι η Αιολική Γη (Terre Eolienne) από τον εκδοτικό οίκο Gallimard. Τη χρονιά αυτή αρχίζει η συνεργασία του Βενέζη ως τακτικού φιλολογικού συνεργάτη με την εφημερίδα Το Βήμα. Η συνεργασία αυτή θα συνεχιστεί χωρίς διακοπές έως το θάνατό του. Το 1947 κυκλοφορεί Το Νούμερο σε ιταλική μετάφραση στη Ρώμη (La Grande Pieta) και σε πορτογαλέζικη στη Λισαβώνα (A Grande Jornada). Ένα χρόνο μετά, η σουηδική μετάφραση της Αιολικής Γης (Eolisk Jord), καθώς κι ένας τόμος με διηγήματα με τον τίτλο Θεώνιχος και Μνησαρέτη σε γερμανική μετάφραση (Theonichos und Mnesarete). Το 1949 βγαίνει η γερμανική μετάφραση της Αιολικής Γης (Aeolische Erde). Το 1950 δημοσιεύεται το Φθινόπωρο στην Ιταλία (οδοιπορικό), η Έξοδος (Χρονικό της Κατοχής), όπως επίσης και η αγγλική μετάφραση της Αιολικής Γης (Aeolia) στο Λονδίνο, από τις εκδόσεις Campion, με πρόλογο του L. Durrell. Ας σημειωθεί πως ήταν το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα που εκδιδόταν στα αγγλικά. Το 1951 το ίδιο βιβλίο μεταφράζεται στα ιταλικά (Terra dEolia), ενώ το 1952 κυκλοφορεί Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, το πρώτο από τα τρία ιστορικά έργα του Βενέζη, έκδοση του Αρχείου του Αρχιεπισκόπου. Ακολουθεί η τρίτη έκδοση της Αιολικής Γης από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της «Εστίας». Έως το θάνατο του συγγραφέα, το 1973, το βιβλίο θα τύχει εννέα εκδόσεων των 42.000 αντιτύπων. Το 1954 κυκλοφορούν Οι νικημένοι, συλλογή διηγημάτων, και το ταξιδιωτικό χρονικό Αμερικανική Γη (Χρονικό ενός ταξιδιού απ’ τις ακτές του Ατλαντικού ως τον Ειρηνικό και τον κόλπο του Μεξικού). Το 1955 δημοσιεύτηκε το Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος (η ιστορία της εικοσιπενταετίας της), και ακόμα, δύο μεταφράσεις της Αιολικής Γης: γιουγκοσλαβική (Eolska Zemlja) και ολλανδική (Eolische Aarde). Έπεται ο Ωκεανός και δύο μεταφράσεις της Εξόδου στη Γιουγκοσλαβία: μια σλοβενική (Beg) και μια σερβική (Bekctbo). Το 1957 κυκλοφορεί και στις Η. Π. Α. μετάφραση της Αιολικής Γης (Beyond the Aegean).  Εκτός από τη δεύτερη έκδοση της γερμανικής της μετάφρασης, το 1958, βγαίνει μεταφρασμένος στην ίδια γλώσσα ένας τόμος διηγημάτων με τίτλο Die Boten der Versöhnung. Μαζί με τον Μυριβήλη, τον Τερζάκη και τον Καραγάτση συμμετέχει και ο Βενέζης στη συγγραφή του Μυθιστορήματος των Τεσσάρων, που δημοσιεύεται στην εφημερίδα Ακρόπολις σε συνέχειες. Τότε αρχίζει και η συνεργασία με την κυριακάτικη εφημερίδα Ακρόπολη. Ακολουθούν η νορβηγική έκδοση της Αιολικής Γης (Bac Egeerhavet), το 1959, η φιλανδική έκδοση (Aeolian Maa), το 1960, οι Αργοναύτες (Χρονικά των Ελλήνων και ταξίδια), το 1962, η γερμανική μετάφραση της Γαλήνης (Friede in Attischer), το 1963. Δυο χρόνια μετά, κυκλοφορεί το Εμμανουήλ Τσουδερός, το τρίτο ιστορικό βιβλίο, βασισμένο στο αρχείο του Πρωθυπουργού της Μάχης της Κρήτης. Το 1966 δημοσιεύεται στην Πράγα η τσεχοσλοβάκικη μετάφραση της Αιολικής Γης (Aioliska Zeme), ενώ το 1969 το Αρχιπέλαγος (Διηγήματα και διηγήσεις ταξιδιών), η γερμανική μετάφραση του Νούμερου 31328, καθώς και η νέα έκδοση της γερμανικής μετάφρασης της Αιολικής Γης. Έπειτα από έναν χρόνο, κυκλοφορεί και η ρουμανική μετάφραση (Pantimul Eoliei).  Το 1971 εκδίδεται η γαλλική μετάφραση της Γαλήνης στην Ελβετία από τον οίκο Editions Nagel. Τα δύο τελευταία μαρτυρικά χρόνια της ζωής του, ο Βενέζης ετοιμάζει τέσσερα βιβλία από τα οποία, ωστόσο, θα προλάβει να δημοσιεύσει τα τρία. Τα έργα αυτά απαρτίζονται από κείμενα που είχε ήδη δημοσιεύσει σε εφημερίδες και περιοδικά: Περιηγήσεις (Στη Ρωσία, τη Δαλματία, την Ελβετία, την Αγγλία), Εφταλού (Ιστορίες του Αιγαίου) -συλλογή ποικίλης ύλης με μερικά έξοχα αφηγήματα- και το Στις ελληνικές θάλασσες (Μυθιστορία του Αιγαίου και του Ιονίου). Με το θάνατό του κυκλοφορεί το τέταρτο, το Μικρασία, Χαίρε (Διήγησις συμβάντων), που βρέθηκε έτοιμο ανάμεσα στα χαρτιά του με τη σημείωση: «Για το τυπογραφείο».  
    Εκτός από το γόνιμο συγγραφικό έργο του, ο Βενέζης έμεινε σε όλη του τη ζωή πιστός κι ευσυνείδητος δημοσιογράφος. Έγραψε άρθρα και επιφυλλίδες που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, τα οποία διαβάζονται με ευχαρίστηση, και νεανικά ποιήματα χωρίς επιτυχία.
    Αρκετά διηγήματα και άρθρα του είδαν το φως της δημοσιότητας (1917-1923) στα περιοδικά Λόγος της Κωνσταντινούπολης και Νέα Ζωή της Σμύρνης, με την υπογραφή Λέλος Βενέζης. Τότε, ο συγγραφέας ζούσε κοντά στον Φ. Κόντογλου, στο Αϊβαλί, και το κεφάλι του, σύμφωνα με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, ήταν γεμάτο κουρσάρικες ιστορίες, ολότελα ξένες προς την αληθινή του ιδιοσυγκρασία, απλά σημάδια της γοητείας που ασκούσε πάνω του η ζεστή ψυχή και το ανήσυχο μυαλό εκείνου. Στη Μυτιλήνη, συνάντησε τον Μυριβήλη και τον λογοτεχνικό κύκλο της Λεσβιακής Άνοιξης. Επιπλέον, όπως προανέφερα, υπήρξε τακτικός συνεργάτης των εφημερίδων Βήμα (1946-1973) [«Φιλολογικά σημειώματα» (1948-1960), «Οι επιφυλλίδες του Βήματος» (1969-1973), «Σημειώσεις της Τρίτης» (1959-1962), «Από τη χώρα του νέου Μύθου» (1950) και άρθρα από τις σειρές: «Παρισινά θέματα», «Φιλολογικά ζητήματα» και «Ταξιδιωτικά σημειώματα» (1952, 1957 και 1959 αντιστοίχως)] και Ακρόπολις (1958-1973). Τα θέματά του στην Ακρόπολη, παρμένα μέσα από τη ζωή, δοσμένα με ανθρώπινη ζεστασιά και μοναδική ζωντάνια, έβρισκαν πάντα μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό.
   Όπως εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει, αρκετά από τα έργα του Ηλία Βενέζη και ιδιαίτερα Το Νούμερο 31328, η Γαλήνη και προπάντων η Αιολική γη μεταφράστηκαν σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες -γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, αγγλικά, πορτογαλικά, σουηδικά, ολλανδικά, νορβηγικά, ρουμανικά, γιουγκοσλαβικά, τσεχοσλαβικά- με μεγάλη απήχηση. Η πρώτη μετάφραση βιβλίων του στο εξωτερικό χρονολογείται από το 1946, ενώ ακολούθησαν κι άλλα μεμονωμένα διηγήματα σε ξένα περιοδικά κι ανθολογίες. Ο Βενέζης υπήρξε ο πρώτος που μεταφράστηκε στο εξωτερικό και που απέσπασε ευνοϊκές κριτικές. Ήξερε, όμως, πολύ καλά ότι το ουσιαστικό είναι να κριθείς στον τόπο σου. Το ίδιο συνέβη και με τον Καζαντζάκη. Ωστόσο, από τη στιγμή που η φήμη του απλώθηκε παντού και τα βιβλία του γίνονταν ανάρπαστα σε όλες τις χώρες του κόσμου, το ενδιαφέρον του για τις ελληνικές αντιδράσεις είχε μειωθεί. Ο Βενέζης ανήκει στην κατηγορία εκείνων των Ελλήνων συγγραφέων που διαβάστηκαν κι εξακολουθούν να διαβάζονται σταθερά έως σήμερα.


Μανώλης Λέκκας


   Το 1928 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων Μανώλης Λέκκας, αποσπώντας εγκωμιαστικές κριτικές (Κ. Βάρναλης, Φ. Πολίτης, κ.ά.). Με το βιβλίο αυτό γεννήθηκε ένας πνευματικός άνθρωπος. Ο Βενέζης ήταν πια απελευθερωμένος από την επίδραση του Κόντογλου και βρισκόταν στο δρόμο που θα χάραζε με τη δική του προσωπική εργασία. Κέρδισε την προσοχή  γιατί ήξερε να διαλέξει το θέμα του, να οργανώσει το υλικό του, να δώσει το βαθύτερο ανθρώπινο στοιχείο, που ανακαλύπτει και προβάλλει η λογοτεχνική ανασύνθεση των γεγονότων. Εδώ, συναντάμε έναν ρεαλισμό  καθαρότερο  και  ένα νατουραλισμό, χωρίς φανερές αναμίξεις.
      Είναι το πρώτο έργο ενός ώριμου ταλέντου, που όποιο κι αν είναι το πεζογραφικό μέλλον του, θα διατηρήσει αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της συλλογής: μια θερμή επαφή με την ψυχή του ανθρώπου και τα πράγματα του κόσμου, κάποια σαρκαστική προσφορά στις αόρατες δυνάμεις, που κινούν τα ταπεινά πλάσματα του πλανήτη κι ακόμη, η παρήγορη καταφυγή στη φύση κι η προσπάθειά του να την παρουσιάσει πιο οικεία, προσωποποιώντας κάθε της εκδήλωση.
   Ο διηγηματογράφος δεν χάνεται σε εύκολες φαντασίες. Εκθέτει πράγματα, περιστατικά, που έζησε, ή που άκουσε να τα εξιστορούν και βρήκε τη δύναμη να τα παρακολουθήσει με προσοχή και να τα ζωντανέψει. Ο Βενέζης αφηγείται περιστατικά από την Ανατολή, αναμνήσεις από το Αϊβαλί, από τη ζωή της σκλαβιάς των αιχμαλώτων Ελλήνων του τουρκικού στρατού, ιστορίες για εργάτες της γης και της θάλασσας, ζευγάδες και ψαράδες. Ξέρει και τους ανθρώπους και τους τόπους. Γνωρίζει τη φύση που ανιστορεί κι έχει τη δύναμη να διακρίνει τη σημαντική λεπτομέρεια και να της δώσει αναγλυφικότητα. Ο συγγραφέας είναι ακόμα τραχύς και στη γλώσσα και στην παρατήρηση. Για πρωτοεμφανιζόμενο λογοτέχνη, η τραχύτητα αυτή δεν είναι αμάρτημα. Αντίθετα, δείχνει μια σοβαρότητα σπάνια στον τόπο μας, μ’ έναν αψύ ανδρισμό, μια αυστηρή ματιά στο θέαμα της ζωής. Φανερώνει την αηδία του για κάθε γλυκασμό, κι ο ωμός νατουραλισμός του δείχνει την επίμονη πρόθεση να περιγράφουν τα γεγονότα σ’ όλη τη μαυρίλα τους. Ωστόσο, μ’ αυτόν τον τρόπο «κυλιέται» κι ο ίδιος μαζί με τα περιστατικά που περιγράφει. Ακόμα, δεν έχει λυτρωθεί από το τυχαίο και το πρόσκαιρο, δεν έχει φτερουγίσει επάνω από τους τύπους του, προκειμένου να τους δώσει ένα νόημα και μια δικαίωση στη ζωή. Τα βάζει συχνά και με το Θεό, όπως όλοι οι νατουραλιστές.
   Εκτός του ότι θεματολογικά στον Μανώλη Λέκκα συσπειρώνεται όλο το έργο του Βενέζη, δοκιμάζεται και ο κοφτός, μικροπερίοδος λόγος, εκείνες οι μικρές λεπτές πινελιές με τον ελαφρό, διακριτικό ποιητικό τόνο τους, που κάνουν τόσο γοητευτικές μερικές σελίδες της ωριμότητάς του. Ο Βενέζης έπλασε τον εκφραστικό τρόπο του όχι μόνο με το αίμα, αλλά και με τον ιδρώτα του.
   Στο πρώτο διήγημα της συλλογής έχουμε έναν σκληρό άντρα σε μια ψυχική διακύμανση, που μαζί με τη γυναίκα του, έρχεται πολύ κοντά στον αναγνώστη. Ο ήρωας του διηγήματος αυτού είναι ένας μπεκρούλιακας Αϊβαλιώτης, παλαίμαχος του λαθρεμπορίου, που δέρνει νυχτοήμερα τη γυναίκα του και το ανάπηρο παιδί του, που κάνει την αγαθή πράξη από άγνοια, την κακή από αδυναμία και βρίσκεται σε δυσαρμονία με το περιβάλλον του, προσπαθώντας να αντιδράσει με τις εξαίρετες πράξεις της κυκλοθυμικής ιδιοσυγκρασίας του. Κατά βάθος είναι αγνός κι ανεύθυνος για όσα επιχειρεί. Γύρω από την οικογενειακή και κοινωνική ζωή του Λέκκα πλέκεται η ιστορία με την τραγική κατακλείδα του θανάτου του γερού παιδιού του, του Χρήστου, σ’ έναν πετροπόλεμο. Έτσι, δίνεται στον συγγραφέα η πρώτη ευκαιρία να ζωγραφίσει τον μεσαίο αστικό κόσμο της πατρίδας του και τις γραφικές συνήθειές του, όπως είναι το έθιμο της Καθαρής Δευτέρας με τις σκηνές στις ταβέρνες της Αγίας Τριάδας και τους χαρακτηριστικούς τύπους του Στελάρα και του Στέλα, τον πετροπόλεμο των δύο συνοικιών, τα οικογενειακά απρόοπτα του Μήτρου, την ιλαροτραγωδία του Μανώλη Λέκκα.
   Στο δεύτερο διήγημα υπάρχουν αναμνήσεις από την αιχμαλωσία και στις σελίδες του ο συγγραφέας κλείνει τα βασικά στοιχεία του βιβλίου που θα έρθει πολύ αργότερα, του Νούμερου 31328.  
   Στο «Λιός» (όνομα μιας βραχονησίδας μεταξύ της Λέσβου και της τουρκικής ακτής) παρακολουθούμε Μυτιληναίους φτωχούς ψαράδες ν’ αλιεύουν άφθονα ψάρια, πρώτης ποιότητας, με τον κίνδυνο όμως να συλληφθούν από τους Τούρκους, αφού το ξερονήσι αυτό τους ανήκει από το 1922. Βλέπουμε, λοιπόν, πώς μπορεί να μαλακώσει η καρδιά ενός εχθρού που κρατάει στα χέρια του τη ζωή. Ο Βενέζης πλέκει λιτά το εγκώμιο της βιοπάλης των ψαράδων της Λέσβου υμνώντας με απόλυτα καλλιτεχνική πρόθεση την ιδέα της αδελφότητας των λαών, που πραγματοποιείται μέσα στις απλές ψυχές των ψαράδων, σ’ ένα ακατοίκητο νησάκι του Αιγαίου, πέρα από την υδάτινη μεθόριο της επικράτειας μας, το Λιός. Ο Πανταλόνας, πρόσφυγας Αϊβαλιώτης ψαράς στη Λέσβο, είναι προστάτης μιας φτωχοφαμελιάς, που τον τελευταίο καιρό ταλαιπωρείται από την αναδουλειά του.  Επειδή έχει πληροφορηθεί πως στ’ ανοιχτά υπάρχει χοντρό ψάρι, αποφασίζει να ξανοιχτεί με δύο συντρόφους κοντά στις μικρασιατικές ακτές. Το σχέδιο είναι επικίνδυνο. Πρέπει να προσέξουν να μη γίνουν αντιληπτοί από τους Τούρκους φρουρούς και δεν ξαναγυρίσουν πίσω. Τα πράγματα πηγαίνουν κατ’ ευχήν. Τα παραγάδια τραβάνε πλούσιο ψάρι. Την τελευταία στιγμή, όμως, οι φρουροί τους αντιλαμβάνονται. Οι σύντροφοι πρόλαβαν και ξέφυγαν, αλλά, ο Πανταλόνας όχι. Η σύλληψη δεν γίνεται βίαια. Οι φρουροί, ωστόσο, πρέπει να τον παραδώσουν στις τουρκικές αρχές, αλλά την τελευταία στιγμή, με την επιμονή των τουρκοκρητικών, ο Ανατολίτης φρουρός υποχωρεί και ο Πανταλόνας αφήνεται ελεύθερος. Έτσι, επιστρέφει με τη βάρκα του γεμάτη ψάρι. Το διήγημα είναι απλό και καθαρό, με τη συγκίνηση που αναδίδει μια λακωνική συνομιλία, μια χειρονομία, ένα ξάφνιασμα απροσποίητο και το εξαίσιο θέαμα ενός γλάρου, που, καθώς θωπεύει τα νερά γύρω από τη βάρκα του Πανταλόνα, ξαφνικά το αλικώνει χτυπημένος από το βόλι του φρουρού, που του έριξε για να ικανοποιηθεί η φυλετική του αξιοπρέπεια. Η ελευθερία για τα πρόσωπα του «Λιός» εκφράζεται με την παράβαση του «εθνικού τους χρέους». Στο έργο «υμνείται η ιδέα της αδελφότητας των λαών», καθώς το εθνικό μίσος δεν εξουσιάζει τις απλές ψυχές των ψαράδων.
   Στο τέταρτο διήγημα έχουμε την ανταρσία ενός ζευγά στον αφέντη του για το βόδι που πεθαίνει κάτω από τα Κιμιντένια, ενώ διαβάζουμε ακόμα μια σελίδα για το «κυνήγι των γουρουνιών», που ιστορεί πώς παιδεύτηκαν μερικοί αιχμάλωτοι των Τούρκων, συγκεντρωμένοι στο κτίριο ενός φρενοκομείου.
   Τα διηγήματα αυτά είναι καλοσχεδιασμένα, ζωντανά, ενώ διάχυτος είναι και ο ρεαλισμός που ταιριάζει στην εξιστόρηση των γεγονότων μιας σκληρής αιχμαλωσίας. Η λυρική πνοή συχνά γίνεται κρυφή δύναμη των ανθρώπων του Βενέζη, μα και δική του ανάσα επάνω από τα πάθη τους, εκδήλωση που θα γίνει μόνιμο ψυχικό κλίμα στο μεταγενέστερο έργο του. Η δημοτική του Βενέζη δεν είναι ακόμη κατασταλαγμένη κι απαλλαγμένη από ακρότητες.
   Σύμφωνα με τον Μ. Γ. Μερακλή, η συλλογή διηγημάτων Μανώλης Λέκκας είναι το καλύτερο έργο του Βενέζη, γιατί είναι ένα βιβλίο «πυρηνικό» στο σύνολο της πεζογραφίας του: και τα τρία σημαντικά έργα του προαναγγέλλονται. Για παράδειγμα, το διήγημα «31322, 1283, 21388» έχει ενταχθεί, ελαφρά τροποποιημένο, στο ΙΒ΄ κεφάλαιο του Νούμερου. Η ίδια σχέση υπάρχει ανάμεσα στο διήγημα «Το κυνήγι των γουρουνιών» και στο κεφάλαιο ΙΔ΄. Το κομμάτι «Στον κάμπο, κάτου απ’ τα Κιμιντένια» προαναγγέλλει την Αιολική γη, ενώ το «Λιός» θέτει για πρώτη φορά το δράμα της προσφυγιάς του ’22, όπως θα εξιστορηθεί στη Γαλήνη.
   Ο Βενέζης υφαίνει το μύθο των διηγημάτων του με εφευρετικότητα. Κινεί τα πρόσωπά του χωρίς να καταλήγει στην ανιαρή γεωμετρική σύνθεση, που παραθέτει μονότονα το ένα γεγονός πλάι στο άλλο, σε μια οργανική εξάρτηση του υστερόχρονου από το προτερόχρονο. Ένας ποιητικός ρεαλισμός διαπερνά τις σελίδες αυτού του βιβλίου, που προαναγγέλλει τις μελλοντικές αποκλίσεις του πεζογράφου. Η σαρκαστική προσωποποίηση των φυσικών στοιχείων έχει την πρώτη αισθητική καταγωγή της σ’ αυτή τη συλλογή:
«Εκείνη την ώρα τ’ άστρα έτρεμαν από πάνου, σα νάλεγαν να πέσουν μεσ’  τη νύχτα - άστε μας - μα δεν τάφηναν. Η δροσιά χτυπούσε στα μούτρα. Το δάσος μύριζε σαν ένα τεράστιο βασιλικό λουλούδι που το πρόσφερνε ο Θεός με ρεβεράντζες. Κι η κυρία, η ανθρώπινη καρδιά, χτυπούσε με σοβαρότητα» […].

 


Το Νούμερο 31328

   Το 1931 εκδόθηκε Το Νούμερο 31328, «το χρονικό της αιχμαλωσίας», «το βιβλίο της σκλαβιάς», «η διαμαρτυρία ενός παιδιού εναντίον του πολέμου» και «η διαμαρτυρία ενός ανθρώπου», παρουσιασμένο με όλον το ρεαλισμό της άμεσης ανάμνησης. Το βιβλίο της σκλαβιάς, πρωτοδημοσιεύθηκε το 1924 στην εφημερίδα «Καμπάνα», που εξέδιδε ο Στρ. Μυριβήλης. Όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης: «Το βιβλίο τούτο είναι γραμμένο με αίμα».
   Iσορροπώντας την αυθεντικότητα της προσωπικής μαρτυρίας με μια απέριττη αφηγηματική γραφή, σύμφωνα με τον Μ. Γ. Μερακλή, το βιβλίο γίνεται το «αργοβάδιστο μαρτυρολόγιο, η χαρτογράφηση της ματωμένης πορείας χιλιάδων ανυπεράσπιστων ομήρων και αιχμαλώτων, το χρονικό ενός σπάνιου συλλογικού πόνου, όπου η ανθρώπινη ουσία δέχεται όλες τις διεργασίες της αλλοίωσής της σε κάτι υποζωώδες και φυτικό με την προοδευτική σωματική εξουθένωση κι όλες τις άμεσες επιπτώσεις της στις ψυχικές, ηθικές και πνευματικές δυνάμεις της προσωπικότητας. Περιγράφονται οι καταστάσεις της θανάσιμης κούρασης, της πείνας και της δίψας, της σωματικής βρωμιάς, οι αλόγιστες και τρομακτικά ανεύθυνες εκτελέσεις χιλιάδων υπάρξεων, το κουρέλιασμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.» Πρόκειται για την εξιστόρηση μιας φρίκης, ανάλογη με την οποία θα συναντήσει αργότερα ο νεοτερικός άνθρωπος, μόνο στα χιτλερικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως.
   Με ύφος λιτό και περιεκτικό, καταγράφονται με αξιοπιστία, νηφάλιο πνεύμα και φροντίδα για αντικειμενικότητα οι εμπειρίες του συγγραφέα στα τάγματα εργασίας, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Ένας κριτικός σημείωνε κάποτε για το ύφος του: «Έχει κάτι από τη φονική λαμπρότητα των πολεμικών όπλων, τη φονική λαμπρότητα του αδυσώπητου φωτός. Λέω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. Για την ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει, όχι για την ψυχή.  Εδώ μέσα δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής. Όταν καίγεται έτσι που καίγεται εδώ, με πυρωμένο σίδερο η σάρκα, παντοδύναμη θεότητα υψώνεται αυτή, και όλα τα άλλα σωπαίνουν».
      Ο Βενέζης  ζει κάθε στιγμή του έργου του. Μνήμες που θεριεύουν μέσα του, με την πάροδο του χρόνου αντί ν’ αδυνατίζουν, του χαρίζουν μια φυσικότητα στο γράψιμο, που μας υποβάλλει. Είναι ένα «κατηγορώ» το Νούμερο 31328,  αλλά ήρεμο, γαλήνιο, χωρίς κηρύγματα και κραυγές. Βγαίνει από τα όσα περιγράφει, ως συμπέρασμα των τραγικών στιγμών που έζησε ο συγγραφέας με τους άλλους αιχμαλώτους. Έργο ρεαλιστικό, που κάποτε ξεφεύγει από τη γραμμή του, ωστόσο, όποια κι αν είναι η θέση του, είναι ένα βιβλίο καλογραμμένο, που προδίδει την ξεχωριστή εκφραστική δύναμη του συνθέτη. Ο Βενέζης γράφει γεμάτος αγωνία. Κάθε γραμμή κι ένας πόνος κι ένα στεναγμός: 
   «Ένας ακόμα. Έπεσε, έπεσε. Έγειρε, έγειρε, τέλος στρώθηκε στη γης, με το κεφάλι μπρός, σα να ’θελε να τη φιλήση. Απ’ το στόμα του βγαίναν αφροί. Σβήναν σύντομα - ένα ακρογιάλι, μικρά κύματα, φς, φς, έγινε  ο στίχος. Ο αρχηγός του αποσπάσματος τραβούσε λυσσασμένα, στο μούτρο του συντρόφου καμτσικιές, να τον συνεφέρει. Τίποτα. Για ποιο λόγο; Είναι ωραία. Έτσι.
   Γεια σου, σύντροφε!
   Τραβήξαμε και περιμέναμε παρακάτου να μας φτάξουν οι στρατιώτες που μείναν για να τον αποτελειώσουν. Τι καλά που ήταν που καθίσαμε! Τα ψοφίμια ανάσαναν βαθιά, παίρναν δύναμη.»
   Ο συγγραφέας εντυπωσιάζει με τις ψυχογραφικές ικανότητές του, καθώς κατορθώνει με την παράθεση γεγονότων να ζωγραφίσει με ζωηρά χρώματα ένα πλήθος προσωπικοτήτων, που, συνδέονται με μια κοινή μοίρα: υφίστανται τις συνέπειες του πολέμου. Από το έργο αναδύονται κάποιες λυρικές νύξεις, πίσω από ένα χιούμορ πικρό, που αγγίζει τα όρια του σαρκασμού: «1922. Η Ανατολή  πάντα - για σονέτο,  κάτι τέτοιο».
   Η μαρτυρία αυτή ακολουθεί και συμπληρώνει το πνεύμα της αντιπολεμικής λογοτεχνίας. Οι αγριότητες αιτιολογούνται ως αποτελέσματα της φθοράς που επέφερε στον ανθρώπινο ψυχισμό ο πόλεμος. Στο χρονικό αυτό, η οικονομία του λόγου ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο. Τα περιστατικά δίνονται γυμνά κι ασχολίαστα, οι φράσεις είναι κοφτές και περιγραφικές. Έτσι, αναδεικνύεται η αλήθεια και η τραγική τους διάσταση. Το Νούμερο παγιώνεται σε αστική δημοτική, διανθισμένη με εκφραστικούς τύπους της καθαρεύουσας, ομαλά ενσωματωμένους, δίχως να λείπουν κι ορισμένες συντακτικές ανακολουθίες (π.χ. «άλλοι κρύψαν τα τουφέκια τους, άλλοι [αντί άλλων] τους τα πήρανε οι Ιταλοί»), πολύ σπάνιες ωστόσο.
     Το Νούμερο, μολονότι μπορεί να καταταχτεί στη σειρά των πολεμικών έργων της ελληνικής πεζογραφίας, δεν κλείνει στις σελίδες του τον πόλεμο. Όταν αρχίζει η αφήγηση ο πόλεμος έχει τελειώσει: «Όλα ήταν ήμερα και αβρά εκείνο το φθινόπωρο». Ο Βενέζης σ’ αυτό το βιβλίο φαίνεται γεμάτος συμπεράσματα, εντυπώσεις και προπάντων αγανάκτηση. Ήθελε να δείξει τις φοβερές συνέπειες του πολέμου για τον άνθρωπο και να προκαλέσει όχι μόνο την καταδίκη του στη συνείδηση των αγωνιστών του, αλλά κάτι σοβαρότερο: το μεγάλο θυμό που αλλάζει πεποιθήσεις και δημιουργεί νέες διαθέσεις. Το Νούμερο 31328 βρίσκεται παντού λες και είναι το σώμα και η ψυχή των χιλιάδων Ελλήνων που πέρασαν τον καιρό της αιχμαλωσίας τους στα εργατικά τάγματα της Ανατολής. Ο συγγραφέας πίστευε ότι με τη συσσώρευση φρικαλεοτήτων και δοκιμασιών θα έφτανε καλύτερα στο σκοπό του. Έτσι, πέρασε τον ήρωά του από κάθε σωματική και ψυχική ταλαιπωρία:
«Οι μέρες περνούν, σβήνουν, η μία, η άλλη. Στο στρατόπεδο οι σκλάβοι πλησιάζουμε ολοένα ο ένας τον άλλον. Δε θυμούμαστε ονόματα συναμεταξύ μας, μήτε νούμερα […]. Τις μέρες δουλεύουμε σκληρά. Δεν υπάρχει περιθώριο για σκέψεις […].Ο ήλιος ανέβαινε καφτός, εχτρικά, χωρίς οίκτο. Μες στον Οχτώβρη ένας τέτοιος ήλιος! Άρχισε να μας καίη η δίψα […]. Η πείνα σιγά σιγά ρουφά τις τελευταίες δυνάμεις. Αρχίζουμε να τον [τον θάνατο] παρακαλούμε να ’ρθει, να τελειώνουμε […]. Η πρώτη δουλειά, άμα άναβε η φωτιά, ήταν ορισμένη: _ Άιντε παιδιά! Για τις ψείρες […]! Ο πυρετός μ’ έδειρε όλη τη νύχτα. Ως το μεσημέρι μ’ ανάγκασαν να δουλέψω με πυρετό, να παστρέψουμε τους δρόμους απ’ το χιόνι […]. Δε μου είχε τύχει να δω να μαστιγώνουν “τεχνικά” ανθρώπους […]. Και του έδινε μια στα πισινά, μ’ ένα σκοινί, μ’ όλη τη δύναμή του […]. Χτυπούσε με το καμτσίκι από στριμμένο τέλι στο κεφάλι, στα μάτια, στα γυμνά κορμιά […]. Οι δεμένοι φώναζαν σπαραχτικά […]. Έφαγε τόσο ξύλο που έφτυσε αίμα […].»
   Ωστόσο, ο Βενέζης έδωσε σελίδες καλογραμμένες και γεμάτες από δυνατές εικόνες. Είναι λαμπρός αφηγητής και ξέρει όσο λίγοι ν’ ανανεώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Παρουσιάζει ανθρώπους που μιλούν φυσικά, που σκέπτονται καθένας με το δικό του τρόπο, που δε μένουν σκιές, αλλά πρόσωπα ικανά να κινήσουν τη συμπάθειά μας, να βάλουν σε ενέργεια τη σκέψη μας, να δημιουργήσουν ψυχικές καταστάσεις. Αυτές είναι ακριβώς οι ικανότητές του, που δεν αφήνουν το έργο να φανεί μακρύ και κουραστικό. Διαβάζονται και οι 242 σελίδες του βιβλίου. Ο Π. Χάρης υποστηρίζει ότι ο Βενέζης στο Νούμερο ήθελε να δώσει έναν βαθιά πονεμένο άνθρωπο, ένα ψυχικό ερείπιο και κατέληξε να παρουσιάσει ένα τέρας αντοχής. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα βρει εύκολα πόσο υπολογισμένες από πριν έχει ο συγγραφέας τις δοκιμασίες που περνούν οι ήρωές του.
   Ο Βενέζης ήταν μόλις 18 ετών όταν συνέβησαν τα γεγονότα που αφηγείται. Οι νικητές, οι Τούρκοι, συγκέντρωσαν όλους τους νεαρούς άνδρες της πόλης και τους υποχρέωσαν να βαδίσουν προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας για να δουλέψουν στα στρατόπεδα εργασίας. Οι περισσότεροι πέθαναν εξαιτίας των συνθηκών στις οποίες αναγκάζονταν να ζουν. Αυτό που προσδοκούσαν εκείνοι που κατάφεραν να επιζήσουν ήταν η προστασία του Ερυθρού Σταυρού. Όσοι είχαν νούμερο θα καταμετρούνταν, αν και, σύμφωνα με τη συμφωνία που υπογράφτηκε για την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών (Ιανουάριος 1923), θα μεταφέρονταν με πλοία στην Ελλάδα υπό την επίβλεψη του Ερυθρού Σταυρού. Το Νούμερο, που αποτελεί και τον τίτλο του βιβλίου, αυτή η απάνθρωπη ανωνυμία, που έσωσε τη ζωή του αφηγητή και χιλιάδων άλλων, ισχύει ως δείγμα των αποτελεσμάτων που έχουν τέτοιες εμπειρίες στον άνθρωπο.
   Απ’ αυτή τη μεγάλη σχολή της ζωής, ο Βενέζης πέρασε νικητής, αποκομίζοντας ως έπαθλο της ηθικής του νίκης το Νούμερο 31328, αυτό το νεοελληνικό Ευαγγέλιο της καρτερίας, όπου μια άρρητη, για την τόσο ουσιαστική της απλότητα, αφηγηματική χάρη, συνταιριάζεται με τον τραγικό μύθο της ζωής, χωρίς καμία φιλολογική μεταποίηση. Το έργο τραγούδησε κι άλλα μεγάλα διδάγματα στις πικρές του σελίδες: έδειξε την καλοσύνη να υψώνεται πάνω από την κακία, δίδαξε την επιείκεια, τη συγγνώμη, την κατανόηση και την αποστροφή προς την έχθρα και την εκδίκηση.  Καμία κραυγή μίσους δεν υψώνεται από το έργο του Βενέζη. Το άτομο δεν είναι απόλυτα υπεύθυνο για τις κακίες του.
   Όπως και ο Μυριβήλης, έτσι κι ο Βενέζης στο μυθιστόρημα αυτό αφηγείται τις προσωπικές του εμπειρίες. Όπως ο Δούκας, αναφέρεται στην τύχη των Ελλήνων κατά τους μήνες που ακολούθησαν την καταστροφή του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου του 1922. Στα μυθιστορήματα του Βενέζη και του Δούκα, η λογοτεχνική πρόθεση κι η μυθιστορηματική τεχνική παραμένουν αφανείς. Και οι τρεις αναζητούν δικά τους λογοτεχνικά μέσα, ώστε τα γεγονότα να μιλούν από μόνα τους. Ο Βενέζης, όπως και τα υπόλοιπα μέλη της Αιολικής Σχολής, πιστεύει ότι όσα έζησε απέδειξαν πόσο επιφανειακά ήταν τα θεμέλια του πολιτισμού, που ο ίδιος και οι σύγχρονοί του γνώρισαν. Σε συμφωνία με τις απόψεις του νέου βιβλίου, οι περισσότερες αφηρημένες έννοιες που κληροδότησε το παρελθόν δεν ξεφεύγουν από τη μομφή του. Στον πρόλογο που έγραψε ο Βενέζης στη δεύτερη έκδοση του Νούμερου, ακούγεται ο απόηχος της φωνής του αφηγητή της  Ζωής εν τάφῳ, σχετικά με την υπερίσχυση του σωματικού πόνου.
   Η πραγματικότητα που ο Βενέζης θέλησε ν’ αναπαραστήσει, αποκάλυψε τους περιορισμούς κι ειδικότερα την ανακρίβεια του μέσου που επέλεξε, δηλαδή της λογοτεχνίας. Η πραγματικότητα είναι αμετουσίωτη σε πολλά σημεία της μέσα στο χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ολότελα αφιλόξενη, μοιάζει σαν να «ξεσκίζει με λαίμαργα νύχια τον αναγνώστη». Απαιτούνταν, λοιπόν, ένα νέο είδος έκφρασης. Ο Βενέζης το πέτυχε, εκμεταλλευόμενος εν μέρει τη λιτή αμεσότητα της αφήγησης που είχε τελειοποιήσει ο Δούκας και εν μέρει τη συνεχή ειρωνική αντιπαράθεση της βιωμένης πραγματικότητας και των κατεστημένων συμβάσεων, όπως επίσης και των τυποποιημένων εκφράσεων της λογοτεχνίας.
    Η περίπτωση του Δούκα στην Ιστορία ενός αιχμαλώτου συνταιριάζει με μια εμπειρία αφηγηματικού λόγου, μια εμπειρία συγκλονιστικού βιώματος. Σε μια παράπλευρη κατεύθυνση, από την άποψη της εμπειρίας αιχμαλωσίας, βρίσκεται το Νούμερο 31328. Στο αφήγημα αυτό, το πρώτο πρόσωπο του αφηγητή συμπίπτει με το πραγματικό του Βενέζη. Ο ίδιος είναι αυτόπτης μάρτυρας μιας περιπέτειας που αν κι αφορά άμεσα στο άτομό του, αφορά και σε μια ευρύτερη, βασανισμένη ανθρωπότητα. Η εναγώνια λαχτάρα που αισθάνεται ο συγγραφέας να καταθέσει την καθαρτική και καυτή εμπειρία του, θα μπορούσε να τον είχε οδηγήσει σε μια γραφή άνετη, απαλλαγμένη από κάθε φόρτο εκφράσεων, συνδέοντας την επείγουσα ανάγκη μιας λιτής αφήγησης με το απλό μεγαλείο της τραγικής εμπειρίας του. Ο Α. Καραντώνης έβρισκε το βιβλίο πολύ νεανικό, γραμμένο σε μία ηλικία που ο συγγραφέας δεν αισθανόταν την ανάγκη να γυρέψει τίποτα από την τέχνη του, γιατί ήταν πολύ φυσικό να νομίζει πως τα έχει όλα. Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος δήλωνε απερίφραστα ότι το Νούμερο είναι ένα σπαραχτικό, απεριόριστα πονεμένο και καλοπροαίρετο βιβλίο, ένα κομμάτι ζωής ανόθευτο, που κάποτε, ωστόσο,  πρέπει να το ξαναγράψει ο Βενέζης και να στρογγυλέψει τη φράση, για να του δώσει την ακέρια λογοτεχνική αρετή, χωρίς, βέβαια, να νοθέψει, τα ολόζεστα αυτόβιογραφικά του συστατικά. Ο Α. Σαχίνης διαπίστωνε ότι: 
«Μέσα στο Νούμερο 31328 υπάρχει μια θαυμαστή αντιστοιχία της πραγματικότητας που περιγράφεται και της αισθητικής εκμετάλλευσής της […]. Γιατί το ύφος του βιβλίου, μικροπερίοδο, στενογραφικό, πυκνό και αστόλιστο, είναι το ύφος της αγωνίας. Ο Ηλίας Βενέζης μεταφέρει πάνω στο χαρτί το ρυθμό των συγκλονιστικών περιστατικών της σκλαβιάς του - αυτά τα ίδια περιστατικά, γυμνά και τραγικά, μ’ έναν ασθματικό κι ελλειπτικό τρόπο που δεν είναι άλλος από τον τρόπο του άγχους.»
Παράλληλα, επισήμανε τη ζωντάνια της γλώσσας, την πεζογραφική κι αναπαραστατική ρώμη, τον τραγικό σαρκασμό ή τη δηκτική ειρωνεία, που διοχετεύεται κυρίως μέσα σε  τολμηρότατες παρομοιώσεις (π.χ. «τουρτούριζε, ήταν σαν καθυστερημένο εαρινό άνθος που το βρήκε ο χειμώνας», «στέκω ντούρος σα σίδερο», «τραγουδούσε έναν παλαβό σκοπό σαν το μουγκριχτό ενός ζου, άγριο», κ.ά.).
   Ο Βενέζης δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει και να καλλιεργήσει ένα ύφος απλό που θα βοηθούσε τον συγγραφέα να παραμερίσει και να βάλει σε άμεση επαφή τον αναγνώστη με το υλικό. Ο M. Vitti επισημαίνει ότι: «Μπρος στην οδυνηρή εμπειρία [ο Ηλίας Βενέζης στο Νούμερο 31328], δεν μπόρεσε να ελαττώσει την παρουσία του αφηγητή [...], ως κατασκευαστή του εκφραστικού οργάνου. Και πραγματικά η ‘‘φιλολογική’’ παρουσία του Βενέζη είναι πάντα εκεί, με διάφορους τρόπους.»
   Ο Α. Καραντώνης υπογράμμισε πως: «[Το Νούμερο 31328] ήταν ένα αφήγημα παρθενικά φυτρωμένο από τα σπλάχνα μιας βασανισμένης ανθρωπότητας, πληθωρικό κι ακατάστατο, σαν την πραγματικότητα που το γέννησε, γιομάτο από την παρουσία των ανθρώπων, πλουτισμένο από φοβερά επεισόδια δοστογιεφσκικών μαρτυρίων, βαρύ από έλεος κι από φόβο.» Το Νούμερο 31328 δεν συγκίνησε μονάχα για την τραγικότητά του και για το δράμα της αυτοσυντήρησης ανάμεσα στην αντικειμενική ανάγκη και στην ατομική αντίδραση, αλλά και για την καλοσύνη του, με το ανεξίκακο αδέρφωμα των ανθρώπων στη δυστυχία, με το καρτερικό μοίρασμα της κακοπάθειας, που εξαγιάζει την ανθρώπινη ύπαρξη.
   Ο Γ. Χατζίνης επεσήμανε ότι η αφήγηση στο Νούμερο προβάλλει ένα σκηνικό αποκαλυπτικό. Ο συγγραφέας βρισκόταν στο απόγειο της ευαισθησίας και στην κορυφή της αποπνευμάτωσής του. Έβλεπε το θέμα μ’ έναν διαφορετικό τρόπο από το συγγραφέα της Ζωής εν τάφῳ. Όσο κι αν ο Μυριβήλης ήταν δραματικά γραφικός, μ’ ένα χιούμορ που έφτανε κάποτε στην ύψιστη τραγικότητα, με τον Βενέζη, για πρώτη φορά, το θέμα άγγιζε το όριο μιας νέας πρωτοτυπίας, από το γεγονός ότι ο οίκτος που εκφραζόταν στο Νούμερο δεν ήταν μόνο για τους βασανιζόμενους, αλλά και για τους ίδιους τους βασανιστές. Ο Γ. Κορδάτος διακρίνει στις σελίδες του Νούμερου ένα διάχυτο ανθρωπισμό τόσο σε Τούρκους όσο και σε Ρωμιούς αιχμαλώτους. Στο Νούμερο 31328 δεν υπάρχει κανένα μίσος ούτε καν στις στιγμές της πιο μεγάλης φρίκης. Χωρίς ψευδαισθήσεις για τον άνθρωπο, ο Βενέζης δεν πιστεύει ότι μόνο το κακό βασιλεύει στη γη. Δεν ξεχνάει τα ωραία πράγματα που έχει δει. Τα παιδικά του χρόνια τον φώτισαν στη ζωή του.
   Συμπερασματικά, λοιπόν, το Νούμερο 31328 του Ηλία Βενέζη αφορά μια πραγματική εμπειρία στα τάγματα εργασίας. Οι κακουχίες, η πείνα κι οι εκτελέσεις που υφίσταντο εκεί οι σκλάβοι αποδίδονται με ρεαλισμό από το νεαρό τότε συγγραφέα, ενώ περιγράφονται με λυρισμό η φύση, η ανθρώπινη αντίσταση και τα ψήγματα της καλοσύνης, που διαφαίνονται ακόμα και μέσα στις πιο τραγικές συνθήκες. Μέσα στο έργο εναλλάσσονται ο σπαραγμός για τον ανθρώπινο πόνο με τον θαυμασμό για την ανθρώπινη επιμονή. Η απαισιοδοξία της αφήγησης, μεταφέρεται με γαλήνιο τρόπο στον αναγνώστη, στο όριο του μυστικισμού.


Γαλήνη


   Ο Βενέζης συλλαμβάνει το θέμα του μυθιστορήματος Γαλήνη το 1937 και τον Αύγουστο της επόμενης χρονιάς αρχίζει τη συγγραφή του. Τη στιγμή που αρχίζει να ωριμάζει η ιδέα για τη Γαλήνη, ο Βενέζης θα προσδιορίσει με τον ακόλουθο τρόπο τη θέση του ως πεζογράφου απέναντι στις συνθήκες του 1937: «Μέσα στην αδιάκοπη ταραχή προσπαθούμε να εμπιστευθούμε το ένστικτο και τη μνήμη μας. Με αυτά κοιτάζουμε ν’ αναδημιουργήσουμε τα φευγαλέα οράματα, το νόημα των γεγονότων και των πράξεών μας, να κρατήσουμε κι όσο γίνεται να στερεώσουμε ότι μένει.» Τελικά, το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε το 1939, έπειτα από οχτώ χρόνια σιωπής, περισυλλογής κι εσωτερικής καλλιέργειας, λαμβάνοντας παμψηφεί Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και έπαινο από την Ακαδημία Αθηνών. Το βιβλίο γίνεται θερμά δεκτό από το κοινό κι αργότερα θα γίνει ακόμα και τηλεοπτική σειρά.
   Ένα μεγάλο θέμα και ένας συγκινημένος αφηγητής γεμίζουν τις σελίδες της Γαλήνης. Το ξερίζωμα ενός ολόκληρου λαού από την Ιωνία, η δραματική του προσπάθεια να περιμαζέψει ό,τι του απόμεινε και να κάνει νέες εστίες,  η συναίσθηση του χρέους μα και η αντίσταση των ανθρώπων και της γης που δέχτηκε ξαφνικά το βάρος του και κυριεύτηκε, στην αρχή, από ακράτητο πανικό, η πιο επικίνδυνη περιπέτεια ενός έθνους που έβλεπε πως ήταν αναγκασμένο να δώσει στη ζωτικότητά του διαστάσεις που δεν θα τολμούσε, σε χώρες ψυχρών υπολογισμών, να τις φανταστεί καν ή να γονατίσει επάνω στον πρώτο αιώνα της ελευθερίας του, ήταν ένας μεγάλος κοινωνικός πίνακας, ένας ελληνικός πίνακας που δεν μπορούσαν να τον συνθέσουν απλοί αισθητικοί ερεθισμοί ή άμορφο πρώτο υλικό, που δεν πέρασε από μια γενική θεώρηση, από μια στοχαστική έρευνα, από τον αυστηρό έλεγχο του πνευματικού ανθρώπου που νιώθει την ευθύνη του και δεν επιτρέπει στην τέχνη του,  όταν επιχειρεί να γίνει το χρονικό μιας εποχής ή του μεγάλου δράματος ενός ολόκληρου κόσμου, να φαίνεται ασυλλόγιστη, ακυβέρνητη, στο παιχνίδι της. Η Γαλήνη δεν είναι έργο με προθέσεις. Ωστόσο, αν δεν την πλημμύριζε μια απέραντη καλοσύνη, συγκρατημένη πάντα στα όρια της αξιοπρέπειας και του μέτρου, που εμποδίζει την ευεργεσία να γίνει ενοχλητική προσφορά την οποία, αν δεν τη σφράγιζε σε όλες τις σελίδες της μια βαθύτατη, μία πολύ-συλλογισμένη αγάπη για τον άνθρωπο, θα πρόβαλε κάθε στιγμή η αίσθηση της ευθύνης. Ο Βενέζης δεν είδε το δράμα του προσφυγικού κόσμου ως ένα θέμα που εύκολα μπορούσε να κερδίσει τον αναγνώστη, αλλά σαν ένα σκοτάδι, σαν ένα χάος, που δύσκολα θα το πλησίαζε μια τίμια σκέψη και δυσκολότερα ακόμη θα το συγκροτούσε σε καθορισμένες μορφές ζωής, σε εκδηλώσεις που ν’ αναπηδούν από κοινούς θρήνους και κοινές ελπίδες, από κοινή συνείδηση. Από τις πρώτες κιόλας γραμμές αισθάνεσαι τον άνθρωπο που έχει γονατίσει πλάι σ’ έναν δυστυχισμένο, σ’ έναν βαριά πληγωμένο και αγωνίζεται να του πει πόσο νιώθει τον πόνο του, τη δοκιμασία που φύλαξε ο Θεός γι’ αυτόν. Ο συγγραφέας βρήκε ακόμα και τον κακότυχο και απελπισμένο και τον είδε σε όλη τη μαρτυρική οδοιπορία του και στην αντοχή της ψυχής του, σε όλη την πάλη του για να εξασφαλίσει μοίρα στον ήλιο:
   «Ένα κοπάδι γυναίκες, παιδιά και γέροντες βογκούν δυνατά, κυνηγημένοι απ’ τον ήλιο, απ’ τη στέρηση και απ’ την εξάντληση του δρόμου. Στα πρόσωπα ο ιδρός, ζυμωμένος με τη σκόνη, στάζει σα λάσπη. Νέοι άντρες είναι λίγοι. Οι πιο πολλοί του κοπαδιού περπατούν ξυπόλητοι, κι όλοι σηκώνουν στον ώμο ένα φορτίο, ένα τσουβάλι γεμάτο ή έναν μπόγο.
   - Αχ! Που μας στέλνουν να ζήσουμε […]! Εδώ είναι έρημος […]!
   - Θα πεθάνουμε σ’ αυτό τον άγριο τόπο […]!
   Οι άντρες κι οι γέροι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να πολεμήσουν τον πανικό […]
   Το μαρτύριο του νερού ήρθε, τότε, στη δύσκολη ώρα […].
   - Είναι ξερό! Το πηγάδι είναι ξερό!
   Τότε, αδύναμοι πια να χτυπηθούν με τη μοίρα τους κάθησαν όλοι μονομιάς καταγής, και το σύννεφο που σήκωναν τα ματωμένα ποδάρια σταμάτησε απάνω τους […].»
    Ο Βενέζης, ευαίσθητος στους ψυχικούς κραδασμούς, δίνει την απογυμνωτική επίδραση που ασκεί στις ψυχές των ανθρώπων η προσφυγιά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο κακός γίνεται χειρότερος και ο καλός καλύτερος. Αυτό αντικατοπτρίζεται, όπως θα δούμε και παρακάτω, στο ζευγάρι των Βένηδων.
   Διάχυτη σε όλη την αφήγηση είναι η νοσταλγία της χαμένης πατρίδας, κι έτσι το δράμα των μεμονωμένων προσώπων παίρνει μια ομαδική προέκταση. Η Γαλήνη χαρακτηρίζεται από συμβολισμό, υποβλητική λυρική διάθεση και από μια βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο. Το μυθιστόρημα εξελίσσεται σε μια ψυχογραφία ατομικών περιπτώσεων, όπου το ανθρώπινο αδιέξοδο εγγράφεται στο πλαίσιο του ανθρώπινου πεπρωμένου. Η γλώσσα εδώ είναι ομαλή με συνεχείς προεκτάσεις. Η διαμαρτυρία έχει μεταβληθεί σε κατανόηση για τα ανθρώπινα, χωρίς να εξισώνεται το καλό με το κακό. Η αίσθηση της σκληρής πραγματικότητας λειαίνεται με την καταφυγή στο όνειρο.
   Στη Γαλήνη δεν έχουμε την τραγικότητα της αιχμαλωσίας, αλλά τη δίψα των εκπατριζόμενων ανθρώπων να ριζώσουν κάπου, να ξαναβρούν τις χαμένες πατρίδες. Το έργο έχει στιγμές τρυφερότητας και γαλήνης. Ο Βενέζης πλησιάζει τον αναγνώστη με την πένα του στις δύσκολες στιγμές της προσαρμογής από τη Μικρά Ασία στην Ανάβυσσο. Είναι σαν να ζούμε τις ελπίδες και τις εκπλήξεις τους, σαν να βλέπουμε τα ορθάνοιχτα μάτια τους μπροστά στην καινούργια ζωή στην Ανάβυσσο, στην οποία θέλουν να καλλιεργήσουν και να χτίσουν τα σπίτια τους. Ύστερα από τις συμφορές και τους κατατρεγμούς, έρχεται η ευλογημένη εποχή της γαλήνης («να θυμηθείς πως κάποτε υπήρχαν οι άνθρωποι, υπήρχαν οι γενναίες πράξεις, το αίσθημα και η καλοσύνη στη γη»). Η Γαλήνη είναι το έργο της ανθρωπιάς, της ηρεμίας που ζητάει η ψυχή του ανθρώπου.
   Στη Γαλήνη δεν χωρίζει ο λογοτέχνης από τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Από τις πρώτες σελίδες αισθάνεσαι τη βαριά πνοή του ομαδικού δράματος. Αμέσως όμως,  νιώθεις και την παρουσία του ανθρώπου που δεν θα ακολουθήσει στα τυφλά το θέμα του, αλλά θα το υποτάξει και θα το κυβερνήσει. Διαλέγει τα στοιχεία που θα τον κρατήσουν περισσότερο, ξεχωρίζει, παραμερίζει, μα δε στενεύει τους ορίζοντες, δεν πνίγει τους καημούς, δεν κονταίνει τ’ αναστήματα. Κρατάει τα χαρακτηριστικότερα, μένει στα δυναμικότερα, περιορίζει την έκταση για να πετύχει την πυκνότητα, ακούει τις κραυγές απελπισίας, αλλά προσέχει περισσότερο τους συγκρατημένους θρήνους,  τους ψιθύρους, τις εξομολογήσεις. Παρουσιάζει το υλικό του οργανωμένο και υποταγμένο στους νόμους της λογοτεχνικής πεζογραφίας.
   Ο Ηλίας Βενέζης ήξερε πολύ καλά την Παλαιά Φώκαια και τους Φωκιανούς. Ο συγγραφέας πήγαινε συχνά στην Ανάβυσσο και ειδικότερα την εποχή της συγγραφής της Γαλήνης. Η έρευνα έδειξε ότι κι η παραμικρή λεπτομέρεια του μυθιστορήματος είναι αληθινή. Τα πρόσωπα έχουν τις ιδιότητες υπαρκτών ανθρώπων. Για λόγους οικονομίας αφήγησης και μύθου, τα πραγματικά γεγονότα και οι χαρακτήρες κεντήθηκαν με μαστοριά από τον συγγραφέα πάνω στον καμβά του μυθιστορήματος.
   Το έργο αφηγείται τις περιπέτειες των οικογενειών του γιατρού Δημήτρη Βένη και του απλού αγρότη Φώτη Γλάρου, προσφύγων από την Παλαιά Φώκαια της Μικράς Ασίας, που εγκαταστάθηκαν μαζί με άλλους Φωκιανούς το Φθινόπωρο του 1924 στην παραλία της Αναβύσσου. Αρχαιοκάπηλοι που δρουν στην περιοχή τους βλέπουν με μισό μάτι. Οι πρόσφυγες αρχίζουν να ξεχερσώνουν τον τόπο. Ο Φώτης Γλάρος, σκάβοντας στο χωράφι του, βρίσκει ένα άγαλμα κούρου. Οι αρχαιοκάπηλοι του το κλέβουν. Το νερό της μεγάλης πλημμύρας παίρνει τη γυναίκα του, αλλά  αυτός  δεν το βάζει κάτω, ξαναπαντρεύεται μια άλλη από το πάνω χωριό, όπου έχουν εγκατασταθεί κυρίως πρόσφυγες από την Καππαδοκία. Φτιάχνει  μια βάρκα, κλέβει αλάτι από τις αλυκές κι αρχίζει εμπόριο με την Αίγινα. Ο γιατρός Δημήτρης Βένης δεν θέλει να παραδοθεί στη σκληρή μοίρα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς, φυτεύει τριανταφυλλιές, φροντίζει και συμβουλεύει τους πρόσφυγες. Πιστεύει βαθιά μέσα του ότι μόνο κυνηγώντας χίμαιρες, μπορεί ο άνθρωπος να ξεφύγει από τη σκληρή πραγματικότητα που τον πνίγει. Η γυναίκα του, Ειρήνη, αρνείται να δεχθεί τη μοίρα της, κλείνεται στον εαυτό της και βασανίζει τον γιατρό, βγάζοντας επάνω του όλη την κακία που σώρευσαν μέσα της οι κακοτυχίες της οικογένειάς της και της πατρίδας της. Ο γιατρός φυτεύει τριαντάφυλλα στο άγονο χώμα της Αναβύσσου. Η Ειρήνη τα ξεριζώνει. Η πάλη των δύο αυτών ανθρώπων, η πάλη της χίμαιρας με τη σκληρή πραγματικότητα είναι το θέμα του βιβλίου. Τα υπόλοιπα -η πλημμύρα, η αρχαιοκαπηλία, ακόμα και η δολοφονία της μονάκριβης κόρης τους- αποτελούν το σκηνικό του δράματος. Πρωταγωνιστής είναι ο αγώνας κι η αγωνία του γιατρού, του Έλληνα, του ανθρώπου, να φτάσει στη γαλήνη κυνηγώντας χίμαιρες.
   Στους πρόσφυγες αναβυσσιώτες και φωκιανούς δόθηκαν χωράφια στην περιοχή για αγροτική αποκατάσταση, με κλήρο. Ωστόσο, πριν γίνει η διανομή, ο καθένας διάλεγε έναν τόπο και τον «άνοιγε», προκειμένου να τον καλλιεργήσει για τις άμεσες ανάγκες της οικογένειας. Ο γιατρός Βένης διάλεξε ένα χωράφι στην πλαγιά του λόφου, δίπλα στον μελλοντικό οικισμό, για να φτιάξει εκεί τον τριανταφυλλώνα που, από την Μικρά Ασία ακόμα, ονειρευόταν. Ο Φώτης Γλάρος διάλεξε ένα χωράφι δίπλα στο παμπάλαιο εξωκλήσι του Άγιου Γιώργη. Η περιγραφή του χώρου από τον Βενέζη γίνεται με απόλυτη ακρίβεια.
   Ο γιατρός Δημήτρης Βένης είναι ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος. Είναι 60 ετών και κατάγεται από τη Σπάρτη της Μικράς Ασίας. Ήταν παντρεμένος με την πολύ νεότερή του Ειρήνη, από παλιά πλούσια, αλλά ξεπεσμένη φωκιανή οικογένεια. Το πρόσωπο που ενέπνευσε τον Βενέζη για τον χαρακτήρα του γιατρού ήταν ο φωκιανός πρωτοψάλτης Αντώνης Νικολαΐδης (πεθερός του αδελφού του Βενέζη), που πράγματι καταγόταν από εκεί και μετακόμισε στην Παλαιά Φώκαια, όπου και παντρεύτηκε την Ελ. Μάρκου, με την οποία απέκτησαν πέντε παιδιά. Το πρώτο του παιδί, η Ελένη, γεννήθηκε το 1906. Τον χαρακτήρα της δανείζει ο Βενέζης στη μοναχοκόρη του γιατρού Άννα.
   Η δολοφονία της Άννας είναι αληθινό γεγονός. Στις 6/ 12/ 1937, η δεκατετράχρονη Καλομοίρα (Μήλια), κόρη του Κορωπιώτη φύλακα των αλυκών Κ. Κορωνιά, ξεκινά μαζί με τον επτάχρονο αδελφό της Βαγγέλη για τους λόφους του Άγιου Νικόλα, προκειμένου να μαζέψουν μανιτάρια. Για κακή τους τύχη στους ίδιους λόφους μάζευε μανιτάρια και ο Κ. Χαρίτος, πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, που επιτέθηκε στην Καλομοίρα με ανήθικους σκοπούς. Ο αδελφός της προσπάθησε να τη βοηθήσει, αλλά ο εγκληματίας χτύπησε και τα δυο παιδιά με πέτρες στο κεφάλι και τα άφησε αιμόφυρτα. Η Καλομοίρα πέθανε, αλλά ο μικρός Βαγγέλης έζησε, βαριά τραυματισμένος. Έπειτα από λίγες μέρες ανακαλύφθηκε ο φονιάς και καταδικάστηκε σε θάνατο. Από τότε ο λόφος που σκοτώθηκε το κορίτσι λέγεται το βουνό της Μήλιας.
   Οι βοσκοί που αναφέρει ο Βενέζης είχαν πράγματι τα χειμαδιά τους στην περιοχή της Αναβύσσου. Είναι αλήθεια ότι οι βοσκοί αντέδρασαν στην εγκατάσταση των προσφύγων και ότι τα πρώτα χρόνια υπήρχαν μικροσυγκρούσεις. Με τον ίδιο τρόπο αντέδρασαν και οι Καλυβιώτες, που εποφθαλμιούσαν το εύφορο μέρος του κάμπου, πριν ακόμα έρθουν οι πρόσφυγες. Όμως, το ότι οι βοσκοί άλλαξαν τη ροή του χειμάρρου για να πνίξουν τους πρόσφυγες είναι υπερβολή. Ωστόσο, η απειλή του βοσκού, ότι δεν θα βρουν νερό κι αν βρουν θα είναι γλυφό, είναι πέρα για πέρα αληθινή. Το μόνο πηγάδι που υπήρχε εκεί κοντά, όταν ήρθαν οι φωκιανοί, ήταν αυτό του Άγιου Γιώργη. Από εκεί έπαιρναν νερό τον πρώτο καιρό μέχρι ο καθένας ν’ ανοίξει δικό του πηγάδι στο κτήμα του. Ακόμα και ο ανεμόμυλος που τραβούσε νερό από το πηγάδι, που αναφέρει ο Βενέζης, είναι αληθινός, με τη διαφορά ότι δεν τον έφτιαξε ο Φ. Γλάρος, αλλά ο Φ. Φιλιππίδης.
   Στις 19/ 10/ 1937 οι εφημερίδες ενημερώνουν τον κόσμο για τις μεγάλες καταστροφές που προξένησαν οι πλημμύρες στην Αττική. Ο κάμπος της Αναβύσσου είχε πλημμυρήσει και τα σπίτια του οικισμού είχαν γεμίσει νερά. Τα πηγάδια είχαν αχρηστευθεί. Στη Φωκαία οι καταστροφές ήταν πιο μικρές, αλλά στο μυθιστόρημα πνίγεται η γυναίκα του Φώτη Γλάρου:
«Το ποτάμι έτρεχε πλάι σ’ εκείνο το σύνορο. Και πάνω κει, μπλεγμένο στο συρματόπλεγμα απ’ το φουστάνι και τα μακριά μαλλιά, κρεμόταν το πνιγμένο σώμα […].»
Ο Βενέζης θέλει, πιθανώς, να σπρώξει τους ήρωές του στα έσχατα όριά τους, ώστε να γίνει πιο μεγαλειώδης ο αγώνας τους για την ουτοπία, και τη γαλήνη. Εκείνο που προβληματίζει τον ερευνητή είναι ότι ο Βενέζης αποδίδει στους βοσκούς την αλλαγή της ροής του νερού και την πλημμύρα της Φώκαιας. Ίσως ο συγγραφέας, έχοντας ακούσει όσα τράβηξαν οι πρόσφυγες από τους ντόπιους, θέλει να τονίσει αυτή την έχθρα.
   Η Γαλήνη είναι ένα από τα πιο ευνοημένα βιβλία της κριτικής, που απέσπασε ομόθυμη επιδοκιμασία. Τα βιβλίο αυτό ζει την ιστορία του μέσα σ’ ένα κλίμα πικρίας. Μια πνοή μοιραίου, σχεδόν καταθλιπτική, διατρέχει όλη την αφήγηση, καμωμένη σε τόνο ήπιο, που δείχνει εσωτερική συγκέντρωση και μια προσπάθεια υποταγής στις ανεξερεύνητες δυνάμεις που κυβερνούν τη ζωή μας. Η Γαλήνη είναι μια δοκιμασία, ένας εξαγνισμός από στοχασμούς χαμηλούς, μια δαπάνη ψυχής, που αποβλέπει στο κέρδος της ηθικής ανύψωσης.
   Ο Βενέζης, στην απόπειρα να δραπετεύσει από τα όρια του σύντομου διηγήματος,  ξανοίγεται στο μυθιστόρημα Γαλήνη, δίχως να επιτύχει τα επιθυμητά αποτελέσματα στην κατεύθυνση μιας τεχνικής ανανέωσης. Η πρόθεσή του να ζωντανέψει μια  πλοκή στηριγμένη στις δυσκολίες ενσωμάτωσης Μικρασιατών προσφύγων σ’ ένα δύσβατο κι αφιλόξενο χώρο της Αττικής, δεν ανταποκρίνεται στις ικανότητές του: η συναισθηματική διάθεσή του, επιρρεπής σε ονειρικές και συγκινησιακές καταστάσεις, στηριγμένη σε μία φτιαχτή λιτότητα, δεν είναι σε θέση ν’ αντιμετωπίσει την κρίση του πεζογραφικού προβληματισμού.
   Με άλλα λόγια, ο Βενέζης δεν έγραψε ένα καθεαυτό μυθιστόρημα, στην ορθόδοξη σημασία του όρου, αλλά ένα βιβλίο διάθεσης, που έχει τη δύναμη να μας επιβάλλεται, με τον τρόπο που επηρεάζουν τους ευαίσθητους οργανισμούς οι απότομες καιρικές μεταβολές. Οι πιο σημαντικοί από τους ήρωές του έχουν το χαρακτήρα συμβόλου, που το προβάλλει η ίδια η ζωή για να μας βάλει στο μυστικό της νόημα. Η οικογένεια των Βένηδων, δεν είναι παρά μια μικρή ομάδα συμβόλων,  που το ένα αντλεί από το άλλο την ακτινοβολία του, για να μας υποβάλουν με το σύνολό τους μια σύνθεση ζωής. Η κόρη τους, η Άννα, λουλούδι παρθενικής ομορφιάς, με την πιο σολωμική έννοια, είναι το σύμβολο της ψυχικής αγνότητας, που της επιφυλάσσεται το πιο τραγικό τέλος που θα μπορούσε να χωρέσει η ανθρώπινη φαντασία. Την ίδια αγνότητα συμβολίζει και ο πατέρας της, Δημήτρης Βένης, ενώ η μητέρα, Ειρήνη, που βλέπει το παιδικό της όνειρο σκόρπιο σε ψίχουλα μέσα σε μια πραγματικότητα πεζή και ξένη, στέκει ως σύμβολο τραγωδίας. Σε μια έξαλλη στιγμή αποφασίζει να φύγει, γιατί δεν αντέχει να υποφέρει τον άντρα της. Μέσα στη Γαλήνη δεν υπάρχει ευτυχία, αλλά μια σκληρή ανάγκη που δημιουργεί ο αγώνας με τη μοίρα. Το πλήθος των προσφύγων, που παλεύουν και τελικά κατορθώνουν να ριζώσουν πάνω στον ξερό βράχο, συμβολίζει την αντίσταση στο θάνατο.
     Η Γαλήνη είναι ένα βιβλίο χαρακτήρων. Μέσα από την αναγκαστική συμβίωση ενός πληθυσμού ετερόκλητης και ποικιλότροπης κοινωνικής, μορφωτικής και πνευματικής σύνθεσης, που εκ των πραγμάτων έπρεπε να βρίσκεται σε διαρκή επαφή και επικοινωνία, αναδεικνύεται ο χαρακτήρας, η νοοτροπία, η ψυχοσύνθεση κι ο τρόπος συμπεριφοράς του καθενός, που όφειλαν να γίνονται αποδεκτά κι ανεκτά από τους υπόλοιπους, γιατί αλλιώς θα οδηγούσαν σε απρόβλεπτες και δυσχειραγώγητες δυσαρμονικές καταστάσεις. Ο αναγνώστης περιβάλλει με όλη του τη συμπάθεια τους ανθρώπους της Γαλήνης και τον αγώνα τους, που συγκινεί κάθε ευαίσθητη χορδή της ψυχής του. Έτσι, εξηγείται το ότι το μυθιστόρημα αυτό του Βενέζη έγινε από τα πιο αγαπητά της σύγχρονης λογοτεχνίας.
   Οι ήρωες της Γαλήνης ζουν το πολύμορφο πρόβλημα της μοναξιάς, από τη γαλήνια θεώρηση των εγκοσμίων (γιατρός Βένης) έως το πιο απελπισμένο βύθισμα στο χάος (Ειρήνη Βένη). Τα υπόλοιπα πρόσωπα, περιχαρακωμένα μέσα στα απρόσιτα όρια της ερημιάς τους (θεία Μαρία, μπάρμπα-Ματθαίος) ή ξαφνιασμένα από το πασίχαρο θέαμα της ζωής, που την οραματίζονται και τη ζουν μέσα σε άνισους κυματισμούς χαράς και πόνου (Αντρέας, Άννα), είτε, ακόμη, δοσμένα με απόλυτη έφεση στην οικοδόμηση μιας καινούργιας ζωής (Γλάροι), δεν μπορούν ή δεν προφταίνουν να κάνουν συνειδητή τη δυναστική μοναξιά τους, καθώς τους αγγίζει ανάερη, με τις δυσοίωνες φτερούγες της, πέρα από την υπόσχεση της στιγμής.
       Ωστόσο, η μορφή της Γαλήνης, ζυγισμένη, δουλεμένη και λογοτεχνικά συγκροτημένη, μαζί με τη λυρική διάθεση, απλώνεται διακριτικά αλλά και κυρίαρχα σε όλες τις σελίδες. Η Γαλήνη δεν προσφέρεται μόνο για ανάγνωση. Αγκαλιάζει σφιχτά όποιον τη διαβάσει, τον απομονώνει, του λέει σιγά κι απαλά το τραγούδι της,  τον κερδίζει με την άπειρη καλοσύνη της, τον δένει με το μάρτυρα της Αναβύσσου,  με τον άνθρωπο. Η Γαλήνη έχει λογοτεχνική αυτάρκεια και πατά σε γερά, ασάλευτα θεμέλια, χωρίς κανέναν κίνδυνο. Είναι γραμμένη σε μια δημοτική χωρίς ακρότητες, που δεν ξαφνιάζει καθόλου με τη λεξιθηρία της. Το ύφος της φτάνει συχνά, σε μια απλότητα αληθινά υπαινικτική, ώστε τα πρόσωπα και τα πράγματα να παίρνουν, απροσδιόριστες προεκτάσεις. Με τη Γαλήνη ο Βενέζης πολιτογραφείται επίσημα στην πολιτεία των νεοελληνικών γραμμάτων.



Αιγαίο



    Το 1941 δημοσιεύτηκε η συλλογή διηγημάτων Αιγαίο. Ο Βενέζης θεωρείται πλέον σωστός μυθιστοριογράφος και προπάντων διηγηματογράφος. Στη συλλογή κυριαρχεί το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο, η φύση και οι άνθρωποι που ζουν αρμονικά μέσα σ’ αυτήν. Βασικό στοιχείο στο Αιγαίο είναι η διήγηση. Η γλώσσα του βιβλίου είναι απλή δημοτική, γνήσια και εκφραστική, χωρίς ιδιωματισμούς, ενώ το ύφος αβρό κι ανάλαφρο, όπως οι ιριδισμοί του Αιγαίου. Και εδώ επιβεβαιώνεται η άποψη ότι από το πεζογραφικό έργο του Βενέζη απουσιάζουν οι σκληρές σκηνές και εικόνες. Οι ήρωές του είναι απλοί, καλοσυνάτοι και ήρεμοι. Ζουν στη φύση και ενώνονται μαζί της μ’ έναν μυστηριακό τρόπο.
   Το Αιγαίο είναι ένα βιβλίο διάχυτο από θάλασσα. Ωστόσο, δεν θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει θαλασσινό. Η θάλασσα υπάρχει για να εξουσιάζει τα όνειρα, τα οράματα και τις πράξεις. Η συλλογή διασχίζεται από τα στοιχεία των παραμυθιών: γλάροι, περιστέρια, ψάρια, νεαρά αγόρια και κορίτσια. Αυτοί είναι οι ήρωες των δεκατεσσάρων διηγημάτων. Το Αιγαίο φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του συγγραφέα της Αιολικής Γης και της Γαλήνης: θερμή κι αθόρυβη αγάπη για τον άνθρωπο, φιλοσο­φημένη διάθεση, χαμηλότονη γοητεία γραφής και βέβαια, αυτή την έντονη νοσταλγία επιστροφής προς την πατρίδα, που χαρακτηρίζει συνολικά το έργο του Βενέζη.
   Ο Βενέζης είναι προικισμένος με τη λυτρωτική ικανότητα να ονειρεύεται και γι’ αυτό συχνά στις σελίδες του, και ιδίως στο Αιγαίο, η φαντασία παίρνει τη θέση της πραγματικότητας. Και σ’ αυτό το έργο πιστοποιείται γι’ ακόμη μια φορά η σχέση του συγγραφέα με το λαϊκό παραμύθι. Ο Βενέζης δεν διστάζει να δηλώσει ακόμα και στους τίτλους των διηγημάτων τον παραμυθιακό χαρακτήρα. Το έργο χωρίζεται σε δύο μέρη: «Θέματα του ονείρου» («Σαντορίνη», «Παραμύθι του Αιγαίου», «Τα νερά», «Το ασημένιο καράβι», «Λυκαβηττός», κ.ά.) και «Θέματα του κόσμου» («Το Λιός», «Οι Γλάροι», «Η Βουή», «Ένα πουλί», «Δεν έχει πλοίο», «Άνθρωποι στη Φτέρη», «Το καΐκι του Θησείου», «Το θαλάσσιο πνεύμα του Αιγαίου», «Ο απόγονος του εξωμότη», κ.ά.).
   Η πρώτη σειρά είναι η πιο αδύναμη του βιβλίου, μολονότι δύο της κομμάτια, η «Σαντορίνη» και η «Πρώτη ώρα», αποτελούν κάποια από τα πιο επιτυχημένα και του Βενέζη και εν γένει της πεζογραφίας του Μεσοπολέμου, μα και πολύ ωφέλιμη στον κριτή, γιατί στέκει σαν ένα σύνορο σε μια χώρα, που είναι από τις πιο αγαπημένες του πεζογράφου. Το διήγημα «Τα νερά» είναι ένα άριστο συμβολιστικό διήγημα, βγαλμένο από την ίδια τη σχολή της συμβολιστικής πεζογραφίας.
   Τα «Θέματα του κόσμου» συνιστούν το Αιγαίο, οι άνθρωποί του, το λαμπρότατο φως του, η θάλασσά του, τα νησιά του, η προαιώνια ελληνική του καρδιά. Η «Βουή» και ο «Ακήφ» είναι κι αυτά αφηγήματα του Αιγαίου. Ο Ακήφ σκοτώνει ένα μεγάλο φίδι, το οποίο γίνεται εφιάλτης, αφορμή αθλιότητας και απελπισμού. Όσο κι αν πασχίζει να παλέψει με τον εφιάλτη, τόσο η κατάστασή του χειροτερεύει, ώσπου παίρνει για τον Ακήφ τη σημασία που έχουν όλα τα αποδεκτά πράγματα. Η μοίρα, ο Θεός, ο ήλιος,. του υποτάσσονται. Το διήγημα μας δείχνει την ικανότητα του Βενέζη να συνταιριάζει το όνειρο με την πραγματικότητα και να ντύνει τη βιοτική του πείρα με τον ελαφρύ χιτώνα μιας φαντασίας, που δεν αποσυνθέτει, μα βαθαίνει τα καθημερινά περιστατικά της ζωής. Κι είναι περίεργο, που, ενώ συχνά, σαν αφήσει τη φαντασία του ολομόναχη να δημιουργήσει τη σύνθεσή της, φαίνεται, πως ξεφεύγει από τον προορισμό του, βρίσκεται ολότελα στο στοιχείο του την ώρα που απλώνει την πραγματικότητα ίσαμε τα σύνορα του λυρικού μύθου. Η «Βουή» είναι η λιτή και υποβλητική περιγραφή του τέλους μιας ενενηντάχρονης γριάς, που συμπληρώνει την καρτερική της ζωή υπομονετικά και μακρόθυμα. Αυτή η γριά είναι σαν ένα πρότυπο κι ένα σύμβολο μέσα στο σύνολο της πεζογραφικής παραγωγής του Βενέζη.
   Σύμφωνα με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, τα περισσότερα αφηγήματα της συλλογής παρουσιάζουν αδυναμίες, που νοθεύουν την παρθενιά του συμβολισμού και παρουσιάζουν τη σύνθεση σαν από πριν οργανωμένη, για ένα ορισμένο σκοπό. Αυτό στα χέρια ενός άλλου πεζογράφου θα μπορούσε να μεταβληθεί σε πλεονέκτημα, μα στο Βενέζη, θρεμμένο όλο με ευαίσθητες πείρες και συγκινημένες μνήμες, καταντά, αλλά με εξαιρέσεις, μειονέκτημα. Η παρατήρηση αυτή αφορά κυρίως στα διηγήματα «Ασημένιο καράβι», «Λυκαβηττός», ενώ δεν έχει καμία σχέση με τη «Σαντορίνη» και την «Πρώτη ώρα», που, όπως ανέφερα και προηγουμένως, ξεχώρισαν εξαρχής για την αισθητική τους αξία.
   Ο Πέτρος Χάρης υποστηρίζει ότι: «Το διήγημα, μικρή αλλά απαιτητική σύνθεση, δεν κάνει παιχνίδια και δε σηκώνει αδυναμίες. Η συντομία του, το δέσιμο του, η οικονομία χρόνου και χώρου, που είναι μία από τις κλασικές μα και διαρκέστερες βάσεις του, η φράση του, που δε χωράει πλατειασμούς, είναι μία σειρά από ανάγκες που μόνο ένας έμπειρος μπορεί να αντιμετωπίσει. Έχει όλες τις αξιώσεις του ώριμου πεζογραφήματος κι όμως […] παρουσιάζεται με τα ελαφρυντικά του πρωτολείου.»


Αιολική Γη


   Το 1943 τυπώθηκε η Αιολική Γη, το δημοφιλέστερο και το πιο μεταφρασμένο από τα έργα του Βενέζη. Η Αιολική Γη αποτελεί κορύφωμα, επιστέγασμα και κορωνίδα, με προπομπό το Νούμερο 31328. Γράφεται μέσα στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, σε μια περίοδο ανάπηρης ελευθερίας, ανυπέρβλητων βιοτικών δυσκολιών κι ευτελισμού της ανθρώπινης ζωής. Με αυτό το μυθιστόρημα ο Βενέζης έχει φτάσει στην ωριμότητά του. Κατορθώνει να εκφραστεί με τον χαμηλό τόνο του παραμυθιού, το επικό και το μαγικό παράλληλα στοιχείο. Η αρχική σκέψη του Βενέζη για την Αιολική Γη ήταν ν’ αποτελέσει ένα οδοιπορικό στα παιδικά χρόνια, δημοσιευμένο σε τρεις ή τέσσερις συνέχειες σε περιοδικό. Όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας, πρόκειται για ένα κείμενο απλότητας και νοσταλγίας. Η Αιολική Γη στην πρόθεσή της να εναρμονίσει τα πράγματα και τη φύση με το χώρο του φανταστικού και του ονειρικού, χρειάστηκε περισσότερο μόχθο απ’ όλα τα δημιουργήματα του Βενέζη.
    Το βιβλίο αυτό δίνει τη γλυκιά γεύση μιας ήρεμης κι ανεπανάληπτα αδιατάρακτης ειρηνικής ζωής, στην οποία κάτω από την ακλυδώνιστη νηνεμία, κάτι φαίνεται να προμηνάει μια μη ορατή, αλλά διαισθητικά επερχόμενη εκρυθμία. Το μήνυμα του βιβλίου εκτείνεται πέρα από τον τρόπο ζωής των ανθρώπων, των ριζωμένων στον τόπο που γεννήθηκαν, αγάπησαν και που βρίσκονται θαμμένοι οι νεκροί τους. Η Αιολική Γη βρίσκεται στο όριο της ειρηνικής ζωής και του δαίμονα που καραδοκεί έτοιμος να επισωρεύσει τα δεινά ενός αδυσώπητου κατατρεγμού, τη μάστιγα ενός ανελέητου πολέμου. Είναι το προμήνυμα των δεινών που μέλλεται να πλήξουν έναν ολόκληρο λαό που έστησε στις ανατολικές ακτές του Αιγαίου το λίκνο του πολιτισμού του. Η  Αιολική Γη παρουσιάζει μια ειδυλλιακή εικόνα από τη ζωή των Ελλήνων της Μικρασίας πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο. Η μελαγχολία που αναδίδεται από τις σελίδες του βιβλίου υπάρχει γιατί έχουμε τη συναίσθηση της σύντομης γαλήνης πριν από την τρικυμία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο S. Baud-Bovy, «το βιβλίο, οδυνηρά ονειρικό, εκφράζει τον κλονισμό και την συντριβή της ευαίσθητης ψυχής.»
   Με δυσκολία μπορεί να μιλήσει κανείς στην Αιολική γη για «σύνθεση»: το υλικό είναι μόνο του ταχτοποιημένο, μ’ έναν τρόπο ραψωδιακό, με παρεκβάσεις και ξαφνικά βουτήγματα μέσα στον θρύλο, που, χωρίς να σπάζουν τον ρυθμό της αφήγησης, δυναμώνουν την εκφραστικότητα και την ουσία του έργου. Από την υψηλή οροσειρά των Κιμιντένιων, που ανάμεσα στις πλαγιές τους και στη θάλασσα κυλάει η ζωή των Ελλήνων αποίκων, πέφτει ένας ίσκιος βαρύς, γεμάτος πανάρχαιο μυστήριο. Η τουρκική βαρβαρότητα κι ο πόλεμος έχουν περιοριστεί στην ενδοχώρα, αλλά μπροστά από την πατρική γη, η θάλασσα είναι φωτεινή και τα μάτια των παιδιών διστάζουν ανάμεσα στην ξάστερη γοητεία της και στο κάλεσμα του ανέμου που κατεβαίνει από τα υψίπεδα της Ανατολής.
   Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη: στον «Κόσμο», στη «Συμφωνία της Αυγής» και στους «Ανθρώπους». Στον «Κόσμο», οι μικροί ήρωες της ιστορίας κάνουν το πρώτο ταξίδι τους ανάμεσα στα μυστικά στοιχεία της ζωής, όπου θα εγκλιματιστούν για να ξεκινήσουν κάποτε τις βαθύτερες αναγνωρίσεις. Στη «Συμφωνία της Αυγής», αφήνοντας την παιδική ηλικία για μια εφηβεία που θαμποφέγγει, αρχίζουν να διαμορφώνουν μια πιο προσωπική αντίληψη των πραγμάτων, ενώ το πρωτο-ξύπνημα της συγκαλυμμένης libido τους παρορμά σε σατανικές επινοήσεις, για να στερεώσουν το νεοσχημάτιστο εγώ τους. Στους «Ανθρώπους», το υποβλητικότερο μέρος του βιβλίου, όπου το επικό στοιχείο δένεται έξοχα με σκηνές ηρωισμού, ανθρωπιάς, θηριωδίας και αγνής συγκίνησης, τα παιδιά έρχονται σε πρώτη επαφή με τα πάθη των μεγάλων, που συγκλονίζουν ως την ανδραγαθία ή τη φυγομαχία.
   Ένα πλήθος από αυθεντικούς λαϊκούς τύπους, χαρακτηριστικούς και ζωηρά χρωματισμένους, ξετυλίγεται μπροστά μας. Άλλοι είναι πρωτόγονοι, ονειροπόλοι και οραματιστές, κι άλλοι φοβεροί ληστές, κοντραμπατζήδες. Στο κέντρο του μύθου βρίσκεται το υποστατικό του παππού, στις ρίζες του άγριου βουνού της Ανατολής, τα Κιμιντένια, η ζωή και οι άνθρωποι του υποστατικού, και πρώτα από όλα, το χαρούμενο κοπάδι των αδελφών που περνούν τα καλοκαίρια τους στη μαγεμένη χώρα της παιδικής ηλικίας. Στο υποστατικό ζούσαν απλοί χωρικοί, που βρίσκονταν σε στενή επικοινωνία με τη φύση, τα αγροτικά έθιμα και τον πολιτισμό, που από τη μια πλευρά ήταν ειδωλολατρικός και από την άλλη βασιζόταν σε μια παραφθαρμένη και γεμάτη προλήψεις μορφή του χριστιανισμού. Τον έξω κόσμο τον μάθαιναν από τους ταξιδιώτες που περνούσαν. Ο ήρωας του Βενέζη, οι αγάπες του, οι τρόμοι του, η έμφυτη τάση του να πιστεύει ό,τι του λέγανε ώριμοι άνθρωποι, η πεποίθησή του ότι τα όπλα ζουν μέσα στο «κίτρινο δωμάτιο», ο τρόμος του για τα κακά πνεύματα που κυρίευαν τον θείο του, η πίστη του στην ενσυνείδητη ύπαρξη της άψυχης φύσης, στα αγαθοποιά πνεύματα του δάσους, οι θερμές σχέσεις του με τις αδελφές του, όλα αυτά εκφράζονται με μια απλότητα κι ομορφιά που κρύβουν μια εξαιρετικής ποιότητας τέχνη. Η φυγή στην Ελλάδα αποτελούσε τη μόνη λύση, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να επιβιβαστούν στα πλοία και να εγκαταλείψουν τα πάντα. Οι Τούρκοι έσπερναν τον πανικό με τα «εργατικά τάγματα».
    Οι άνθρωποι, απλοί και σκληροί, αθώοι κι ανυπόταχτοι σαν τα θεριά, ξέρουν τη γλώσσα της γης και της φύσης· γλώσσα ελληνίδα, αρθρωμένη πάνω στους αιώνιους ρυθμούς της αγέραστης και άτρωτης ελληνικής φυλής, που αντέχει και είναι όρθια σ’ όλες τις μπόρες για ν’ αντιστέκεται ηρωικά πάνω στη φλούδα της γης. Η ζωή των ανθρώπων αυτών είναι άρρηκτα δεμένη με τη φύση και τα στοιχεία της. Μια ζωή γεμάτη αγώνες για επιβίωση και αγωνία, γεμάτη κινδύνους και μυστήριο, μια ζωή, που στα μάτια μας παίρνει διαστάσεις παραμυθιού και περιεχόμενο θρύλου. Αγαπούν με πάθος το καθετί: τα νερά, τα δέντρα, τα φυτά και τα ζώα. Είναι φιλιωμένοι με τον κόσμο που τους περιβάλλει. Μια σχέση πρωτόγονου αισθητισμού τους ενώνει με τα ζωοποιά στοιχεία: το χώμα και τη βροχή, αυτή του έρωτα και του πάθους. Με τη μυρωδιά της γης· με την ανάσα των πουλιών και τη μοναξιά των δέντρων. Ακόμα και όταν η φύση αγριεύει οι άνθρωποι έχουν την υπομονή να περιμένουν να περάσει ο θυμός ή βρίσκουν τον τρόπο ν’ αντιμετωπίζουν και να μαλακώνουν την  οργή της.
    Όλα είναι ζωγραφισμένα με ανοιχτά χρώματα και αδρές γραμμές, αλλά τυλιγμένα σε μια αχλύ ονείρου που φαίνεται συνθεμένη εξίσου από τη φαντασία του παιδιού κι από τη νοσταλγία και τη μελαγχολία του αφηγητή, βοηθούμενη από τον πρωτόγονο μυστικισμό της φύσης. Πίσω από το κείμενο της  Αιολικής γης, το γεμάτο περιπέτεια, βρίσκεται μια πανθεϊστική όψη του κόσμου, που απαιτεί συμβολική έκφραση του φαινομένου της ζωής.
   Ο τρόπος που ο Βενέζης διεισδύει στα πράγματα είναι άμεσος και διαυγής, οι συγκινήσεις του ανθρώπινες, το ύφος του καθαρό κι απλό. Περιγράφει με μεγάλη πιστότητα και ζωντάνια ό,τι έχει δει και μεταδίδει γεγονότα κι αισθήματα με λιτότητα κι ενάργεια στους αναγνώστες του. Στις σελίδες του διακρίνουμε κάποια αφέλεια και παιδικότητα, που ενώ θα μπορούσε να καταστρέψει ένα έργο πιο επιτηδευμένο, στην προκειμένη περίπτωση καθιστά το αφηγηματικό αποτέλεσμα πιο δραστικό.
   Το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο αποτελεί η ζωή ενός τσιφλικιού στα παράλια της Μ. Ασίας, κάτω από τα Κιμιντένια, σ’ ένα σημείο στασιμότητας πριν από την οριστική του παρακμή με την αλλαγή των οικονομικών και κοινωνικών όρων, έως το καλοκαίρι του 1914.
  Οι μνήμες των χαμένων πατρίδων είναι κι εδώ έντονες. Παρακολουθούμε το κενό της ψυχής τους, τη νοσταλγία, τα όνειρα και τα οράματά τους. Είναι άνθρωποι ήμεροι, που προσπαθούν να  γλυκάνουν τη δυστυχία τους κι όλο το έργο αποτελεί ένα γοητευτικό παραμύθι, που το ζει ένα παιδί, ο μικρός Πέτρος. Μαζί με τις αδελφές του θεάται τη ζωή του, τον ξεριζωμό, την προσπάθεια να στεριώσουν στο νέο τόπο. Τους περιμένουν εκπλήξεις που τις αντιμετωπίζουν με τα μάτια ορθάνοιχτα και οι τρυφερές ψυχές τους δοκιμάζουν ποικίλες διακυμάνσεις. Ο Βενέζης συνδυάζει το αφηγηματικό ταλέντο με μια λυρική ευαισθησία, γράφει ο Κανελλόπουλος. Το μυθιστόρημα είναι ένα όνειρο που σβήνει μέσα στα παιδικά τα περασμένα, για να ξεπροβάλει απ’ αυτό ένα πολύ πικραμένο παρόν.
   Εδώ, ο Βενέζης προσπαθεί να εφαρμόσει το ιδεώδες του Μακρυγιάννη, ο οποίος μετέδιδε γυμνές αλήθειες γράφοντας απλά. Όπως υποστήριζε, αν κανείς αποκτήσει και πάλι την εμπιστοσύνη του στην απλότητα και βεβαιωθεί πως τα μεγάλα έργα δεν γίνονται μόνο μέσα από σκοτεινά και δυσερμήνευτα πράγματα, τότε ίσως καταφέρει και επιστρέψει στον εαυτό του και στην επική μας εποχή. Αυτό το εγχείρημα άγγιξε τότε μόνο την Τ. Σταύρου. Όπως κι αν έχει, όμως, ο συγγραφέας προσπάθησε να γράψει ένα «ελληνικό» μυθιστόρημα, αντίστοιχο της παράδοσής μας, αφομοιώνοντας πράγματα που ταίριαζαν στον «φωτεινό» μας τόπο. Η τάση αυτή του Βενέζη προϋπήρχε. Σε μια συνέντευξή του δήλωνε ότι σκόπευε «ν’ απογυμνώσει το κείμενό του από κάθε τι που μετέφερε το βάρος στην απατηλή επιφάνεια». Σε μια κριτική του για την Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρ. Δούκα, είχε χαρακτηριστικά αναφέρει ότι: «Οι σελίδες του βιβλίου είναι οι καλύτερες που έχουν γραφεί τα τελευταία χρόνια στα ρωμέικα […]. Ο Δούκας έχει καταργήσει εντελώς την παρομοίωση κι έκανε περίφημα».
    Ουσιαστικά, η Αιολική Γη είναι μια συμβολή στη συζήτηση για τον επαναπροσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας. Στις σελίδες της διαβάζουμε για τους «αδαμιαίους» προγόνους, για γεγονότα βιβλικών «διαστάσεων», ενώ χαρακτηριστική είναι και η επιδίωξη της κατάκτησης της «ελληνικότητας» μέσω της «απλότητας» και του «φυσικού» ύφους. Κύριο μέλημα του Βενέζη στάθηκε η επιδίωξη να γίνει η Αιολική Γη το καθαρτήριο έργο, που θα άνοιγε την πόρτα του Παραδείσου και θα οδηγούσε τους αναγνώστες στα παιδικά χρόνια του Ελληνισμού, στον τόπο που γεννήθηκε η θεότητα της τέχνης, εκεί όπου ο άνθρωπος βρισκόταν σε αρμονική σχέση με τη φύση. Η  Αιολική Γη  είναι ο λογοτεχνικός τόπος στον οποίο το «επικό» θέμα της μετανάστευσης θα μυθοποιηθεί, καθώς ο Βενέζης θα το επανακατεργαστεί σε επαναλαμβανόμενες παραλλαγές, στα «παραμύθια». Ο συγγραφέας, άλλωστε, τονίζει το θέμα των παραλλαγών χρησιμοποιώντας μουσικό λεξιλόγιο, που παραπέμπει στο δημοτικό τραγούδι, δίνοντας παράλληλα ρυθμό στο κείμενο.
   Αν κάθε έργο τέχνης είναι η περιπέτεια και η λύση ενός εσωτερικού δράματος, η συμφορά του Βενέζη πρέπει ν’ αναζητηθεί στις πιο μυστικές πηγές της ευαισθησίας του. Σε αρκετά σημεία, καταφεύγει σ’ εξωτερικές διακοσμήσεις από την ανάγκη να σπάσει το μονότονο ρυθμό μιας αφήγησης στηριγμένης στο ασάλευτο βάθος της ζωής. Έτσι, ο Βενέζης θα μας μυήσει στο μυστήριο ολόκληρης της συγγραφικής του ενέργειας και θα μας αποκαλύψει τον ίδιο τον μηχανισμό της: οι δεσμοί του ανθρώπου με τον άνθρωπο, που πλαισιώνονται με πρωτότυπα και συγκινητικά ευρήματα, αποτελούν τη φυσική συνέχεια των δεσμών του με τη φύση. Ο αναγνώστης ανακαλύπτει πως η μοίρα των ανθρώπων της Αιολικής Γης είναι και η δική του μοίρα. Η εξαίσια ηρωίδα των δεκατριών χρονών, η εκρηκτική και θεληματική Άρτεμη, μας διδάσκει πως οι ίδιοι οι άνθρωποι δημιουργούν τη μοίρα τους, υπακούοντας σε μια επιταγή του χαρακτήρα και της ιδιοσυγκρασίας τους. Ο έρωτας της μικρής Άρτεμης για τον κυνηγό, τόσο περισσότερο σφοδρός όσο βαθύτερα ανεπίγνωστος, μας θυμίζει τις φυσικές δυνάμεις που ενεργούν χωρίς αυτοσυνείδηση, για να μας επιβάλλονται με ό,τι πιο ανυπόταχτο έχουν. Οι χαρακτήρες του Βενέζη, σύμβολα της ελληνικής πατριαρχικής οικογένειας, μας συγκινούν περισσότερο με ό,τι πιο μυθικό κι υπερφυσικό διαθέτουν, παρά με το ανθρώπινο στοιχείο τους. Η Ντόρις, μάλιστα, μοιάζει περισσότερο με φιγούρα παραμυθιού, που αντλεί τη γοητεία της από τον κόσμο της ποίησης και του ονείρου. Το παραμύθι είναι η βάση στη δημιουργία του Βενέζη. Ολόκληρη η αφήγηση προσαρμόζεται σφιχτά και δένεται πάνω σε ένα μαγικό μοτίβο.
    Χαλαρή στη σύνθεση, αλλά γοητευτικά υποβλητική, η  Αιολική Γη αποτελεί έναν ύμνο για τον χαμένο παράδεισο των παιδικών χρόνων και ταυτόχρονα, ένα χρονικό του ελληνισμού της Μικρασίας, πριν από τον ξεριζωμό. Το εφηβικό παρελθόν μυθοποιείται με διάθεση να ταυτιστεί αυτή η ηλικία με τα χρόνια της περασμένης και χαμένης λεβεντιάς του παλιού καλού καιρού. Παρακολουθούμε τη μετατροπή της αφήγησης -με την επενέργεια της νοσταλγικής διάθεσης του συγγραφέα- σε παραμύθι βιωμένο στα παιδικά χρόνια του Βενέζη στην ιωνική γη: τα γεγονότα έχουν περιβληθεί μ’ ένα μαγικό πέπλο, χάνουν το γήινο βάρος τους και βρίσκονται κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Οι αναμνήσεις δίνονται με τη διάχυτη αοριστία της ανάμνησης, με τη γοητεία του παραμυθιού, με τον διάχυτο αέρα της εφηβείας και το ρίζωμα στα γενέθλια χώματα. Οι αρετές αυτές αντισταθμίζονται από μια χαλαρότητα στη σύνθεση, την απουσία ενός κέντρου, την έλλειψη του συγκεκριμένου, τη συναισθηματική υπερβολή και από κάποια χαλαρότητα στη γλώσσα και στο ύφος. Η ζωή ατενίζεται με τα μάτια της παιδικής ηλικίας και ο παράξενος κόσμος φαίνεται ν’ αυτοδικαιώνεται μέσα στην οικονομία του. Πρόκειται για ένα έργο με αυτοβιογραφικές βάσεις που έχουν μυθοποιηθεί σε βαθμό που δύσκολα μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τις πραγματικές καταβολές από τα επινοημένα στοιχεία. Είναι ένα άρτιο μυθιστόρημα με αξιώσεις ν’ αναγνωρισθεί ως ένα από τ’ αριστουργήματα της πεζογραφίας μας. Η Αιολική Γη συνιστά μια προσφορά στη λογοτεχνία μας. Συνοψίζει τις κυριότερες ικανότητες του συγγραφέα της, ακόμα και μερικές αδυναμίες του, αισθητές σε σελίδες που παραφορτωμένες από την ιδιοτυπία του, καταλήγουν σε δυσάρεστο πλεονασμό, απλή φλυαρία.
   Ο Μ. Ροδάς χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα ως «ένα βιβλίο ιερό στη σύνθεσή του». Θεωρεί πως «ανάμεσα από τη ζωή των χριστιανών της Ανατολής περνάει και το εθνικό δράμα, ραντισμένο με τα άγια μύρα της τέχνης του λόγου, που ανυψώνει τον συγγραφέα στο βάθρο του εθνογράφου». Επιπλέον, αποδίδει στην Αιολική Γη τον χαρακτηρισμό «βιβλίο της πνευματικής υγείας», επειδή ακριβώς γράφτηκε σε μια εποχή ταραχής και καταστροφής.
   Θα ήταν δύσκολο, ωστόσο, και ανακριβές να χαρακτηρίσει κανείς την Αιολική Γη τυπικό μυθιστόρημα. Πρόκειται μάλλον για εκτενή τοιχογραφία ιστοριών και θρύλων,  που συγγενεύει με το παραμύθι και που ερωτοτροπεί με το χρονικό. Κι αυτό όχι τόσο επειδή ο αναγνώστης μεταφέρεται σε περιοχές που άλλοτε ανθούσε το ανύπαρκτο εκεί σήμερα ελληνικό στοιχείο κι επικοινωνεί με συνήθειες και έθιμα αλλοτινών καιρών, όσο επειδή τα πρόσωπα, τα περιστατικά και οι αφηγήσεις που εγκιβωτίζονται στον κύριο κορμό της πλοκής υπακούουν σε άγραφους κώδικες συμπεριφοράς, σε αρχές και αξίες που σταδιακά παύουν να ισχύουν, αν δεν έχουν οριστικά λησμονηθεί.
   Η Αιολική Γη δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά αναμνήσεις από την παιδική ηλικία και την πατρογονική γη. Είναι η λυρική, η γεμάτη αγάπη και τρυφερότητα ανάπτυξη της ιστορίας μιας οικογένειας στην Ανατολή, οργανωμένης πατριαρχικά, ουσιαστικά δεμένης με τα χώματα όπου ζει, ξεριζωμένης, τέλος, βίαια από τον καλπασμό των γεγονότων, στα 1914. Και η ιστορία αυτή εικονίζεται και περιγράφεται κοιταγμένη με τα μάτια του παιδιού, του μικρού Πέτρου, που ανακαλύπτει μαζί με τις αδερφές του για πρώτη φορά το θαύμα της ζωής στο χώρο της υπαίθρου, τις μυστικές σχέσεις του ανθρώπου με τα δέντρα, τα ζώα και τα πουλιά. Το βιβλίο είναι γεμάτο απ’ αυτή την έκπληξη και την έκσταση των παιδιών με την ευαίσθητη και τρυφερή ψυχή, που ζούν έντονα τον υπόγειο ρυθμό της γης και της φύσης και δέχονται καθαρά τα ασύλληπτα μηνύματα ενός άγνωστου για τους μεγάλους κόσμου. Υπάρχει μία μυστική ανταπόκριση με τη ζωή που βρίσκεται πέρα από τις αισθήσεις, η απλή και φυσική συνομιλία με αδιόρατες δυνάμεις και ανοίγεται υποβλητικά το παραπέτασμα που καλύπτει, με σύννεφα μυστηρίου, την απόκρυφη ουσία των πραγμάτων.
   Οι νεαροί ήρωες της Αιολικής Γης υποφέρουν και χαίρονται με τις εξελίξεις των ερωτικών τους σχέσεων. Το έργο χαρακτηρίζεται ως «βιβλίο των πρώτων ορμών», καθώς στις σελίδες του κυριαρχεί ο «ασύνειδος», σφοδρός και ανεπίγνωστος έρωτας. Τα πάθη βρίσκονται σε έξαρση: κρυφοί, απωθημένοι, δειλοί έρωτες, άγνωστα, σφοδρά, αξεδιάλυτα ως συγκεχυμένα αισθήματα, παιδικά, εφηβικά όνειρα, ανέκφραστοι, ανολοκλήρωτοι, βουβοί πόθοι.
   Θαυμάζουμε την οξύτητα και την ασφάλεια του ενστίκτου του Βενέζη, καθώς επίσης και τη γεμάτη τρυφερότητα λυρική ψυχή του. Η Αιολική Γη είναι ένα βιβλίο εσωτερικής ζωής, η γνησιότητα του οποίου επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα στοιχεία της σύνθεσής του. Η πνοή που το εμψυχώνει δίνει στο λιτό του ύφος έναν τόνο απόλυτα προσωπικό. Το γράψιμό του είναι εξαιρετικά προσεγμένο, ωστόσο, σε κάποια σημεία υπάρχουν κάποιες φραστικές ασάφειες, ενδοιασμοί κι επαναλήψεις. Πάρα ταύτα, ο Βενέζης τα ξεπερνάει όλα με τη δύναμη του ταλέντου του, καθώς ξέρει να υποτάσσει κάθε εξωτερική γοητεία σ’ ένα μυστήριο καθαρά εσωτερικής ποιότητας.
   Η Αιολική Γη, κείμενο καθαρά ιδιωτικής σημασίας για τον πεζογράφο, αποτελεί έργο υποκειμενικής συγκίνησης, δημιουργημένης από το δεσμό της οικογένειας, από τη συγγενική ατμόσφαιρα, από την αγάπη των μικρών παιδιών προς τα αδέρφια τους κι από τη φιλική και καλόκαρδη συναναστροφή με τα γνωστά κι αγαπημένα πρόσωπα των υποτακτικών και των γειτόνων, ένα πεζογράφημα που, παρά τα ειδικά ελαττώματά του, μας συγκινεί με τη λογοτεχνική αλήθεια του. Η Αιολική Γη δεν είναι μία επιτυχημένη πρόσμιξη του λυρικού στοιχείου με το επικό, αλλά η λυρική εκμετάλλευση μιας επικής ουσίας. Γεγονότα και περιστατικά ηρωικής σημασίας και επικού βάρους απαλύνονται, χάνοντας τη δύναμη και το περιεχόμενό τους· γίνονται λυγμός ή επιφώνημα, συγκίνηση τρυφερή και γυναικεία, απαλό χάδι και ψίθυρος σιγανός. Η πεζογραφία του Βενέζη ναρκώνει κι αποκοιμίζει τον αναγνώστη, χωρίς να χάνει βέβαια το ιδιαίτερο θέλγητρό της. Και στην Αιολική Γη υπάρχει μια αοριστία στην απόδοση και στην απεικόνιση των προσώπων, των πραγμάτων και των περιστατικών. Είναι η έλλειψη του συγκεκριμένου και του απτού, που παύει να αφαιρεί από τα πράγματα το βάρος της ύλης και από τα πρόσωπα τη ζωντανή και σάρκινη υπόστασή τους.
   Η γλώσσα της Αιολικής Γης είναι ανάλογη με το χαρακτήρα της αφήγησής της. Ο Τ. Αθανασιάδης πιστεύει ότι «η γλώσσα έχει φτάσει σε μιαν απαράμιλλη εκλέπτυνση και είναι τέλεια υποταγμένη σ’ ένα ύφος, που όσο πάει, πλησιάζει προς τον ιδανικό στόχο του Βενέζη: Να γίνει απλό και κατάλληλο να εκφράσει μια διάθεση φυγόκοσμη, που αγωνίζεται να οδηγήσει την όρασή μας πέρα από το απτό, προεκτείνοντας την υλική παράστασή του προς ένα βάθος, όπου οι διαθλάσεις των επιθυμιών μας αναμένουν για να τη μετουσιώσουν σε μαγική ύλη». Η γλώσσα του Bενέζη εμφανίζεται ανάλογη τόσο με τις γενικότερες ανακατατάξεις όσο και με την ιδιαίτερη φύση του έργου του κι είναι χαρακτηριστικό ότι ο Β. Λαούρδας, απροσάρμοστος στις αλλαγές των καιρών κι εφαρμόζοντας προκαθορισμένα κριτήρια, μέσα στο επικριτικό του μένος για την Αιολική γη, τον κατηγορεί πως «δεν ξέρει τη δημοτική», επειδή τάχα μεταχειρίζεται λέξεις όπως: «αναδύονται», «στιλπνά», «ακτινοβολεί», «υπόκωφα», «εγκαρτέρηση», «ρυτιδωμένα», «έκθαμβο», «αναθήματα» κι άλλες πολιτογραφημένες ήδη στη δημοτική της λογοτεχνίας.
   Από την Αιολική Γη λείπει η σπονδυλική στήλη, το κέντρο βάρους του βιβλίου και του ενδιαφέροντος του αναγνώστη. Το βιβλίο δεν έχει αρχιτεκτονική δομή. Είναι γραμμένο στο πρώτο πρόσωπο, το οποίο το διαδέχεται εδώ κι εκεί το τρίτο, όχι σύμφωνα με κάποιο πρωτότυπο επινοημένο σχέδιο τεχνικής, αλλά σύμφωνα με τις ευκολίες που παρέχονται στη διήγηση, γεμάτο από εμβόλιμες, αυτοτελείς ιστορίες, που μπορεί ν’ αφαιρεθούν ή να προστεθούν κι άλλες χωρίς καμία ζημιά στο κείμενο και που πλάθουν, ωστόσο, πολύ πρόσφορα την ατμόσφαιρα και δημιουργούν με επιτυχία το ψυχικό κλίμα της Ανατολής.
   Δεν είναι τόσο η ανάπτυξη κι οι ανησυχίες της εφηβείας όσο η πατρογονική γη, το χώμα των προγόνων και οι αδιάρρηκτοι δεσμοί μ’ αυτό που υπογραμμίζει ο συγγραφέας στην Αιολική Γη. Τα παιδιά ζουν απλά και φυσικά με τα όνειρά τους, σε μια ατμόσφαιρα παραμυθιού, πλάι στους απλοϊκούς και καλοπροαίρετους ανθρώπους του υποστατικού και οι ψυχικές αντιδράσεις τους δίνονται με νύξεις μοναχά, πολύ συμβατικά και μονοκόμματα. Ακόμα κι οι υποσυνείδητοι έρωτες του Πέτρου προς τη Ντόρις και της Άρτεμης προς τον κυνηγό αφήνουν τον αναγνώστη με την εντύπωση πως ακολουθούν ένα προκαθορισμένο σχέδιο. Η γη κι οι δεσμοί με αυτή, η καθημερινή κι αιώνια συναισθηματική επικοινωνία με τα απλά πράγματα της φύσης και η διάχυτη κι υποβλητική αγάπη για όλα αυτά είναι το θέμα και η ουσία της Αιολικής Γης. Γι’ αυτό είναι αληθινός και συγκινεί ο μπάρμπα - Ιωσήφ, μια από τις αγαπημένες βιβλικές μορφές της πεζογραφίας του Βενέζη, που μπόλιαζε τα δέντρα και συμβόλιζε τη στενή σχέση και τον άρρηκτο δεσμό του ανθρώπου με τη γη, ενώ δεν συγκινεί, μας αφήνει αδιάφορους και συχνά ενοχλεί η αδιάκοπη παρουσίαση μιας εμψυχωμένης και προσωποποιημένης φύσης με την υπερβολή της, όπου οι ρίζες, τα κύματα, τα σύννεφα και τα δέντρα παίρνουν ανθρώπινη λαλιά για να μας υποβάλουν.
   Το βιβλίο χαρακτηρίζεται από τον αντι-επικό και αντι-ηρωικό τόνο του Βενέζη. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί δεν δικαιολογούνται μόνον από το ύφος του, από τη χαμηλόφωνη κι υποβλητική ροή του λόγου του, από τις λιγοστές λέξεις που συγκροτούν τις φράσεις του. Οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες μένουν «απλοί και μονοκόμματοι στην ψυχική τους διάρθρωση, υποταγμένοι εθελόδουλα στη δυναστεία του μοιραίου, που ανεξιχνίαστα προστάζει το θέλω του πέρα από το ορατό και το συγκεκριμένο, προσφέροντας την ίδια στιγμή, με ύποπτη γενναιοδωρία, το φέρετρο και το λίκνο […]» Τα πρόσωπα δεν αντιδρούν δυναμικά, μοιάζουν να είναι βουτηγμένα στη μακαριότητα της ανατολικής σοφίας, που δεν μπορεί και δεν θέλει ν’ αλλάξει την τάξη του κόσμου. Τ’ αόρατα νήματα που ορίζουν όχι μόνο την ανθρώπινη ζωή, αλλά και την τύχη όλων των πλασμάτων που ζουν πάνω στη γη,  οδηγούν κάποτε σε απροσδόκητες και αναπάντεχες μεταξύ τους διασυνδέσεις. Τα περισσότερα πρόσωπα του βιβλίου ανταποκρίνονται σε αρχέτυπα, όπως τα έχει καθορίσει η μακροχρόνια παράδοση και η κοινή συνείδηση: οι σεβάσμιες μορφές του παππού και της γιαγιάς, με ό,τι συνεπάγεται η σοφία τόσων χρόνων που τους βαραίνει, αλλά και η πολύχρονη αγάπη, η αμοιβαία αφοσίωση και στοργή που τους συνδέει, ο ληστής Αντώνης Παγίδας, φόβος και τρόμος της περιοχής, που ξέρει όμως να γίνεται δίκαιος, έντιμος και απροσδόκητα τρυφερός, οσάκις αντιμετωπίζει αδύναμες ανθρώπινες στιγμές. Ληστές λίγο ρομαντικοί που δεν δέχονται να ακούσουν το παραμικρό όταν ο λόγος είναι για τιμή, παλικάρια όλο γενναιοψυχία (Λάζος, Γαρμπής) σκοτώνουνε από ανάγκη, κινημένοι από το δαίμονα που φωλιάζει μέσα τους. Οι πιο δυνατοί ρίχνονται με όλη την ύπαρξή τους στη δράση, στην περιπέτεια, στο φόνο. Ο κυνηγός με τα κίτρινα αστέρια στο μαντίλι του, πρότυπο υπακοής, παλικαριάς και πίστης στα αφεντικά του. Ο σαλεμένος από τον έρωτα σαμαράς ψάχνει να βρει το «αεικίνητο» για να εντυπωσιάσει την αταίριαστη γι’  αυτόν γυναίκα που αγάπησε ή ακόμα ο φτωχός καμηλιέρης που έχασε και ψάχνει να βρει το καμήλι με το άσπρο κεφάλι, κι αυτός δείγμα του ανθρώπου που αφοσιώνεται εφ’ όρου ζωής στο κυνήγι μιας χίμαιρας. Παιδιά της γης της Ανατολής, της ελληνικής θάλασσας που συνδυάζουν το ξεροκέφαλο πείσμα του χωριάτη και του Ανατολίτη καμηλιέρη με τη φαντασία των θαλασσινών. Άλλοι, άρρωστοι, καταδικασμένοι σε ακινησία, καταβροχθίζουνε βιβλία περιπετειών και αρκούνται να ονειρεύονται αυτά που ζήσανε άλλοι. Τέλος, ο γερό-Ιωσήφ, περίπτωση άτυχου νησιώτη που ήρθε να εργαστεί στη Μικρασία και δεν κατάφερε να προκόψει. Στα πλάσματα που δεν έχουν παρά μικρά φτερά και που χάλασαν τη ζωή τους, μία έμμονη ιδέα έχει πάρει τη θέση των ονείρων που δεν εκπληρώθηκαν.  Χωρίς δική του οικογένεια, βιός και μέλλον, λόγω της ηλικίας του, είναι ο μόνος που αρνείται να εγκαταλείψει το υποστατικό, παρά το βέβαιο τέλος που του επιφυλάσσει η επέλαση των Τούρκων.
    Εκτός από τα πρόσωπα σημαντικό ρόλο παίζει και το φυσικό περιβάλλον, η γη, τα δέντρα, τα βουνά, η θάλασσα, τα ζώα. Η προαιώνια συνύπαρξη του ανθρώπου και των λοιπών έμβιων όντων συγκροτεί τους συνεχείς κι αλληλένδετους κρίκους μιας αδιατάρακτης οικολογικής αλυσίδας, την οποία κάποτε ο Βενέζης δεν διστάζει να περιγράψει, δίνοντας ανθρώπινη φωνή κι ανθρώπινες ιδιότητες στα άψυχα.
   Πολλές σελίδες της Αιολικής Γης παρουσιάζουν εντυπωσιακές αντιστοιχίες με τα Ψάθινα καπέλα της Μ. Λυμπεράκη. Η υπόθεση του μυθιστορήματος του Βενέζη εκτυλίσσεται στη Μικρασία στα χρόνια πριν από το 1914. Δεν γίνεται καμία σαφής αναφορά στην καταστροφή του 1922, παρόλο που τα γεγονότα αυτά προοικονομούνται με τρόπο που δεν συμβαίνει στα Ψάθινα καπέλα. Η ατμόσφαιρα της νοσταλγίας και η αφηγηματική τεχνική της αναπόλησης είναι κοινή και στα δύο μυθιστορήματα. Το ίδιο και το σκηνικό του αγροκτήματος (υποστατικό). Ο παππούς είναι καλοκάγαθος πατριαρχικός τύπος, έχει χτίσει το οικογενειακό σπίτι με τα δικά του χέρια κι απολαμβάνει μια σχεδόν μαγική επικοινωνία με τη φύση. Άλλες πάλι σελίδες θυμίζουν το έργο του Στάινμπεκ: Σε έναν άγνωστο Θεό.
   Κι αυτό το έργο του Η. Βενέζη ώθησε τους μελετητές στη διατύπωση ποικίλων σχολιασμών :
   «Το μυθιστόρημα του Βενέζη είναι ένα ποιητικό σχόλιο για τη ζωή […]. Ποτέ δε γίνεται αισθηματολόγιο χρονικό και ποτέ δεν ξεπέφτει σε θρηνολογήματα αυτής της ζωής […]. Η θλίψη δεν είναι ποτέ φανερή -πηγάζει από την ομορφιά του βιβλίου, και χρωματίζει πιο πικρά και πιο δυνατά τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Ο κόσμος που περιγράφει η Αιολική Γη είναι παράξενα αρχαϊκός. Βρίσκεται πιο κοντά στον κόσμο του Ησιόδου και του Ομήρου παρά στο δικό μας.»
   «Η Αιολική Γη είχε την πιο καταπληκτική επιτυχία που είδε ποτέ βιβλίο στην Ελλάδα [...]. Είναι σαν μια σύνθεση από παιδικές αναμνήσεις, διηγήματα κι από ένα αγροτικό ελεγείο [...]. Η αφήγηση είναι έξοχη, ζωηρή, γραφική.»
   «Η Αιολική Γη είναι έργο δίχως μορφή. Διαβάζοντάς την αισθάνεσαι μιαν άπειρη και ναρκωτική γλυκερότητα, μιαν ηθική και πνευματική αποχαύνωση […], αλλά αυτό βέβαια δεν είναι λυρισμός […]. Η κυριότερη αδυναμία της μορφής της είναι το ξέφτισμα της λέξης.»
  «Και μόνο την Αιολική Γη να είχε γράψει ο Βενέζης, πάλι θα ήταν ένας από τους μεγάλους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών […]. Η λεπτότητα και η απλότητα αυτού του έργου είναι απαράμιλλες.  Σχεδόν μπορεί κανείς να πει πως σε αυτό το βιβλίο καθορίζεται το τι είναι ένα έργο τέχνης.»
  «Η ατμόσφαιρα της Αιολικής Γης  δεν είναι ούτε αισθηματική ούτε θρηνητική, παρ’ όλη την τραγωδία που πρόκειται να ξεσπάσει αργότερα. Ανάμεσα στους εργατικούς και αγαθούς χωρικούς κινούνται οι απίθανες μορφές των κυνηγών, των ληστών και των κοντραμπατζήδων, που τα ηρωικά τους κατορθώματα παίρνουν κατά κάποιον τρόπο χαρακτήρα τελετουργικό - ολοκληρώνοντας μια γοητευτική εικόνα ζωής που ο πόλεμος την κατάστρεψε για πάντα.»
  «Η Αιολική Γη είναι ένα παράξενο παραμύθι, γεμάτο ανήσυχη νοσταλγική ποίηση, που θα σας οδηγήσει σε έναν κόσμο θαυμάτων, θα σας αφήσει μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο χωρίς να μπορείτε να αντισταθείτε και θα σας κρατήσει εκεί όσο θελήσει ο αφηγητής.»
  «Είμαι βέβαιος ότι ο Βενέζης θα γίνει αύριο ένας συγγραφέας παγκόσμιας φήμης, παίρνοντας ίσως, σε κάποια αναλογία βέβαια, τη θέση του Παναϊτ Ιστράτι και του Κνούτ Χάμσουν. Από τις πρώτες της κιόλας σελίδες η Αιολική Γη με συγκίνησε, με κατέκτησε.»
  «Ο συγγραφέας της Αιολικής γης κατορθώνει και δίνει την ιστορία μιας γης με τους ανθρώπους της, μια αίσθηση της γης, του ανθρώπου και της ζωής, γιατί έχει το χάρισμα να μπορεί να εκφράσει την αθλιότητα και το μεγαλείο, το χάρισμα να μας κάνει να νιώθουμε το αιώνιο μέσα από το εφήμερο, χωρίς κανένα μανιερισμό ή τέχνασμα. Δεν υπάρχει παρά μόνο απλότητα σε αυτό το βιβλίο. Θα μπορούσε κανείς να βρει κάποια σημάδια αφέλειας στο έργο, αλλά η φωνή αντηχεί σωστά κι έρχεται από μακριά, το περπάτημα έχει μια φυσική άνεση. Διαβάζεις λέξεις όπως “γη”, “άνεμος”, “δέντρα”, κι ο κόσμος αυτός παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά σου. Δεν πρόκειται μόνο για συγγραφέα, ούτε για άνθρωπο μόνο. Ο άνθρωπος εδώ ήταν από τη φύση του συγγραφέας κι ο συγγραφέας δεν έπαψε να είναι άνθρωπος.»
  «Αυτό εδώ το βιβλίο είναι μια παγκόσμια επιτυχία και βρίσκει σε πολλές χώρες και σε πολλές γλώσσες πρόθυμους αναγνώστες. Επειδή, ακριβώς, μιλάει για τον κόσμο. Είναι ένας ζεστός και τρυφερός ύμνος, διαποτισμένος από τη λάμψη της νεότητας. Ας ανοίξουν διάπλατα οι πύλες της λογοτεχνίας μας να καλωσορίσουν τον λαμπρό φιλοξενούμενό μας!»
  «Τα πρόσωπα του παππού και της γιαγιάς της Αιολικής Γης είναι από τις πιο ωραίες μορφές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Επειδή το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που μεταφράζει και δημοσιεύει η Ιταλία, για μας η γνωριμία με τον συγγραφέα του συμπληρώνει την επικοινωνία μας με το ελληνικό έθνος.»
  «Από καιρό σε καιρό, μες στην πλημμύρα τόσων μυθιστορημάτων, παρουσιάζεται ένα βιβλίο όπου αντικαθρεφτίζεται όχι μονάχα η πείρα μιας ζωής αλλά και η πείρα μιας εποχής, μιας φυλής,  όπου επιβεβαιώνεται μια ηθική διάρκεια, η σχέση του ανθρώπου με τη γη, με τους θρύλους της,  με την ιστορία της. Φέτος, με την Αιολική Γη, έχουμε μία εικόνα από τη ζωή της Μικρασίας. Είναι άραγε ένα παραμύθι της Ανατολής, που το πλάθει μόνος του ο αφηγητής γελασμένος από τη φαντασία του, από τη μνήμη του; Τι σημασία έχει! Το βιβλίο είναι πραγματικά μεθυστικό.»
  «Πόσο χαιρόμαστε όταν τα βιβλία που διαβάζουμε ξεχύνονται και πλημμυρίζουν την καρδιά μας όσο προχωρούμε στο διάβασμα. Και μένουν εκεί, συνεχίζοντας τη ζωή τους μέσα μας σαν όνειρα ακαθόριστα και σαν αναμνήσεις μιας άλλης ζωής. Τέτοιο βιβλίο είναι η Αιολική Γη που έκαμε ξαφνικά την εξωτική της εμφάνιση στη Φιλανδία.»
   Στην Αιολική Γη ξεχωρίζουν έντονα οι αρετές του Βενέζη, περιορίζονται στο ελάχιστο τα ελαττώματά του, ιχνογραφούνται ζωηρά τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα. Μνήμη της παιδιάτικης ηλικίας, ζεστή και συγκινημένη, δίνει την αφορμή στον πεζογράφο να γυμνάσει επάνω σε οικεία θέματα την αθεράπευτη νοσταλγία του και να ισοζυγιάσει σ’ ευρύχωρη σύνθεση την καθεαυτό ιδιοτυπία του,  που είναι το αδιάκοπο κυμάτισμά του ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα κι η αδιάκοπη ταύτιση του υποκειμένου με τον ολόγυρα κόσμο. Η προσωποποιΐα του φυσικού κόσμου, ένα μυστικό ρίγος πανθεϊσμού, το πνεύμα του παραμυθιού, η απόσταση από την καθημερινότητα, μία προσπάθεια εξωραϊσμού και αποθέωσης σε ένα σύννεφο μακαριότητας και αρρενωπής ομορφιάς προσώπων και περιστατικών που του στάθηκαν πολύ αγαπημένα και για τούτο πολύ τον πόνεσαν και σημάδεψαν το πρώτο αντίκρισμα της βιοτικής του περιπέτειας. Όλα αυτά στο βάθος δεν είναι παρά η ανάγκη να κοιταχτεί με παρθενικά μάτια ο κόσμος και ο εαυτός μας. Ο Βενέζης επιχειρεί μια θεώρηση του κόσμου με την καρδιά και με τον αθόλωτο νου, με πείρα και σχεδόν χωρίς γνώση. Ανακεφαλαιώνοντας, η Αιολική Γη, έργο πολυσήμαντο και πολυδιάστατο με πολλές ιστορίες μέσα στην ιστορία, εκτός από τερπνό και συναρπαστικό ανάγνωσμα, απλό, αδρό, με καθαρούς χαρακτήρες κι ολοκληρωμένους ήρωες, είναι ένα έργο - ποίημα, ένα έργο οριακό με στοιχεία διαχρονικότητας. Φτάνει μόνο μια ματιά του σημερινού αναγνώστη για να ξυπνήσει μέσα του τον απωθημένο κόσμο της τρυφερότητας και της ευαισθησίας. Έτσι, θα ξαναζούσε από την αρχή «την παιδική ηλικία του Μάγου».


Άνεμοι


   Το 1944 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων, με τίτλο οι Άνεμοι. Κι αυτό το βιβλίο είναι άνισο. Ο χρόνος και η διαδρομή του, οι αποστάσεις των καιρών κι οι διαφορές των τόπων, όπου έζησε ο Βενέζης, άσκησαν σημαντική επίδραση στη συγγραφική του φυσιογνωμία. Τα διηγήματα χωρίζονται σ’ αυτά που γράφτηκαν στα τελευταία χρόνια της κατοχής («Ώρα του τέλους», «Θεώνιχος και Μνησαρέτη», «Μυκήνες»), σε όσα γράφτηκαν την περίοδο 1934-1942 («Στιγμή του Σαρωνικού», «Η Δάφνη, Αναστάσιμο», «Όρος των ελαιών») και στα παλαιότερα του 1927 («Ο θάνατος», «Η νέα φωνή», «Στα Κιμιντένια», «Μανώλης Λέκκας»).    
   Τα τρία πρώτα υστερούν καθώς η εκτέλεση, το ύφος και η έκφραση δεν θυμίζουν τα προηγούμενα διηγήματα του Βενέζη (τριμμένη φράση, αφηρημένες έννοιες, λυρική ατονία, συναισθηματική χλιαρότητα και γλυκερότητα). Η σύλληψη είναι εγκεφαλική, γεννημένη από μια ιδέα και βασισμένη σε μια αντιθετική κατασκευή. Στην «Ώρα του τέλους» και τα δυο κεντρικά πρόσωπα του διηγήματος κατέστρεψαν τη ζωή τους. Στο «Θεώνιχος και Μνησαρέτη», που διαδραματίζεται στον Κεραμεικό, με την ανοιξιάτικη καταιγίδα, οι εφιάλτες κυνηγούν τον γέρο φύλακα των αρχαιοτήτων, ενώ με τη φθινοπωρινή καταιγίδα και τη σαρκική ένωση των νέων πλάι στα αρχαία μνήματα, οι εφιάλτες εξαφανίζονται. Στις «Μυκήνες» υπάρχουν δύο χρονικά απομακρυσμένες επισκέψεις του κύριου προσώπου του διηγήματος στους τάφους των βασιλέων και δύο διαφορετικές ερμηνείες της προσωπικότητας της Κλυταιμνήστρας.      
   Τα τέσσερα διηγήματα που ακολουθούν, υποβάλλουν τον πλούσιο συναισθηματισμό και την τρυφερότητα της ψυχής του Η. Βενέζη, με γνήσιο και πειστικά οργανωμένο εσωτερικό λυρισμό. Στη «Στιγμή του Σαρωνικού» ξεχειλίζει η ομορφιά της φύσης, η χαρά της ζωής και του έρωτα, στη «Δάφνη» η αγάπη κι η ευαισθησία ενός κοριτσιού δημιουργούν ένα ωραίο διήγημα, ενώ το «Αναστάσιμο» και το «Όρος των ελαιών» είναι διηγήματα πόνου και προσφυγικών καημών. Δύο γέροντες, ένας Έλληνας και ένας Τούρκος, ζουν με τις αναμνήσεις κοντά στη φύση και αδερφώνονται από τη γαλήνη του τέλους που προσεγγίζει.
   Στα υπόλοιπα διηγήματα περιγράφεται και απεικονίζεται μια ζωή τραχύτερη, πιο γήινη, που έχει περισσότερο σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα. Οι άνθρωποι είναι ζωντανοί, σάρκινοι, με αγάπες, πάθη και αδυναμίες. Η ζωή είναι μια απτή παρουσία, γεμάτη χρώματα. Ακόμη, υπάρχει, εκφραστική στερεότητα, άνεση στην αφήγηση, ζεστός λυρισμός. Τα διηγήματα αποκτούν ενότητα μέσα από την επιβλητική παρέλαση συμπαθητικών μορφών, βιβλικών προσώπων, που με την ευαγγελική καλοσύνη, τη σοφία των χρόνων, την ηρεμία και την ψυχική νίκη τους πάνω στον πόνο και την πίκρα, εκφράζουν την ηθική αντίληψη και τη βιωμένη φιλοσοφία του Βενέζη για τη ζωή.
   Στους Ανέμους εκφράζονται τα βουβά δράματα των ταπεινών ανθρώπων. Ο κοινωνικός περίγυρος των ηρώων εμφανίζεται εχθρικός ή, στην καλύτερη περίπτωση, αδιάφορος. Η αγωνία κι ο πόνος του ανθρώπου αφήνει ασυγκίνητο το διπλανό του, αφού κι αυτός ζει το δικό του δράμα, που τον έχει κάνει σκληρό και τον έχει οχυρώσει στον εαυτό του. Οι κακίες, οι αδυναμίες και τα πάθη των προσώπων της συλλογής τα καθιστούν «ζωντανά και σάρκινα».

Μπλόκ C


   Το 1946 παρουσιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο το Μπλόκ C, δράμα σε τρεις ατατατατατατατατερις εικόνες,  με μεγάλη επιτυχία, από το θίασο του Π. Κατσέλη, ενώ τον επόμενο χρόνο τυπώθηκε από τις εκδόσεις «Οι φίλοι του βιβλίου». Το έργο αποτελεί καρπό της απομόνωσης του ίδιου του συγγραφέα στο κελί των μελλοθάνατων στις φυλακές Αβέρωφ, μαζί με άλλους επτά ανθρώπους που περίμεναν από στιγμή σε στιγμή το θάνατο. Ο καθένας απ’ αυτούς ανήκε σε διαφορετικό κόσμο: ένας αντισμήναρχος, ένας φοιτητής, ένας διπλωμάτης, ένας αντάρτης, ένας σαλταδόρος, ένας αγαθός ανθρωπάκος και ένας δειλός που γίνεται καταδότης. Πρόκειται γι’ αφιέρωμα στον πόνο που έζησε η πατρίδα μας στα χρόνια της δουλείας. Είναι το μοναδικό θεατρικό έργο που έμεινε στα γράμματά μας απ’ αυτή την ώρα του έθνους. Ο Βενέζης αντιμετώπισε σημαντικές τεχνικές δυσκολίες. Έπρεπε ν’ αφαιρέσει κάθε κραυγαλέο τόνο, προκειμένου να συντεθεί το έργο σ’ έναν ελάσσονα τόνο και  να δοθεί η ατμόσφαιρα του θανάτου.
   Με το Μπλόκ C ο Βενέζης επιχειρεί ένα άλμα δοκιμάζοντας να εισχωρήσει στο χώρο του θεάτρου. Στο βαθύτατα ανθρώπινο αυτό έργο του, διαγράφεται η αντίθεση των ατομικών χαρακτήρων. Η δραματική πλοκή παρουσιάζει τεράστιες δυσκολίες. Οι θεατρικοί τύποι πρέπει περισσότερο να εκφραστούν με τις συσπάσεις των προσώπων και τις χαρακτηριστικές κινήσεις τους, παρά με το λόγο. Κατ’ ανάγκην, όμως, η απόσταση του σκηνικού προσώπου από τον θεατή κάνει τις εκφράσεις και τις συσπάσεις δυσδιάκριτες και αναποτελεσματικές. Γι’ αυτό δεν είναι σίγουρο, αν το Μπλόκ C είναι προορισμένο για ανάγνωση ή διδασκαλία από σκηνής. Ωστόσο, η δραματικότητα του έργου και η τραγικότητα των θεατρικών μορφών παραμένουν αμείωτες. Χρειάζεται μεγάλη δεξιότητα για να επιτευχθεί η εξωτερίκευση των αντιδράσεων των διαφόρων χαρακτήρων στην κορυφαία τους στιγμή, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με την απειλή του θανάτου στο παγερό του αντίκρισμα. Ο Βενέζης κατόρθωσε να ανασύρει από την ψυχή του κάθε δραματικού ήρωα όλο το απόθεμα της εγκαρτέρησης, της αντοχής και της μακροθυμίας του, αλλά και την ανθρώπινα κατανοητή άμβλυνση και εξασθένιση του αποθέματος του θάρρους που ο καθένας διαθέτει. Σε διάφορα επίπεδα διαστρωματώνεται όχι μόνο η ψυχική αντοχή, αλλά και η αξιοπρέπεια στο αντίκρισμα του θανάτου. Οι αντιδράσεις ποικίλουν: από τη στωική αδιαφορία του αποφασισμένου να πεθάνει για να εδραιώσει την πίστη στα ιδανικά που τάχτηκε να υπηρετήσει, στην αναπάντεχη διάψευση της ελπίδας ότι μπορεί ο θάνατος μπορεί να φεισθεί, αλλά και στην πεποίθηση ότι ο θάνατος δεν πρόκειται να τον αγγίξει και στην απελπισία εκείνου που σύρθηκε στη χαμέρπεια της προδοσίας με την προσδοκία της προσωπικής του σωτηρίας, όταν βλέπει τη ματαιότητα της ατιμωτικής του συμπεριφοράς, με αποτέλεσμα ο θάνατος να γίνεται γι’ αυτόν δύο φορές θάνατος, σώματος και ψυχής.
   Η διαγραφή των χαρακτήρων των εφτά φυλακισμένων μελλοθανάτων γίνεται με σπάνια δεξιότητα διείσδυσης στα βάθη της ψυχής του καθενός: από τους υψηλότερους αναβαθμούς της ηρωικής εγκαρτέρησης του αντισμηνάρχου Παύλου Δεσύλλα, στην προσκόλληση στο καθήκον της εκπλήρωσης του σκοπού τους του αντάρτη Βασίλη Βαγενά και του φοιτητή Φώτη Παράσχου, την αξιοπρέπεια της συμπεριφοράς του διπλωμάτη, την ανέμελη διάθεση, που έδινε κουράγιο και στους άλλους, του Σαλταδόρου, την αφέλεια και την άγνοια του κινδύνου του κυρίου Φαίδωνα, έως την αναίσχυντη και ατιμωτική συμπεριφορά του θαλαμάρχη. Ο καθένας φανερώνει την ιδιάζουσα προσωπικότητά του, το απόθεμα της ανθρωπιάς, του ήθους και της ευγένειας που κρύβει μέσα του ή αντίθετα την ευτέλεια και την ποταπότητα που τον διακρίνει.
   Το Μπλόκ C αποτελεί την ανατομία της ανθρώπινης ψυχής του ιδιοσύστατου βάθους της υποκειμενικότητας και εσωτερικότητας των ατόμων και του βαθμού της μεταστοιχείωσης που προκαλείται, όταν αυτά υποχρεώνονται σε αναγκαστική ομαδική συμβίωση, ιδιαίτερα εν ώρα κινδύνου. Έτσι το έργο πρέπει να διαβάζεται, ως μέτρο του βαθμού της ανθρώπινης αντοχής και καρτερίας.

Ώρα πολέμου


   Την  ίδια χρονιά κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων Ώρα πολέμου, η οποία χωρίζεται σε δύο μέρη. Το οποποποποποποποπι Του πολέμου και συμπεριλαμβάνει τα εξής διηγήματα: «Άνθρωποι στο Σαρωνικό», «Η Κυρούλα της Λαμίας», «Τουρκολίμανο», «Η Βαλανιδιά», «Οι Χαρταετοί», «Χρονικό του 1940», «Χρονικό του 1942», «Ημερολόγιο». Το δεύτερο μέρος τιτλοφορείται Το βιβλίο της Άννας και περιέχει τα ακόλουθα: «Η πρώτη ώρα», «Τα χρυσόψαρα», «Η Χιονάτη της Πάρνηθας», «Χριστουγεννιάτικη Συμφωνία», «Η χαρά», «Ένα σκοτωμένο πουλί». Το πρώτο συμπεριλαμβάνει ιστορίες που παρουσιάζουν μια γαληνεμένη εικόνα των χρόνων της Κατοχής, ωστόσο, λείπει η δύναμη, το μοναδικό και απαραίτητο στοιχείο που θα μπορούσε να αναπλάσει την ατμόσφαιρα του πολέμου και το πάθος. Εδώ, ξεχωρίζουν τα Βελανιδιά και Χαρταετοι. Η καλοσύνη και η αγάπη καλύπτουν τα πάντα με ομοιόμορφο τρόπο, έτσι ώστε φαίνονται και οι δυο ψεύτικες και πλαστές. Τα εκφραστικά και αφηγηματικά μέσα του Βενέζη παρουσιάζονται αδυνατισμένα. Κυρίαρχο θεματικό μοτίβο είναι η απομόνωση. Ολόκληρη η συλλογή Ώρα πολέμου αποτελείται από ιστορίες που εκτυλίσσονται σε καιρούς γενικής αναταραχής.
   Ο Βενέζης φαίνεται σαν να σφραγίστηκε από τη μοίρα του κατατρεγμού και της συμφοράς και τάχτηκε να την καταγράψει. Αφού έζησε και κατέθεσε τη μαρτυρία και το προσωπικό του μαρτύριο από τον ξεριζωμό της Μικρασίας, ήρθε η ώρα της ελλαδικής του εμπειρίας. Ήταν γραφτό του να γίνει ο λογοτεχνικός της απολογητής. Οι μικρές μα τόσο χαρακτηριστικές και ευαίσθητες ιστορίες της συλλογής, με τα αθώα πρόσωπα που μπλέκονται σε απρόσμενα τραγικά συμβάντα, γίνονται ξαφνικά τα κύρια και πρωταγωνιστικά στοιχεία ενός απόλυτα ανθρώπινου και εκ βαθέων συγκλονιστικού δράματος. Πρόκειται για πρόσωπα ταγμένα από κάποια περίεργη τύχη να γίνουν φιγούρες ανεπανάληπτα δραματικές, που η συνταρακτική περιπέτειά τους δεν ζητάει τον συγγραφέα για να την καταγράψει, αλλά προσφέρεται σαν ώριμος καρπός για να συγκινήσει, όχι με τους υψηλούς δραματικούς αναβαθμούς, αλλά με την απέριττη λιτότητά της. Μια σπάνια τραγική μορφή μέσα στην απλότητα και την απλοϊκότητά της είναι αυτή του μπάρμπα Φίλιππου. Οι «Άνθρωποι στο Σαρωνικό» ή «Η κυρούλα της Λαμίας» ή τα δύο «Χρονικά» του ’40 και του ’42 είναι τα μικρά αφηγήματα της Ώρας πολέμου, οι μικρές, οι λιτές, μα τόσο τραγικές στην απλότητά τους, οι προσωπικές σύντομες ιστορίες, τα προανακρούσματα του μεγάλου χαλασμού που έμελε να πλήξει όχι πια τα πρόσωπα, όσο τραγική κι αν είναι η ατομική μοίρα του καθενός, αλλά ένα λαό ολόκληρο, το σύνολο του έθνους. Μέσα από τις ιστορίες, με τα προσωπικά δεινά των ηρώων, πηγάζει και διαγράφεται αδρά η τραγική μοίρα του ελληνισμού που ήταν πεπρωμένο του να πάθει και να μαρτυρήσει για μια ακόμα φορά στη δίνη του πολέμου και του χαλασμού, για ν’ αναδείξει μέσα από τον καπνό και τη φωτιά την καρτερία και την αποφασιστικότητά του.

 

 

Έξοδος



    Το 1950 εκδόθηκε το μυθιστόρημα Έξοδος, το οποίο αναφέρεται στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής. Ο Βενέζης προσπαθεί να καλύψει την απόσταση του υπαρκτού από τον ιδεατό κόσμο (χρονική και μυθική διάσταση). Θέλει να δώσει ακόμα μια μαρτυρία: τη φυγή των Ελλήνων της Μακεδονίας και της Θράκης, όταν Ιταλοί, Βούλγαροι και Γερμανοί ζητούν να υποτάξουν την Ελλάδα με μια βαναυσότητα, η οποία μόνο με την αγριότητα των Τούρκων μπορεί να συγκριθεί. Για ακόμη μια φορά παρακολουθεί την πορεία κυνηγημένων Ελλήνων, δένει παλιές τραγωδίες με νέες συμφορές, σημαδεύει την ενότητα και τη διάρκεια του ελληνισμού, με μαλακιά φωνή και λυρική διάθεση.
    Όπως αναφέρει ο Γ. Χατζίνης: «Η τέχνη του Βενέζη, από βιβλίο σε βιβλίο διατηρεί το βασικό της χαρακτήρα. Συλλαμβάνει το τραγικό βάθος της ζωής μ’ ευαίσθητα δάχτυλα που μπορούν να το μεταπλάσουν, να το μετουσιώσουν σε όνειρο. Ένα όνειρο, που στην Έξοδο, γίνεται αληθινός βραχνάς. Μόλις φτάνει κανείς στο τέλος του μυθιστορήματος, νιώθει την ανάγκη να κάνει μια ανασκόπηση. Θυμούμαστε το αρμονικό ξετύλιγμα των γεγονότων, τη θαυμαστή τους διαδοχή, που τα κάνει να πέφτουν σαν στάλες νερού, πίσω από το τζάμι, σε μια μέρα βροχής. Ο Ηλίας Βενέζης δεν αποσπά από τη ζωή, δεν απομονώνει το όραμα που θέλει να μας υποβάλει, αλλά μας το προσφέρει ατόφιο, μέσα σε όλη την ατμόσφαιρα που το περιβάλλει. Το στοιχείο της υποβολής είναι τόσο πλούσιο, που χλωμιάζουν μπροστά του οι σελίδες του Βερκόρ (Σιωπή της Θάλασσας), και έχει τόση δύναμη, που δίνει στην τραγωδία μια εσωτερική προέκταση, την οποία δεν υποπτεύεται ο Δαβίδ Ρουσσέ (Lunivers concentrationnaire) με τη στυγνή, ωμή, τραχύτατη περιγραφικότητά του. Ο συγγραφέας επιθυμώντας να μας προετοιμάσει για τις κατακόρυφες διεισδύσεις στο βάθος της τραγωδίας, μας αφήνει να περιπλανηθούμε σε μια επιφάνεια που μακραίνει απεριόριστα, ώστε να επανερχόμαστε στο ίδιο τοπίο και να αδημονούμε το τέρμα. Ουσιαστικά, όμως, δεν υπάρχει τέρμα. Ο Βενέζης μοιάζει μ’ ένα εγκαταλειμμένο παιδί, που πορεύεται στο δρόμο του με οδηγό τους χτύπους της καρδιάς του.»
   Η Έξοδος είναι «το βιβλίο της κατοχής» και περιλαμβάνει τρία κεφάλαια (Δρόμοι,  Κιθαιρών, Κολωνός). Κι εδώ υπάρχουν σελίδες συνταρακτικές. Δεν είναι ένα απλό χρονικό της κατοχής, αλλά ένα μυθιστόρημα που άντλησε το θέμα του από εκείνη την περίοδο. Ο τίτλος δόθηκε με απόλυτη κυριολεξία. Ο τόπος μας και η φυλή μας, με την ξενική κατοχή, αντιμετώπισαν μια από τις πιο οικτρές στιγμές της κακοδαιμονίας τους. Ένας λαός περήφανος και νικητής έγινε αντικείμενο χλευασμού και καταδυνάστευσης από τον ηττημένο του απρόκλητου αυτού πολέμου.
     Στην Έξοδο  αντιμετωπίζονται όλες οι μορφές της τυραννικής συμπεριφοράς και της βαναυσότητας των παντοειδών κατακτητών που βρήκαν τις ευκαιρίες να εκδηλώσουν τα βάρβαρα απωθημένα τους σε βάρος ενός λαού που μόνη και μόνιμη επιδίωξή του ήταν η λευτεριά κι η επιθυμία της ειρηνικής διαβίωσης, της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών και της ανάπτυξης του πολιτισμού του.
   Τα δεινά της κατοχής έπληξαν όλες τις περιοχές του τόπου μας, αν και όχι πάντοτε με τον ίδιο δυνάστη. Είναι θαυμαστή η δεξιοτεχνία του συγγραφέα στον τρόπο της διαπλοκής του θέματος, ώστε να συνδέονται άμεσα και άρρηκτα ο ένας ελληνικός τρόπος με τον άλλο και να αντιμετωπίζονται αλληλένδετα τα δεινά της κοινής τους μοίρας. Ένα ταξίδι με φορτηγό αυτοκίνητο, από τη βόρεια στη νότια Ελλάδα, δίνει αφορμή σ’ αυτή τη μετάβαση από τον ένα τόπο στον άλλο, με τρόπο που δείχνει πως παντού τα προβλήματα είναι τα ίδια, ο ρυθμός της έντασης σταθερός, ενώ ο βαθμός της αντοχής ποικίλλει κατά τη δύναμη της αντίστασης.
   Τα περιστατικά της κατοχής, που συνέβησαν σε διαφορετικούς ανθρώπους, αποτελούν παρακλάδια της ίδιας ιστορίας. Οι κυνηγημένοι μετανάστες, μια γυναίκα της Καστοριάς, ένας θρακιώτης αναστενάρης, ο Λέοντας της Χαιρωνείας, η τραγική μοίρα των αδερφών της Θήβας, το σκοτεινό ριζικό της αδερφής τους, δυο δραπέτες κατάδικοι, ένας Εγγλέζος στον Κιθαρώνα, συμβάντα παράξενα σε μια σπηλιά, όλα εκπορεύονται από διαφορετικές αφετηρίες και αποτελούν κοινό παρανομαστή που οδηγεί στην κορύφωση της κατοχικής περιπέτειας και της κοινής μοίρας των Ελλήνων.
    Ο συγγραφέας με την Έξοδο δεν αποδίδει αυτούσιο το πραγματικό και άμεσο περιστατικό. Η τέχνη της άμεσης και ρεαλιστικής αναπαράστασης των πραγμάτων και των περιστατικών εδώ  δεν  τον ενδιαφέρει. Ναι μεν υπάρχουν τα πραγματικά περιστατικά, δραματικά, απίστευτα, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που απαλύνει τη σκληρότητα και την αμεσότητα των περιστατικών, ανοίγοντας προεκτάσεις,  δημιουργώντας σύμβολα, υποβάλλοντας την ιστορία της κατοχής με τη μορφή και το σχήμα του παραμυθιού. Ο τόνος του παραμυθιού κι ο διάλογος, που σχεδόν εξαντλεί τις δυνατότητες της υποβολής και οι συσχετίσεις με την αρχαία ελληνική μυθολογία, προσδίδουν μια ιδιαίτερη γοητεία στην Έξοδο, ένα χρώμα και έναν τόνο ελληνικό.
   Μέσα στην Έξοδο ο Βενέζης συμφιλίωσε και συνταίριαξε τα τρομακτικά γεγονότα του πολέμου και της κατοχής με την ατμόσφαιρα, το κλίμα και το ύφος του παραμυθιού, όπως ήδη αναφέραμε. Τα πάντα στην πεζογραφία του γίνονται παραμύθι, είτε γιατί ο ίδιος γεννήθηκε κι ανατράφηκε στα μέρη της θάλασσας και λικνίστηκε με τους μύθους και τις ιστορίες της, είτε γιατί προικίστηκε ψυχικά με βαθύ και πλούσιο συναισθηματισμό κι απέραντη τρυφερότητα. Το όνειρο, το φραστικό χάδι, το υπαινικτικό ψιθύρισμα, η απαλή γραμμή, αποτελούν τα κύρια συστατικά της πεζογραφίας του. Στην Έξοδο οι εχθρικές δυνάμεις της κατοχής δυναστεύουν τα πρόσωπα. Το κλίμα του φόβου και της αγωνίας για τη ζωή και την επιβίωση χαρακτηρίζει το βιβλίο. Ωστόσο, οι άνθρωποι ζουν στην ατμόσφαιρα του θάμβους και της έκπληξης για κάθε τι καινούργιο που συναντούν στη ζωή, καθώς και για τα τρομερά περιστατικά του πολέμου και της καταστροφής, που δεν τα γνώριζαν και που ήταν αδύνατον με την περιορισμένη τους διανόηση να τα φανταστούν. Η άγνοια αυτή, των αφελών και απλών ανθρώπων, βοηθά τον Βενέζη να πλάσει και να αξιοποιήσει αισθητικά το ύφος και τον τόνο του παραμυθιού.
   Ο Ηλίας Βενέζης μας έδωσε στο μυθιστόρημά του το χρονικό της κατοχής έξω από την πολιτεία, στο ύπαιθρο, στο βουνό, στη μοναξιά. Απεικόνισε το δράμα των χρόνων εκείνων όχι στον πολιτισμένο άνθρωπο της σύγχρονης μεγάλης πολιτείας, αλλά στον απλό άνθρωπο της υπαίθρου, που αγνοεί, μεταβάλλοντας έτσι το χρονικό της κατοχής σε μια γοητευτική ιστορία περιπέτειας, σε μία ιστορία του βουνού, όπου ο άνθρωπος ζει στην ερημιά σαν αγρίμι, μόνος με τον εαυτό του. Η γεωγραφική απομάκρυνση από το κέντρο της ζωής και η απομόνωση στην ερημιά ξυπνούν στον αναγνώστη λυτρωτικά αισθήματα φυγής και ξεγνοιασιάς. Η μαγεία του απομακρυσμένου, συνδυασμένη με την περιπέτεια, επιδρά άμεσα πάνω στον αναγνώστη. Στο βιβλίο, παράλληλα με την εξωτερική περιπέτεια, συμβαδίζει κι η εσωτερική, δηλαδή η υποβολή, η νύξη κι η υπόμνηση ψυχικών καταστάσεων, απροσδιόριστων και ασυνειδήτων, που ανοίγονται πίσω από τα πραγματικά περιστατικά και δημιουργούν προεκτάσεις προς το πυκνό μυστήριο της ζωής. Με το διάλογο, το επιφώνημα, τις επινοήσεις και τις αποσιωπήσεις, ο Βενέζης γοητεύει και συγκινεί τον αναγνώστη, ενώ, με τα ασυνήθιστα και καταπληκτικά εξωτερικά περιστατικά, τον συναρπάζει, του κινεί το ενδιαφέρον και τον αναγκάζει να μην αφήσει το βιβλίο αν δεν φτάσει στην τελευταία σελίδα.
   Η Έξοδος, ως μυθιστόρημα, είναι οικοδομημένο σχεδόν αποκλειστικά πάνω στον διάλογο. Τα αφηγηματικά μέρη του βιβλίου είναι ελάχιστα. Έτσι, όταν αρχίσει κανείς την ανάγνωση νομίζει πως τα περιγραφικά μέσα έχουν περιοριστεί τόσο, που τον οδηγούν στην εκφραστική ένδεια. Ωστόσο, ο συγγραφέας, με τον αδιάκοπο διάλογο και με το μακροπερίοδο, ασθματικό και γεμάτο αγωνία ύφος του, θέλει να δημιουργήσει μία  υποβλητική λιτότητα, που ν’ αγγίζει τα όρια της γύμνιας. Ο αναγνώστης, που νομίζει στην αρχή πως η Έξοδος είναι ένα παραμύθι για μικρά παιδιά, μπαίνει σιγά-σιγά, με το αργό διάβασμα, στο κλίμα του Βενέζη, πείθεται από την υποβολή και στο τέλος κλείνει το βιβλίο με την εντύπωση πως διάβασε ένα μυθιστόρημα.
   Ωστόσο, δεν έλειψαν οι αρνητικές αντιδράσεις και σ’ αυτή την περίπτωση. Ο Π. Χάρης γράφοντας για την Έξοδο επισημαίνει :
«Δε νομίζω ότι έχουμε στην Έξοδο τις καλύτερες σελίδες του Βενέζη. Το δέσιμο των γεγονότων φαίνεται κάπως υποταγμένο στη θέληση του αφηγητή, οι συμπτώσεις είναι πολλές και συχνά αδικαιολόγητες κι ο επικός τόνος […] πέφτει συχνά σε κάποιαν εκζήτηση. Είναι όμως και η Έξοδος μια μαρτυρία.»
    Ο Ρ. Αποστολίδης γράφει με αρκετή δόση ειρωνείας πως «οι χώροι που ο κ. Βενέζης κινεί τη δράση του είναι, κατά σύμπτωση, χώροι, κατά το πλείστον, αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.»  Επιπλέον, σημειώνει πως από το μυθιστόρημα απουσιάζει η ενεργητική αντίσταση.
   Μοναδικό κίνητρο της δράσης των ηρώων θεωρείται η έμφυτη «καλοσύνη» ή η «κακία» τους. Στο έργο διακρίνεται η απλοϊκότητα των αφηγηματικών προσώπων, που επιτρέπει στο συγγραφέα να ξεφεύγει από τα ιστορικά δρώμενα της εποχής, φανερώνοντας έτσι την αποστασιοποίησή του από τα συμβάντα της γερμανικής Κατοχής. Ο Α. Φουριώτης θεωρεί πως οι ελάχιστες αναφορές στην Κατοχή που υπάρχουν στην Έξοδο είναι αποτέλεσμα της έλλειψης βιωμάτων του συγγραφέα από την εποχή αυτή.
   Ο Γ. Χατζίνης υποστηρίζει ότι:
«Ο Βενέζης στην Έξοδο θέλησε να ενσωματώσει το δράμα της κατοχής, όπως στο Νούμερο είχε ενσωματώσει αυτό της αιχμαλωσίας. Τώρα όμως δεν επρόκειτο για ένα προσωπικό αλλά για ένα συλλογικό δράμα, που απαιτούσε μία άλλη προοπτική και μεταχείριση. Εδώ η ψυχή του συγγραφέα είχε κάνει πια τον κύκλο του προσωπικού της βιώματος. Δεν του έμενε παρά μόνο ένας τρόπος: να εγκαινιάσει ένα καινούργιο ύφος. Έτσι διαβάζουμε ένα κείμενο με μικρές, γρήγορες φράσεις, που γράφονται μόνο και μόνο για να δημιουργήσουν την εντύπωση του κατοχικού άγχους. Στην πραγματικότητα απομένουν ένα επίπεδο σχόλιο, μια περιγραφή ανθρώπων που κινούνται κι όχι καταστάσεων που αποκαλύπτονται. Βέβαια, εδώ κι εκεί, ακούγεται η φωνή του συγγραφέα που δεν έχει χάσει την περιπάθειά της μεταμορφωμένη σε ζέστα. Τότε μας κάνει πιο πολύ να νοσταλγήσουμε τον άφθαρτο Βενέζη του Νούμερου, το οποίο αποτελεί την αντιστοιχία της Εξόδου.»



Φθινόπωρο στην Ιταλία




    Το ίδιο έτος δημοσιεύτηκε και το ταξιδιωτικό Φθινόπωρο  στην Ιταλία, που μας γνωρίζει το κλέος, τους θησαυρούς, τα μουσεία και τις ομορφιές των ιστορικών πόλεών της. Με αυτό το βιβλίο, ίσως, ο Βενέζης να καλεί τον αναγνώστη σε γνώριμους πολιτισμούς και εδάφη. Το βιβλίο μιλάει «μόνο του», γράφει o συγγραφέας στον πρόλογο του, «για τη γη, για την τέχνη, για την ομορφιά, για τη μνήμη του ελληνικού μεγαλείου, που κάποτε έφτασε ίσαμε τη γη αυτή της Ιταλίας στην ώρα της Magna Graecia». Το ταξίδι στην Ιταλία μοιάζει με την επιστροφή που δίνει περισσότερες υποσχέσεις από το πρώτο ξεκίνημα για έναν άγνωστο τόπο. Ξέρουμε πια τι πρέπει να προσέξουμε, πώς να το πολιορκήσουμε. Κι έχουμε τη λαχτάρα εκείνων, που δοκίμασαν κάτι το σπάνιο και θέλουν πάλι να το δοκιμάσουν και να το χαρούν.
    Στην επιστροφή αυτή δε στάθηκε ικανή να μας εμποδίσει ούτε η μεγάλη οργή για τους Ιταλούς του 1940 και τα έργα τους. Ο Βενέζης χάρηκε το φθινόπωρο του 1948 στην Ιταλία όντας ελεύθερος. Μόνο μια νοσταλγία της πατρίδας τον γύριζε συχνά στο Αιγαίο και τον ανάγκαζε να κάνει κάποιες συγκρίσεις, που δεν ελάττωναν τον θαυμασμό του για ό,τι έβλεπε στη Βενετία, στη Φλωρεντία ή στη Ρώμη, αλλά τοποθετούσαν καλύτερα στη συνείδησή του τις ελληνικές αξίες.
   Πρόκειται για ένα οδοιπορικό που δεν αποτελείται από «τουριστικές εντυπώσεις», αλλά μία καταγραφή των αισθημάτων του «Έλληνα ταξιδιώτη που έφτανε στην Ιταλία ένα φθινόπωρο υστέρα από τον δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο», και κάτι πέρα από αυτό: αναζήτηση των ίδιων των ανθρώπων που έζησαν μέσα στα μεγαλόπρεπα κτίρια. Το βλέμμα του συγγραφέα εστιάζεται στα αγάλματα που στέκουν στις πλατείες τραυματισμένα όχι από το χρόνο, αλλά από κάποια βόμβα του πολέμου. Η σπαρακτική κραυγή ενός τρελού ταράζει τη γαλήνη του τοπίου του  Άρνου, εκεί που περιδιάβαζε ο Μιχαήλ Άγγελος, ενώ ένα κοριτσάκι μ’ ένα λευκό πουλί λέει στους περαστικούς τη μοίρα τους, σε κάποιο λιμάνι.
    Το Φθινόπωρο  στην Ιταλία ούτε το θέμα του εξαντλεί, ούτε προσπαθεί να το δώσει προγραμματικά και μεθοδικά. Οι περίπατοι στις διάφορες πόλεις είναι σύντομοι. Ο πεζογράφος παρουσιάζεται ως ευαίσθητος δέκτης όχι μόνο σε ορισμένο χώρο αλλά παντού, όπου τον βγάλει ο δρόμος ή όπου τον σταματήσει ο οδηγός. Και στα παλάτια της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας κι εκεί που ακούγονται ακόμα οι κατάρες του Σαβοναρόλα ή είναι φανερά τα ίχνη του Μιχαήλ Άγγελου και στην Αππία οδό και στο Βατικανό και στους τάφους του Σέλλεϋ και του Κήτς και στη Νάπολη και στο Σαν Μικέλε. Ο Βενέζης είναι από τους λογοτέχνες που ζουν το παρελθόν μέσα σ’ ένα βαθύ και γόνιμο ρεμβασμό. Το στοιχείο της μαγείας που χαρακτηρίζει τον πεζό  λόγο του τρέφεται, δυναμώνει κάτω από τις μεγάλες μορφές της Ιταλίας και συνθέτει σελίδες, που μεταφέρουν σε μακρινές εποχές και σε εκπληκτικούς αγώνες του ανθρώπου.

Oι Νικημένοι



   Το 1954 δημοσιεύτηκε η συλλογή διηγημάτων Οι Νικημένοι («Νύχτα του Ασκληπιείου», «Πολιτεία Βιρτζίνια», «Οι δύο γυναίκες κι ο Πύργος», «Ο ναυαγός», «Ρίκη», «Μέρες της Κρήτης», «Το σπασμένο κλαδί», «Η λεύκα», «Ο άσπρος αϊτός», «Το μαχαίρι του Μπαταάν και οι στίχοι», «Τα σκουτιά», «Μύηση», «Θεώνιχος και Μνησαρέτη», «Παραμύθι της κοιλάδας του Αρσίν», «Το σπίτι των χαμένων αγγέλων», «Ο γέροντας του Σηκουάνα κι οι τρεις», «Ένας Φιλανδός στο Αλγέρι», «Ο μετανάστης του Γκράν Κάνυου», «Ο ληστής Πάντσο Βίλλα», «Ο νικημένος με το κοράκι»). Τα διηγήματα «Ρίκη», «Μέρες της Κρήτης», «Το σπασμένο κλαδί», «Η λεύκα», «Ο άσπρος αϊτός» συνδέονται περισσότερο ή λιγότερο με την Κατοχή και τον πόλεμο. Απ’ τα κυριότερα επιτεύγματα της τέχνης του Βενέζη είναι το ότι κατορθώνει να στήνει στις καλές του στιγμές ένα διήγημα, όπως το θαυμάσιο μέσα στην υποβλητική του λιτότητα «Νύχτα του Ασκληπιείου», ανοίγοντας απροσδόκητες προεκτάσεις, και να του δίνει υπόσταση και βάθος «από το τίποτα».
   O συγγραφέας τους μας κάνει άλλη μια φορά να παραδεχτούμε ότι στην τέχνη αξίζουν εκείνοι οι ορισμοί που γράφονται με την ευαισθησία και τη φαντασία των δημιουργών, όπως στην ιστορία του «Ληστή Πάντσο Βίλλα». Ο Βενέζης εδώ πλάθει ανθρώπινες φιγούρες, όμως, δεν ξεχνά ότι πρέπει να  μένει αφηγητής, στον τόνο και στον τρόπο που του ταιριάζει περισσότερο. Ο  τεχνίτης -πανταχού παρών- όχι μόνο δεν κουράζεται και δεν έχει κάμψεις, αλλά εκεί που δεν υπάρχει το υλικό ή η σύλληψη του διηγήματος, όπως στη «Μύηση» ή στα «Σκουτιά», κατορθώνει με την πείρα του να κάνει άρτια αφηγηματική τη σελίδα του και να δείχνει την αξιοσύνη του. Μερικά από τα κείμενα των Νικημένων, μολονότι κρατούν κοντά τον αναγνώστη, δεν μπορούν να θεωρηθούν γνήσια διηγήματα ή ότι έχουν καθαρά τα γνωρίσματα του χρονικού (π.χ. «Μέρες της Κρήτης»).
   Κι εδώ ο Βενέζης με την αγάπη του για τον άνθρωπο, ρίχνει φως σε κόσμους αθόρυβα τραγικούς ή ξεχασμένους, ξεσκεπάζει μερικά απλούστατα μυστικά, που λίγοι τα υποπτεύονται και ακόμα λιγότεροι κατορθώνουν να τα πλησιάσουν.

Αμερικανική γη


   Το 1955 δημοσιεύτηκε η Αμερικανική γη, το χρονικό ενός ταξιδιού απ’ τις ακτές του Ατλαντικού ως τον Ειρηνικό και τον Κόλπο του Μεξικού. Η Αμερικανική γη («Σέλαμ», «Νέα Αγγλία», «Κόνκορντ», «Χάρβαντ», «Στα ίχνη του Λόνγκεφελλοου», «Νιαγάρας», «Στην αυτοκρατορία του Ερρίκου Φόρντ», «Σικάγο», «Κολοράντο», «Στη χώρα των Μορμόνων», «Ελδοράδο», «Στο βασίλειο των Σεκόγια», «Γιοσέμετι», «Λος Άντζελες», «Χόλλυγουντ», «Αριζόνα», «Σάντα - Κρούζ», «Γκράν Κάνυον», «Νέο Μεξικό», «Νέα Ορλεάνη», «Τάρπον Σπρίνγκς», «Στιγμή της Νέας Υόρκης», «Ουάσιγκτον D. C.») ανήκει στα λεγόμενα ταξιδιωτικά - οδοιπορικά έργα του συγγραφέα. Όταν ο Βενέζης βρέθηκε στη μακρινή αυτή γη του μύθου και άρχισε να τη γνωρίζει, αισθάνθηκε ότι θα ζούσε εκεί με έναν άλλο τρόπο κι άλλη ένταση το έπος που τον φλόγισε και του έδωσε το υλικό να γράψει το καλύτερο βιβλίο του. Μπορεί ένας ολόκληρος λαός να χάνει την πατρίδα του στην Αιολική Γη, αλλά ένας άλλος την κερδίζει, τη διαμορφώνει και την κάνει έθνος ισχυρό. Αντίθετες προσπάθειες, διαφορετικές πορείες, καθολικές καταστάσεις που δίνουν και το άτομο και το σύνολο μαζί, εικόνες ζωής που κλείνουν το χαλασμό και τη δημιουργία συνυπάρχουν σ’ αυτό το οδοιπορικό. Ο Βενέζης προχώρησε πέρα από την προθήκη, σε μικρότερες αμερικανικές πόλεις, έψαξε, άκουσε, αισθάνθηκε, είδε από κοντά την πιο απλή μορφή της εκεί ζωής κι έπειτα την ερμήνευσε.
   Σε κάθε σελίδα του βιβλίου, που παίρνει τον αναγνώστη σ’ ένα θαυμάσιο ταξίδι, μα του δίνει και χρήσιμες πληροφορίες χωρίς να τον κουράζει, από την αρχή ως το τέλος, σταθερή αλλά και συγκρατημένη, είναι η έκπληξη για την επιμονή, το θάρρος,  το μόχθο που υπέταξε τόσα βουνά, ποτάμια και δάση, τόση αγριότητα, τη φύση σε όλη της την ομορφιά μα και σε όλη της την αντίσταση. Ο Βενέζης είδε στον θαυμάσιο αυτόν αγώνα ένα έπος, από τα ωραιότερα στην ιστορία του ανθρώπου.  Κι εκεί, στο φως και στο σκοτάδι, στις δύσκολες ώρες του και στις στιγμές που αναπηδούν μυστικές δυνάμεις από τους πρωτοπόρους,  από τους «πιονέρους»,  βρήκε τον καλύτερο εαυτό του και το παραμύθι, που του έδωσε την ευκαιρία να αναπτύξει τις αφηγηματικές του ικανότητες και έγραψε ένα βιβλίο στον τόνο που ταιριάζει σε μια αναδρομή του παλιού καιρού και στη νοσταλγία. Δεν υπάρχει ούτε ένα ρήγμα, ούτε η παραμικρότερη πτώση ή αλλοίωση στον τόνο. Χαρακτηριστική είναι η ενότητα στη διάθεση μπροστά στο μεγάλο αμερικανικό τοπίο κι η ενότητα στην απόδοσή του, η επιμονή σε ό,τι αποτελεί το μύθο της Αμερικής. Κάθε κεφάλαιο της Αμερικάνικης γης είναι καλά οργανωμένο, με την αρχή, το κέντρο και το τέλος του, διαφορετικό από το επόμενο ή το προηγούμενο. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το βιβλίο αυτό δεν το έδωσε μόνον ο λογοτέχνης, αλλά κι ο ερμηνευτής, ο οποίος προηγήθηκε καθώς συγκέντρωσε το απαραίτητο υλικό για την συγγραφή του έργου. Όποιος ξέρει να διαβάζει, εύκολα καταλαβαίνει πόσο έψαξε ο Βενέζης, πόσες πηγές χρησιμοποίησε, ως πού τον έσπρωξε η περιέργεια του, πόσο κοντά θέλησε να πάει στα πράγματα για να συνθέσει μια ερμηνευτική προσέγγιση της αμερικανικής ζωής, χωρίς επίδειξη γνώσεων.
    Όπως αναφέραμε και προηγουμένως, το βιβλίο αφορμάται από το θαύμα του Νέου Κόσμου, από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Όντας συγγραφέας συναισθηματικός, λυρικός και βαθύτατα ανθρώπινος, ο Βενέζης περιγράφει μια Αμερική συναισθηματική, λυρική και ανθρώπινα μυθοποιημένη. Ο συγγραφέας εστιάζεται στη γένεσή της, ενώ ταυτόχρονα κλείνει σε μικρές αυτόνομες κι εξαιρετικά δουλεμένες ιστορίες, με τη μορφή του σύγχρονου παραμυθιού, το ανθρώπινο ξεκίνημα της σύγχρονής του γιγαντιαίας και πολύπλοκης Αμερικής. Κι έμεινε εκεί, στον πρώτο άνθρωπο που αποίκησε την Αμερική, στις πρώτες ομάδες των σκληρών και αποφασισμένων ευρωπαίων τυχοδιωκτών, που πρωτοπάτησαν τη γη της και χάραξαν τα όρια ενός χωριού, έβαλαν τα θεμέλια της Βοστόνης. Οι ιστορίες αυτές εικονογραφήθηκαν από τον Σπ. Βασιλείου.
   Σύμφωνα με τον Καραντώνη, ο Βενέζης στην Αμερική πήρε μαζί του τον συγγραφέα της Αιολικής γης και διαπότισε τις σελίδες του «με κείνη την λυπητερή ποίηση των περασμένων, με το αίσθημα της αγωνίας για τη ζωή που φεύγει ασταμάτητα και διαρρέει προς το μηδέν […]. Το έργο αυτό έχει κάτι το δισυπόστατο: την αίσθηση του τίποτε διάχυτη στις βροντερές και πληθωρικές και στις ασύλληπτες σε διαστάσεις εκδηλώσεις της αμερικανικής ζωής […]. Ο Βενέζης οσφράνθηκε το χθες και είδε το μέλλον της Αμερικής, σαν ένα απίστευτο αποκύημα πολύ απλών πραγμάτων που έχουν χαθεί μέσα στο χρόνο και που η ανάμνησή τους διατηρείται στα επαρχιακά μουσεία». Μας μιλά για τη σύγχρονή του Αμερική, χωρίς να λησμονεί τη μουσειακή της παλαιότητα.
   Με το βιβλίο αυτό πρόσθεσε στο έργο του μια ακόμα μονάδα λυρικής ευαισθησίας, έναν μυθοποιημένο εξωτερικό κόσμο. Ο μύθος, όμως, απλώθηκε σε μια ολόκληρη ήπειρο, πήρε τις διαστάσεις της, φορτώθηκε τα φυσικά της θαυμάσια και τα τεχνητά της μεγαλουργήματα: «δάση και βουνά μεγαλειώδη και κάμπους και κοσμοπόλεις από μέταλλο και γυαλί και τέχνη και τεχνική και γιγαντοσύνη». Το πέρασμά του από την Αμερική, ο Βενέζης μας το τύλιξε σ’ ένα πολύχρωμο παραμύθι, πολύ τεχνικά συνθεμένο, όπως το συνέλαβαν τα έκπληκτα και γεμάτα παρελθόν μάτια, ενός ασιάτη φιλόσοφου, πεσμένου ξαφνικά στην τεράστια χώρα του πιο μοντέρνου κόσμου, που διαμορφώθηκε έως τότε στην επιφάνεια της γης.


Ωκεανός




   Το 1956 δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημα Ωκεανός, το οποίο ο Η. Βενέζης αφιερώνει: «Στους ναυτικούς των ελληνικών φορτηγών που ταξιδεύουν στους Ωκεανούς, στις μητέρες και στις γυναίκες τους που τους περιμένουν». Πρόκειται για ένα έργο σπονδυλωτό· οι επιμέρους ιστορίες έχουν ως κοινό γνώρισμα  τη φιλάνθρωπη ματιά του συγγραφέα. Ο Βενέζης ήταν υποχρεωμένος να ιστορήσει στο χαμηλό και μουσικό τόνο, τη βαρειά δουλειά και τον κίνδυνο, τη δύναμη της απύθμενης θάλασσας και τους θυμούς του ωκεανού.
    Ο Ωκεανός δεν παρουσιάζει καμία ομοιότητα με τα προηγούμενα μυθιστορήματα ή πεζογραφήματα του Βενέζη. Το βιβλίο δεν είναι αυτοβιογραφικό. Ο συγγραφέας έδωσε το χρονικό της κατοχής σε χρώματα απαλά, ως γοητευτικό παραμύθι. Έρχεται ως αποτέλεσμα όχι της επινόησης, αλλά της προσωπικής πείρας του Βενέζη και μας αφηγείται την ιστορία του ταξιδιού ενός ελληνικού φορτηγού από το Λιβόρνο της Ιταλίας που με σταθμό μόνο στην Αφρική πέρασε τον Ατλαντικό για να ξεφορτώσει στη Βαλτιμόρη της Αμερικής. Η έλλειψη της επινοητικής ή της δημιουργικής φαντασίας στον Βενέζη αντισταθμίζεται εδώ από την ύπαρξη της συνδυαστικής ή της αναπλαστικής. Με μία πρώτη ματιά θα έλεγε κανείς πως ο Ωκεανός ανήκει σ’ ένα λογοτεχνικό είδος που βρίσκεται ανάμεσα στο ημερολόγιο και την ταξιδιωτική εντύπωση. Ωστόσο, δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο, καθώς ο συγγραφέας από τα πραγματικά πρόσωπα των ναυτικών που γνώρισε στο ταξίδι του, έπλασε γνήσια και ολοκληρωμένα μυθιστορηματικά πρόσωπα, τα πλούτισε με ορισμένες πλευρές και ιδιότητες της δικής του προσωπικότητας, ώστε να τα αναπλάσει σε νέες «πλασματικές», ζωντανές, πειστικές υπάρξεις. Ο Βενέζης καταφέρνει να μετατρέψει μία υποκειμενική εμπειρία σε αυτόνομο έργο τέχνης.
   Στον Ωκεανό δεν υπάρχει  πραγματική υπόθεση και πλοκή, ουσιαστικές σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα ή εξωτερική δράση. Η ενότητα του βιβλίου δημιουργείται και εξασφαλίζεται από τη ζωή πάνω στο ελληνικό φορτηγό «Μαντώ», από τους ναυτικούς του, δηλαδή από την πραγματικότητα του ωκεανού. Το εξωτερικό, το επιφανειακό θέμα του βιβλίου είναι o ωκεανός, αλλά το κύριο, ουσιαστικό και αποφασιστικό θέμα του ο άνθρωπος, που αιώνια δοκιμάζεται και παιδεύεται μέσα στη ζωή, χωρίς ανάπαυση τέλος και σκοπό. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του πρώτου μηχανικού του «Μαντώ», του Τσηφ, o oποίος δεν έχει, αλλά εφευρίσκει κάποιον  προορισμό για να του τυραννά τη ζωή: τα ανίψια της οδού Ιπποκράτους. Η λύπη, ο θάνατος, η χαμένη ευτυχία, η απουσία της χαράς κι η δυστυχία παρακολουθούν τη ζωή του Ωκεανού.
   Το καθένα από τα πρόσωπα του Βενέζη έχει κι εδώ τον καημό, το σαράκι της ψυχής του, την κρυφή δυστυχία που το βασανίζει. Ο καπτα - Γιάννης, ο πρώτος πλοίαρχος, φέρθηκε άπρεπα στη γυναίκα του και το παιδί του και δεν μπορεί να ξαναγυρίσει στην πατρίδα του την Άνδρο. Ο καπτα - Ιωακείμ, ο γραμματικός, ο δεύτερος πλοίαρχος, τυραννιέται από τη μνήμη του ναυτικού ατυχήματος, που του στοίχισε το βαθμό του πρώτου καπετάνιου. Ο μπάρμπα - Νικολός, ο καμαρότος,  σκέφτεται ολοένα τη σκοτωμένη κόρη του σε βομβαρδισμό στον Πειραιά και στο τέλος τρελαίνεται. Ο μπάρμπα - Σταμάτης είναι ένας ηλικιωμένος ναύτης με αδυνατισμένη πια την όραση, που δεν του επιτρέπεται να πιάσει το τιμόνι και που συλλογίζεται την πατρίδα του, τη Θεσσαλία. Ο δυνατός και συγκρατημένος καπτα - Βασίλης, ο ανθυποπλοίαρχος, βλέπει παντού, στο Μοντενέρο του Λιβόρνου ή στην Ιππώνα της Αφρικής, την Άνδρο. Στο βιβλίο τα πρόσωπα δεν συνάπτουν μυθιστορηματικές σχέσεις ούτε εσωτερικούς, συναισθηματικούς δεσμούς. Το καθένα ζει σχεδόν μόνο του, στην ψυχική του μοναξιά. Ο Βενέζης φτάνει συχνά στο βάθος της ψυχής του ανθρώπου, όχι όμως από το δρόμο της ανάλυσης, αλλά με την επιτυχημένη απόδοση ορισμένων καίριων στιγμών της συναισθηματικής ή της συγκινησιακής ζωής.  
   Η αγάπη του Βενέζη για τον άνθρωπο στάθηκε κι εδώ η δύναμη που θαυματούργησε κι αντιμετώπισε τους μεγάλους κινδύνους: την ατελείωτη υγρή επιφάνεια που δεν κλείνεται σε μια περιγραφή και εύκολα κουράζει την πιο δοκιμασμένη τεχνική, την καταπονημένη ψυχή του ναύτη από την αβάσταχτη νοσταλγία. Στο πλήρωμα του φορτηγού ο συγγραφέας είδε το άτομο και την ομάδα, έδωσε το σύνολο στην κοινή του μοίρα. Στιγμές - στιγμές νομίζεις πως οι σελίδες του  Ωκεανού δεν είναι παρά ένας ρεμβασμός πάνω στη μεγάλη θάλασσα, που δεν θέλει να σταθεί σε πρόσωπα και σε γεγονότα, αλλά προσφέρει διέξοδο σε μια έντονη λυρική διάθεση, σε μια ατομική ψυχική ανάγκη που βλέπει περισσότερο μέσα παρά έξω.
   Ωστόσο, κάτω από τον ρεμβασμό δουλεύει ο πεζογράφος που ξέρει να δίνει γνήσια αφήγηση. Εκείνο που ανεβάζει τα απλά γεγονότα στο μύθο και τους δίνει πλάτος κι ομορφιά είναι η μαγεία του λόγου, η λυρική του υφή κι ο τόνος του παραμυθιού. Ο τόνος αυτός κατάφερε και στον Ωκεανό ν’ αναπληρώσει τη μεγάλη ένταση και τον τραχύ λόγο, που πολλοί πιστεύουν ότι ταιριάζει στην αφήγηση της θαλασσινής ζωής των εργατών.

Το μυθιστόρημα των τεσσάρων


Την άνοιξη του 1958 στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας Ακρόπολις, μαζί με τις τεμαχισμένες φωτογραφίες τεσσάρων ανδρών που συνοδεύονταν από ένα ερωτηματικό για την ταυτότητά τους, εμφανίστηκε το εξής κείμενο: «Τέσσαρες Ελληνες, κορυφαίοι εις το είδος των, θα δώσουν από των στηλών της Ακροπόλεως κάτι που θα αφήσει εποχήν. ­ Από την Κυριακήν 2 Μαρτίου». Σε επόμενο φύλλο της εφημερίδας οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν ολόκληρες αποκαλύπτοντας τα πρόσωπα τεσσάρων γνωστότατων συγγραφέων, ενώ το συνοδευτικό κείμενο διασαφήνιζε το εγχείρημα: «Καθένας από τους τέσσαρες συγγραφείς θα γράφη επί μίαν εβδομάδα Το μυθιστόρημα των τεσσάρων και θα αφήνη να συνεχίζη ο επόμενος. Αλλά μεταξύ των συγγραφέων δεν θα υπάρχη προσυνεννόησις διά την πλοκήν του έργου. Ο καθένας θα το σταματά και θα το συνεχίζη κατά την κρίσιν και την φαντασίαν του. Είνε, λοιπόν, πραγματική λογοτεχνική σκυταλοδρομία.»
    Το μυθιστόρημα των τεσσάρων των Σ. Μυριβήλη, Μ. Καραγάτση, Α. Τερζάκη και Η. Βενέζη δημοσιεύτηκε σε οκτώ εβδομαδιαίες συνέχειες (2/ 3 - 26/ 4/ 1958). Γράφτηκε κάτω από ιδιότυπες συνθήκες, οι οποίες εξηγούν τη δομή, τον αποσπασματικό του χαρακτήρα, καθώς επίσης το κέφι που το διαπνέει, την επινόηση περίπλοκων καταστάσεων και μυστηρίων. Εμπνευστής του μυθιστορήματος ήταν ο Γ. Μαρής. Αυτός ήταν που επέλεξε τους τέσσερις συγγραφείς της λεγόμενης γενιάς του ’30. Αγνοούμε, ωστόσο, τα κριτήρια με τα οποία τους επέλεξε, το αν η ίδια πρόταση έγινε και σε άλλους ομοτέχνους τους ή αν αυτός τους έπεισε τελικά να δεχθούν. Σύμφωνα με μαρτυρίες, οι συγγραφείς πείσθηκαν να συμμετάσχουν στην απόπειρα έπειτα από αρκετές αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα ή την επιτυχία του. Όρος της συμφωνίας, όπως ήδη αναφέραμε, ήταν να μην υπάρχει καμία συνεννόηση των συγγραφέων σχετικά με την εξέλιξη της πλοκής: ο κάθε συγγραφέας θα συνέχιζε την αφήγηση από εκεί που την άφησε ο προηγούμενος εκμεταλλευόμενος με όποιον τρόπο ήθελε το υλικό των προηγουμένων ενοτήτων. Ύστερα από αρκετούς ενδοιασμούς, οι συγγραφείς πείστηκαν να λάβουν μέρος σ’ ένα πείραμα εντελώς πρωτότυπο. Με άλλα λόγια, δέχτηκαν να γράψουν μαζί, αλλά εκ περιτροπής, ένα μυθιστόρημα, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία συνεννόηση μεταξύ τους, ή να έχει συμφωνηθεί κάποιος σκελετός. Η σειρά με την οποία θα έγραφαν αποφασίστηκε με κλήρωση: πρώτος πήρε τη σκυτάλη ο Στρ. Μυριβήλης, ο οποίος την Κυριακή 2 Μαρτίου δημοσίευσε το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, που το συνέχισαν οι Μ. Καραγάτσης και Άγγ. Τερζάκης και το ολοκλήρωσε στις 26 Απριλίου ο Η. Βενέζης. Το τελικό αποτέλεσμα, πάντως, ήταν αρκούντως ικανοποιητικό, δεδομένου ότι το μυθιστόρημα περιείχε όλα εκείνα τα συστατικά που ο Μαρής θεωρούσε απαραίτητο να συνυπάρχουν στις δικές του αστυνομικές ιστορίες: μυστήριο, δράση, αγωνία, έρωτας, εγκλήματα και έρευνες για την εξιχνίασή τους, αναδρομές στο παρελθόν, ιδιαίτερα στην περίοδο της Κατοχής, όταν ετίθεντο αντιμέτωποι ήρωες και προδότες.
   Η ιστορία αρχίζει το 1920 στην Αίγινα, σ’ έναν ανεμόμυλο, και τελειώνει εκεί τρεις δεκαετίες αργότερα, το 1953, στον ίδιο ανεμόμυλο. Κύριος, όμως, χώρος δράσης των ηρώων της είναι η Αθήνα, όπου ύστερα από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, οι κάτοικοι προσπαθούν να επουλώσουν τις παντοειδείς πληγές τους. Μολονότι οι πολιτικές αναφορές απουσιάζουν, οι λεπτομέρειες για τα ήθη και τις ασχολίες των ανθρώπων εκείνης της εποχής αφθονούν. Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι οι Αθηναίοι έβλεπαν ιταλικές νεορεαλιστικές ταινίες με την Αννα Μανιάνι, ότι στα νησιά του Αργοσαρωνικού κατέφθαναν ομάδες τουριστών, ότι οι κοσμικοί σύχναζαν στα μπαράκια της πλατείας Συντάγματος πίνοντας ουίσκι μαζί με τους αμερικανούς δημοσιογράφους. Με δύο λόγια, η αμερικανική παρουσία στη ζωή της χώρας ήταν φανερή και απροκάλυπτη.
   Στην Αίγινα, παλιά πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, με απομεινάρια παλιάς δόξας και κτίσματα ιστορικού ενδιαφέροντος,­ τα αρχοντικά του Τρικούπη, του Καποδίστρια, των Βουλγαραίων, των Ζαΐμηδων­, ο Αντρέας Μανιάτης, ιδιοκτήτης μύλου και σαπουνάδικου, συλλαμβάνει τη νεαρή σύζυγό του σε ερωτικές περιπτύξεις με τον ανιψιό του. Η τιμωρία που επιβάλλει στους μοιχούς είναι τρομερή: ο ανιψιός ρίχνεται στο καζάνι με το σαπούνι και η γυναίκα δένεται γυμνή στη φτερωτή του ανεμόμυλου. Ο απατημένος σύζυγος εξαφανίζεται για πάντα, ενώ η μοιχαλίδα, σε κατάσταση παράκρουσης πλέον, γίνεται σκεύος ηδονής των σεξουαλικά πεινασμένων αντρών της περιοχής. Καρπός του τυχαίου σμιξίματός της με ένα χωρικό είναι ένα κοριτσάκι, το οποίο μετά τον θάνατο της μητέρας του υιοθετείται από μια κυρία της καλής κοινωνίας. Όταν η κοπέλα μεγαλώνει, πηγαίνει για σπουδές μουσικής και χορού στη Γερμανία, επιστρέφοντας δε στην Αθήνα αρχίζει επιτυχημένη καριέρα στο κρατικό λυρικό θέατρο ως Νενέλα. Στη διάρκεια της Κατοχής γίνεται μέλος παράνομης οργάνωσης αναλαμβάνοντας τη φροντίδα των φυλακισμένων πατριωτών και τη διενέργεια εράνων για τους αντάρτες του Ζέρβα.
   Η γνωριμία της Νενέλας με τον Αμεντέο Μαντσίνι, λοχαγό του δικαστικού τμήματος της ιταλικής διοίκησης, γιο Ελληνίδας και Ιταλού σταφιδέμπορου της Πάτρας, αλλάζει δραματικά τη ζωή της. Ο Μαντσίνι, που της δίνει πληροφορίες για καταδιωκόμενους Έλληνες της Αντίστασης, την ενημερώνει για την επικείμενη σύλληψη του ίλαρχου Μυλωνάκου, ήρωα του αλβανικού πολέμου και ηγέτη παράνομης οργάνωσης, αλλά, παρά τα ληφθέντα μέτρα, ο ίλαρχος συλλαμβάνεται, με αποτέλεσμα ο διχασμένος αξιωματικός ν’­ ακροβατεί ανάμεσα στην αγάπη του για την Ελλάδα και στο χρέος του έναντι της Ιταλίας ­ και να σταλεί στο μέτωπο της Λιβύης.
   Τα ερωτήματα για τον αναγνώστη αναδύονται στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, διατυπωμένα από τον Μ. Καραγάτση, συγγραφέα ανάμεσα στα άλλα του αστυνομικής υφής μυθιστορήματος Ο κίτρινος φάκελος. Ποιος κατέδωσε τον ίλαρχο Μυλωνάκο; Ποιος έστειλε το ανώνυμο γράμμα - καταγγελία για τον λοχαγό Μαντσίνι; Ποιος γνώριζε τα απόρρητα στοιχεία ενός χαρτοφύλακα που αφορούν τη σχέση του Μυλωνάκου με τον Μαντσίνι;
    Η Νενέλα, βλέποντας ότι την υποπτεύονται ως ένοχη προδοσίας και ότι την κυκλώνει ένας παράξενος κόσμος με κρυμμένα μυστικά, επιχειρεί να εξιχνιάσει τα αινίγματα και ταυτόχρονα να διαλευκάνει το σκοτεινό της παρελθόν, που συνδέεται με την Αίγινα. Επιστρέφοντας στο νησί των γονιών της για ν’ ανακαλύψει τις ρίζες της, συνειδητοποιεί τους δεσμούς που ενώνουν τους ανθρώπους με την Ιστορία, η οποία μπολιασμένη συχνά με τη φαντασία θυμίζει πολλές φορές παραμύθι, αλλά τα μυστήρια εξιχνιάζονται από δύο αστυνομικούς συντάκτες ­ καθ’ ύλην αρμοδιότερους.
   Το συλλογικό αυτό μυθιστόρημα έδωσε στους τέσσερις συγγραφείς -οι οποίοι ήταν ενταγμένοι στον κεντροδεξιό πολιτικό χώρο και είχαν συμμετάσχει σε αντιστασιακές δραστηριότητες την περίοδο της Κατοχής- ­τη δυνατότητα να εκφράσουν διάφορες σκέψεις τους σχετικές με εθνικά και κοινωνικά θέματα. Ο Μ. Καραγάτσης (1908-1960) μιλάει για τους προδότες: «Ναι, ανάμεσα στους Έλληνες υπήρχαν μερικοί προδότες, το ελάχιστο εκείνο βιολογικό κατακάθι της κάθε φυλής. Όλοι τους όμως ήταν υποκείμενα ιδιοτελή, που προδίδαν την πατρίδα τους κινημένοι από υλικό συμφέρον». Ο Η. Βενέζης γράφει για τους προλετάριους: «Η ζωή στο λιμάνι, τόσο πρωί, έπαιρνε με τούτο το πλήθος που φώναζε το σκληρό της νόημα, το πρώτο. Ο αγώνας για το ψωμί, τον άρτον τον επιούσιον, ήταν πάνω απ' όλα θεότητα που επόπτευε την κίνηση των ανθρώπων». Ο Α. Τερζάκης (1907-1979) σημειώνει για τις φιλόδοξες νεαρές: «Ο κινηματογράφος της είχε βάλει φωτιά στο αίμα. Εκείνη μια φορά ήταν ζωή, όπως τη βλέπεις στα κοσμικά φιλμ: δεξιώσεις, γουναρικά, διαδήματα, βίλες, καζίνα, κούρσες, κότερα...». Τέλος, ο Στρ. Μυριβήλης (1892-1969) διατυπώνει την εξής άποψη για τις εθνοκτόνες συγκρούσεις: «Ο πόλεμος είναι ένα φριχτό γεγονός έξω από τη θέλησή μας. Και μια φορά που θα γίνει κινείται μέσα σε μια δική του νομοτέλεια, μέσα σε μια δική του λογική που είναι έξω από κάθε λογική, μέσα σε μια δική του δικαιοσύνη που είναι η άρνηση της κάθε δικαιοσύνης.»
   Ακολούθησε πανελλήνιος διαγωνισμός για τον «οριστικό τίτλο του μυθιστορήματος. Η επιτυχία του εγχειρήματος -4.208 αναγνώστες πήραν μέρος στον διαγωνισμό για τον τίτλο του μυθιστορήματος (το πρώτο βραβείο δόθηκε στο «Μανιάτικο αίμα»)-­ ενθουσίασε τους εμπνευστές του.


Αργοναύτες

    Το 1962 κυκλοφόρησαν οι Αργοναύτες, ένα αξιόλογο ταξιδιωτικό βιβλίο στο οποίο αναδεικνύονται για ακόμη μια φορά τα γνωρίσματα και τα χαρίσματα του συγγραφέα τους. Δεν χρειάζεται να προχωρήσει κανείς αρκετά στις σελίδες του για να καταλάβει ότι θα ακούσει και πάλι τη φωνή ενός αληθινού αφηγητή, που πρώτα είναι λογοτέχνης και παραμυθάς κι έπειτα ερευνητής αρχαίων χρόνων, θαυμαστής ηρώων, σχολιαστής εθίμων. Ο ίδιος ο Βενέζης χαρακτήρισε το βιβλίο αυτό «ταξιδιωτικό χρονικό».
   Τα κείμενα που συγκέντρωσε στους Αργοναύτες («Χρονικό της Κύπρου», «Οδοιπορικό του Ολύμπου», «Στη χώρα των προφητών και των μάντεων», «Η αβασίλευτη Δόξα» κ.ά.) στηρίζονται στην έρευνα και χρωματίζονται από τη χρήση πλούσιου λαογραφικού υλικού που χρησιμοποιούν. Το πρώτο κείμενο, «Η σπηλιά», είναι ένας εθνικός μύθος, τον οποίο ο συγγραφέας ανασυνθέτει. Σ’ αυτή τη σπηλιά κάηκε ο ήρωας της Κύπρου Γρηγόρης Αυξεντίου. Ο Βενέζης κρατά τον επικό τόνο, δίνοντας παράλληλα την εικόνα του Αγώνα. Σημαντικές σελίδες έχουμε και στο «Οδοιπορικό του Ολύμπου», ανάβαση στην πιο ψηλή κορφή του, που είχε γίνει σκοπός ζωής για τον Φράνσις Φάρκιουαρ από την Καλιφόρνια, καθώς και στο «Οδοιπορικό του Μετσόβου» και στους «Λύκους». Οι «Λύκοι» είναι χρονικό της καρτερίας και ένα από τα καλύτερα κείμενα του Βενέζη. Αυτό το νέο ζευγάρι, ο δάσκαλος και η γυναίκα του, που αποφασίζει να ζήσει στο Σούλι και το λύγισμα της κοπέλας, θέτουν τον αναγνώστη σε περίσκεψη. Το αφήγημα αναδεικνύει τον αξιόλογο πεζογράφο που παραμερίζει το εύκολο και δοκιμάζει τις δυνάμεις του στη δύσκοληαφήγηση, στην επικίνδυνη κρίση που έζησαν αυτοί οι δύο νέοι άνθρωποι στην άξενη γη.


Εφταλού


   Οι σελίδες που αποτελούν την Εφταλού δημοσιεύτηκαν αρχικά στο «Βήμα» του 1969, αλλά το έργο εκδόθηκε το 1972. Το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως σύμμεικτο και περικλείονται σ’ αυτό αρκετές ταξιδιωτικές σελίδες, πόνος ψυχής κι αναπόληση. Εδώ, παρακολουθούμε τον μεγάλο έρωτα του Βενέζη για τη γη της Λέσβου, που  έγινε δεύτερη ρίζα ζωής και που είναι «μια αγκάλη κι ένας απόμερος κάβος», όπου «άραξε ο Θεός για να ξεφύγει από έναν κόσμο που δαιμονίζεται». Ο πεζογράφος αναθυμάται την περιπέτεια της πατρίδας του, τις περιπέτειες του νεότερου ελληνισμού, δίνοντας συναρπαστικές περιγραφές, που αποτελούν χρονικά της περιπέτειας της φυλής μας.
   Ο Βενέζης έβαλε όλη του την αγάπη για το ερημητήριο που έχτισε απέναντι από τα παράλια της γενέθλιας γης, εκεί στον τόπο των τελευταίων χρόνων της ζωής του. Γράφει για την πανάρχαια ιστορία της Μικρασίας, για τη συνύπαρξη των λαών πριν από τον πικρό ξεριζωμό, για τα γεγονότα των πολέμων και των διώξεων και για τη θεώρησή τους ύστερα από τόσα χρόνια μέσα στο ήρεμο λεσβιακό τοπίο. Πρόκειται ουσιαστικά για επιστροφή στη γενέθλια γη, και ταυτόχρονα, για την έναρξη του ύστατου ταξιδιού του συγγραφέα.

Στις Ελληνικές θάλασσες  




   Αφηγήσεις, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, θρύλους και ιστορικά ερανίσματα περιέχει ο μεταθανάτιος τόμος, Στις Ελληνικές θάλασσες, που κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα. Ο Βενέζης έχει δέσει σε ένα σύνολο ποικίλες ανόμοιες ιστορίες του Ιονίου και του Αιγαίου, που αρχίζουν από την Κεφαλονιά του 1800 και τον Άγγλο ευπατρίδη Νάπιερ, στρατιωτικό βοηθό του αρμοστή των Ιονίων νήσων, και τελειώνουν με το Ημερολόγιο του ναυάρχου του ’21 Αλέξανδρου Κριεζή, το «Γκιορνάλε διά την ανεξαρτησίαν του έθνους». Το βιβλίο κινείται περισσότερο στο παρελθόν. Η κατανόηση των διαφόρων τόπων γίνεται με τη βοήθεια διηγήσεων, άλλων αποσπασμάτων, παλαιών συγγραφέων, ανθρώπων, η παρουσία των οποίων σφράγισε συγκεκριμένα μέρη.

Περιηγήσεις


   Οι Περιηγήσεις δημοσιεύτηκαν το 1973 κι  ανήκουν στη σειρά των βιβλίων που τύπωσε ο Βενέζης στα δύο τελευταία μαρτυρικά χρόνια της ζωής του, στις πιο δύσκολες ώρες του, κατά την προετοιμασία του τέλους. Πρόκειται για συνθέσεις οδοιπορικών κειμένων που δημοσίευσε σε διάφορες εποχές, σε εφημερίδες και περιοδικά με ποικίλα θέματα. Δεν προσθέτουν τίποτα το ουσιαστικό στο έργο του Βενέζη, μα και δεν αφαιρούν. Η γλωσσική τους μορφή είναι ατιμέλητη και φαίνεται ότι για να φτάσουν από την εφημερίδα ή το περιοδικό στο βιβλίο, δεν υπέστησαν υφολογική επεξεργασία. Ο Βενέζης, όταν έγραφε σε εφημερίδα, δεν επιμελούνταν τη δημοτική του, έκανε λίγες παραχωρήσεις στην καθαρεύουσα και δεν κρατούσε την ομοιομορφία που είχαν τα άλλα κείμενά του, με βάση τη γραμματική του Τριανταφυλλίδη.
   Ο συγγραφέας  δίνει εντυπώσεις από τη Ρωσία, από τις Δαλματικές ακτές, την Ελβετία και την Αγγλία, μαζί με πληροφορίες για πρόσωπα και σημαντικά γεγονότα της πνευματικής και της κοινωνικής ζωής.


Μικρασία, χαίρε


   Και το Μικρασία, χαίρε είναι μια ακόμη μαρτυρία του Βενέζη για τη Μικρασιατική καταστροφή,  με τα κείμενα που παρουσίασε στο «Βήμα» του 1972, για να συμμετάσχει στις εκδηλώσεις για την πεντηκοστή επέτειο της μεγάλης συμφοράς. Είναι το τελευταίο βιβλίο του Βενέζη. Κυκλοφόρησε το 1974, όταν αναπαυόταν πια στο Μόλυβο. Από το πρώτο βιβλίο του, τον Μανώλη Λέκκα (1928), πάλι η Μικρασία είναι το κύριο θέμα, ο χώρος και οι άνθρωποι του, Έλληνες και Τούρκοι, οι ομορφιές και οι θρύλοι του, η πρώτη πατρίδα. Ο Βενέζης ταξιδέψε όσο λίγοι λογοτέχνες και γνώρισε κόσμους και λαούς, μεγάλα και μικρά μεγέθη ζωής. Μα γύρισε εκεί που ήταν το ξεκίνημα. Έτσι έκλεισε ο κύκλος του, έτσι τελείωσε η ζωή του: με την εντολή της Μοίρας που τον συνέδεε πάντα με την Ιωνία.
   Εκτός από το Νούμερο, το θέμα του ξεριζωμού του μικρασιατικού ελληνισμού βρίσκεται διάσπαρτο σε πολλά σημεία του έργου του Βενέζη. Το γεγονός τον σφράγισε ανεξίτηλα και με κάθε ευκαιρία ξαναγυρίζει στη μνήμη του. Το  Μικρασία, χαίρε αποτελεί μια σύνοψη, ένα χρονικό που, με αφορμή τη διήγηση διαφόρων περιστατικών, εισέρχεται αποσπασματικά μεν, αλλά ανάγλυφα στο κέντρο του δράματος. Με την ιστόρηση του μαρτυρίου του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου, γίνεται μια αναδρομή στην προηγούμενη δράση του ως Μητροπολίτη Δράμας και γνωστοποιείται σε όλη της την έκταση η τραγική μοίρα ολόκληρου του ακριτικού ελληνισμού. Είναι χαρακτηριστικό το ότι τον πιο καίριο λόγο για τον Χρυσόστομο τον εκστόμισε ένας απλοϊκός άνθρωπος, αποχαιρετώντας τον, όταν αποχώρησε από τη Δράμα για να διαγράψει στη συνέχεια την ηρωική τροχιά του άστρου του: «δέσποτα, μας παρέλαβες λαγούς και μας έκαμες λιοντάρια». Έτσι, ο Χρυσόστομος θα γίνει το έμβλημα της αδάμαστης αντίστασης, αλλά και της ύψιστης θυσίας, που τον κατέταξε στον πιο υψηλό αναβαθμό της λεβεντιάς και της αντρειοσύνης. Δεν έγινε απλά ήρωας, αλλά σύμβολο.
   Στο ίδιο βιβλίο ο Βενέζης εκθέτει την προσωπική του εμπειρία. Είναι δύσκολο να χαρακτηρίσει κανείς το είδος του κειμένου. Τα ιστορικά γεγονότα αποτυπώνονται στη μνήμη μας διηθημένα από το φίλτρο της ευαισθησίας. Αυτό το χρονικό εκτυλίσσεται με τρόπο που καμιά ιστορία δεν θα μπορούσε να μας προσφέρει. Πρόκειται για προσωπική μαρτυρία, που προέρχεται από βιωματικό υλικό. Αν ο Σμύρνης υπήρξε ο μπροστάρης και πρωτομάστορας, και άλλοι ιεράρχες στάθηκαν εξίσου σταθερά και καθαγιάστηκαν, αλλά και καθαγίασαν τους αγώνες της φυλής.
   Κορυφαία στιγμή του δράματος του ξεριζωμού του μικρασιατικού ελληνισμού αποτελεί η αμφιλεγόμενη υπόθεση της ανταλλαγής των πληθυσμών, τα διλήμματα, οι αγώνες που δόθηκαν με πόνο ψυχής από τον κορυφαίο Έλληνα πολιτικό, τον Ε. Βενιζέλο, για να κερδηθεί ό,τι μπορούσε να περισωθεί από το μέγεθος της καταστροφής και την τραγικότητα του ξεριζωμού. Σε κάθε αναπόληση της μικρασιατικής του πατρίδας, ο Βενέζης θα θυμηθεί το δράμα του εκπατρισμού και θα βρει τον τρόπο να μας το θυμίσει, παρεμβάλλοντάς το στις ποικίλες διηγήσεις.
   Η Ανατολή είναι το γεωγραφικό και ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο χτίζεται το έργο του Βενέζη. Απόδειξη είναι το γεγονός ότι μόνο μέσα στο δικό της όραμα εγγράφονται τα πλάσματα της  φαντασίας του. Κι όταν ακόμη το θέμα είναι παρμένο από άλλη περιοχή, πίσω από τα ιστορούμενα βρίσκεται το μαρτυρικό Αϊβαλί, οι δρόμοι της Ανατολής, οι θηριωδίες του μανιασμένου κατακτητή. Δεν είναι τυχαίο πως το «κύκνειο άσμα» του τιτλοφορείται ως  Μικρασία, χαίρε.
   Το αφηγηματικό έργο του Βενέζη συμπληρώνεται από τα ιστορικά έργα Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (εκδόθηκε το 1952 και είναι βασισμένο στο αρχείο του Εθνάρχη της Κατοχής) και Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος, δημοσιευμένο στα 1955. Πρόκειται για την ιστορία της πρώτης εικοσιπενταετίας του Εκδοτικού Ιδρύματος της χώρας και ταυτόχρονα το χρονικό της εποχής της μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων. Ο Βενέζης δεν αρκέστηκε στην παράθεση απλών αριθμών, ποσοστών και ημερομηνιών, αλλά έδωσε έναν ογκωδέστατο τόμο, πραγματικής ιστορίας. Το 1966 εκδόθηκε το Εμμανουήλ Τσουδερός, ο πρωθυπουργός της μάχης της Κρήτης και η εποχή του, έκδοση βασισμένη στο αρχείο του πρωθυπουργού της Κρήτης και της Μέσης Ανατολής. Στο βιβλίο αυτό, είναι αισθητή η ευσυνειδησία στη συγκέντρωση των στοιχείων που συνθέτουν μια ιστορική εργασία. Τέλος, το 1969 κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων Αρχιπέλαγος, η οποία συμπεριλαμβάνει διηγήσεις ταξιδιών στην Ιερουσαλήμ και την Κρήτη. Ο τόμος κλείνει με δύο μικρά ραδιοφωνικά μονόπρακτα: Οι φυλακισμένοι της Τριπολιτσάς και Πάνω από τις φλόγες.

Επιλογή Βιβλιογραφίας

1.      Άγρας, Τ., «Κριτική για τη Γαλήνη», Φιλολογική Κυριακή 5 (10 Οκτωβρίου 1943).
2.      Αθανασιάδης, Τ., Αναγνωρίσεις, [Αθήνα], Εστία, [1974]2, σσ. 271-321 - «Η πεζογραφία του Ηλία Βενέζη», Τα Νέα Γράμματα 2 (1944) 103.
3.      Αθανασόπουλος, Β., «Αχυρογράφημα υποκειμενικής νοσταλγίας ή αριστουργηματικό μνημείο πίστης και καρτερίας; (Η υποδοχή της Αιολικής Γης από την κριτική του 1944)», Διαβάζω 337 (8/ 6/ 94) 54-68 - «Χρονολόγιο Ηλία Βενέζη (1904-1973)», Διαβάζω 337 (8/ 6/ 94) 38-44.
4.      Ακριτόπουλος, A., - Κοτσιφός, Γ., - Νικολάκη, Ε., - Φτίκα, Ε., Βιογραφίες Νεοελλήνων Συγγραφέων, Θεσσαλονίκη - Αθήνα, Μαλλιάρης παιδεία, 1997, σσ. 60-61.
5.      Amandry, Ρ. (επιμ.), «Πρόλογος στην γαλλική έκδοση της Αιολικής Γης», Βενέζης, Η., Αιολική Γη, Αθήνα, Εστία, 196924, σσ. 17-20.
6.      Αποστολίδης, Ρ., «Το χρονικό του μηνός. Κριτικές ακρισίες», Τα Νέα Ελληνικά, Α΄, σσ. 230-231.
7.      Αργυρίου, Α., Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), Α΄, Β΄, Αθήνα, Καστανιώτης, 2001, σσ. 174-175, 392, 407, 614-622, 671-673 -  «Βενέζης Ηλίας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, 2, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983, σσ. 236-237.
8.      Arland, M., Gavroche, Παρίσι, 1946. Παρατίθεται στο Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 116-119.
9.      Βαλέτας, Γ., «Ο μαρτυρικός θριαμβικός ανήφορος του Βενέζη», Αθήνα, Νέα Εστία 96 (Χριστούγεννα 1974) 95-125.
10.  Baud-Bovy, S., «La Tribune de Genève». Παρατίθεται στο Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 125-128.
11.  Beaton, R., Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία (1821-1992), Ζούργου, Ε., - Σπανάκη, Μ. (μτφ.), Αθήνα, Νεφέλη, 1996, σσ. 179-188, 222, 291, 298, 306.
12.  Βενέζης, Η., Αιγαίο, Αθήνα, Εστία, 199514 - Αμερικανική γη, Αθήνα, Εστία, 19772Άνεμοι, Αθήνα, Εστία, 19968 - Αργοναύτες, Αθήνα, Εστία, 19902 - Γαλήνη, Αθήνα, Εστία, 200539 - Μικρασία, Χαίρε, Αθήνα, Εστία, 19914 - Μπλοκ C, Αθήνα, Εστία, 19948, - Οι Νικημένοι, Αθήνα, Εστία, 19954 - Περιηγήσεις, Αθήνα, Εστία, 19902 - Στις ελληνικές θάλασσες, Αθήνα, Εστία, 1973 - Το Νούμερο 31328. Το βιβλίο της σκλαβιάς, Αθήνα, Εστία, 200346 - Το Φθινόπωρο στην Ιταλία, Αθήνα, Εστία, 1984 - Ωκεανός, Αθήνα, Εστία, 19916 - Ώρα πολέμου, Αθήνα, Εστία, 19965.
13.  «Βενέζης Ηλίας», Δομή, 3ος, ά.τ., Δομή, ά.χ., σ. 225.
14.  Βενέζης, H., Το Νούμερο 31328, Kindlers Literatur Lexicon, V, 702-703.
15.  Βουτιερίδης, Η. Π., Σύντομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (1000-1976), Αθήνα, Δημ. Ν. Παπαδήμας, 19763, σσ. 358-359, 386-387.
16.  Buenzod, E., «La  Gazette de Lausanne», 1947. Παρατίθεται στο Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 123-124.
17.  Γαραντούδης, Ε., κ.ά., Σπουδές στον ελληνικό πολιτισμό: Γράμματα ΙΙ. Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ος αι.), Πάτρα, ΕΑΠ, 2000, σ. 251. 
18.  Γκιώνης, Δ., «Ηλίας Βενέζης: 30 χρόνια από το θάνατό του», εφ. Ελευθεροτυπία (27/ 09/ 2003), άρθρο που ανασύρθηκε από www.Durabond. ca/gdouridas/poetry5.html  στις 20/ 5/ 07.
19.  Δαλάκογλου, Θ. Δ., «Μύθος και πραγματικότητα στη Γαλήνη του Ηλία Βενέζη», Θ΄ Επιστημονική Συνάντηση Νοτιοανατολικής Αττικής, Λαύρειο 13-16 Απριλίου 2000, ανασύρθηκε από www.Silia.gr/t/GALINI.htm στις 20/ 5/ 07.
20.  Δανιήλ, Α., «Ο Ηλίας Βενέζης των Σχολικών Βιβλίων», Διαβάζω 337 (8/ 6/ 94) 73-75.
21.  Δασκαλόπουλος, Δ., (επιμ.), «Πρόλογος στην 48η έκδοση της Αιολικής Γης», Βενέζης, Η., Αιολική Γη, Αθήνα, Εστία, 196924, σσ. 9-14 - «Βενέζης Ηλίας», Grande Encyclopédie Larousse Britanica, 14ος, ά.τ., Πάπυρος, 1978, σ. 22.
22.  Δεσποτόπουλος, Κ. Γ., «Η φιλία μου με τον Βενέζη», Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 21-24.
23.  Δημάδης, Κ. Α., Δικτατορία - Πόλεμος και Πεζογραφία (1936-1944), Αθήνα, Γνώση, 1991, σσ. 97, 170, 338-339, 430-432.
24.  Δημαράς,  Κ. Θ., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Γνώση, 1968, 20009, σσ. 453,  617.
25.  Διονυσόπουλος, Ν., «Η Γενιά του 1930», Από τη Γενιά του 1880 στη Γενιά του 1930, Βελιγράδι, Νοέμβριος, 2004, ανασύρθηκε από www.komvos.edu.gr/fryktories/modules/book/ch4eis.pdf στις 20/ 5/ 07.
26.  Durrell, L. (επιμ.), «Πρόλογος στην αγγλική έκδοση της Αιολικής Γης», Βενέζης, Η., Αιολική Γη, Αθήνα, Εστία, 196924, σσ. 14-16.
27.  Ηλία, Ε. Α., Ο αναγνώστης και η λογοτεχνική δημιουργία του Ηλία Βενέζη, Αθήνα,  Αστήρ, 2000.

28.  Θαλάσση, Α., «Η Αιολική Γη και το ιδεολόγημα της “απλότητας” στον Ηλία Βενέζη», Διαβάζω 337 (8/6/94) 45-49.
29.  Ιακωβίδη, Λ., «Ηλίας Βενέζης», Αθήνα, Νέα Εστία 96 (Χριστούγεννα 1974) 68-71.
30.  Jenkins, R., «Ραδιοφωνική ομιλία στο BBC το 1950». Παρατίθεται στο Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 113-115.
31.  Θωμά, M., Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Έννοια, 2001, σσ. 172-177.
32.  Καραντώνης, Α., Νεοελληνική Λογοτεχνία. Φυσιογνωμίες, 2, Αθήνα, Δημ. Παπαδήμας, 1977, σσ. 469-484, 636-640 - Πεζογράφοι και πεζογραφήματα της γενιάς του ’30, Αθήνα, Δημ. Ν. Γ. Παπαδήμας, 1972, 19903, σσ. 13-41 - «Ηλίας Βενέζης», Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Β΄, 10 (Δεκέμβριος 1946) 319.
33.  Κατακουζηνός, Α., «Μικρό ψυχογράφημα για ένα μεγάλο φίλο», Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 25-27.
34.  Κατσιαμπόρα, Ζ., «Ηλίας Βενέζης», Λεξικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα, ρεύματα, έργα, όροι, Αθήνα, Πατάκης, 2007, σσ. 276-277.
35.  Κορδάτος, Γ., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, 2, Αθήνα, Επικαιρότητα, 1983, σ. 741.
36.  Κοκκινάκη, Ν. Ι., «Ηλίας Βενέζης: ο “τιμητής” και η σύγκρουση στο πεδίο των γενεών», Διαβάζω 337 (8/  6/  94) 76-78.
37.  Κόντογλου, Φ., Η. Βενέζης, Ασημ. Πανσέληνος. Οράματα και πάθη του Ελληνισμού. Διοργανώθηκε από τον «Σύνδεσμο Φιλολόγων Λέσβου» και πραγματοποιήθηκε στο «Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης» από 26-18 Σεπτεμβρίου 2003.
38.  Κωστελένος, Δ. Π., Σύγχρονη Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας: από την άλωση ως τις μέρες μας, Αθήνα, Αφοί  Κ. Παγουλάτου, 1977, σσ. 271-272.
39.  Λαούρδας, Β., «Η Αιολική Γη», Φιλολογικά Χρονικά, Α΄, 2 (15 Μαρτίου 1944) 84-85.
40.  Λαπαθιώτης, Ν., «Κριτική για τη Γαλήνη», Νέα Εστία (1/ 2/ 1940) 183-184.
41.  Levesque, R., «Domaine Grec», 1947. Παρατίθεται στο Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 120-122.
42.  Λύσσαρη, Χ., «Το Νούμερο 31328», Λεξικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα, ρεύματα, έργα, όροι, Αθήνα, Πατάκης, 2007, σ. 1589.
43.      Μαρκαντωνάτος, Γ., - Λιγνός, Ζ.,  Νεοελληνική Λογοτεχνία. Ερμηνευτική προσέγγιση των κειμένων, Αθήνα, Gutenberg, 2001, σ. 373.
44.  Μερακλής, Μ. Γ., «Αιολική Σχολή», Λεξικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα, ρεύματα, έργα, όροι, σ. 32 - «Προσεγγίσεις στην ελληνική πεζογραφία (ο αστικός χώρος), Αθήνα, Καστανιώτης, 1986, σσ. 63-84 -  «Ένα παραμύθι στο Βενέζη», Διαβάζω 337 (8/ 6/ 94) 69-72.
45.  Μινωτής, Α., «Ο Βενέζης», Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 19-20.
46.  Μιράσγεζη,  Μ. Δ.,  Νεοελληνική λογοτεχνία, 2, Αθήνα, 1982, σσ. 492-496.
47.      Μυριβήλης, Στρ.,  - Καραγάτσης, Μ., - Τερζάκης, Α., -  Βενέζης, Η., Το μυθιστόρημα των τεσσάρων, Αθήνα, Εστία, 200416, σ. 9.        
48.  Νιάρχος, Θ. Θ., «Βιοχρονογραφία Ηλία Βενέζη», Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 133-135.
49.  Olsson, H., Nya Pressen, Φιλανδία, 1960. Παρατίθεται στο Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 130-131.
50.  Παναγιωτόπουλος, Ι. Μ., «Επιστροφή στο Βενέζη», Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 16-18 - «Στοιχεία του έργου του Βενέζη», Αθήνα, Νέα Εστία 96 (Χριστούγεννα 1974) 4-7 - «Βενέζης, ο συναισθηματικός πεζογράφος», Μνήμη του Ηλία Βενέζη, ό.π., 92-94 - Τα πρόσωπα και τα κείμενα. Β΄ Ανήσυχα Χρόνια, Αθήνα, Οι εκδόσεις των φίλων, 19802, σσ. 48-72.
51.  Παναρέτου, Α. Π., Ελληνική ταξιδιωτική Λογοτεχνία. 20ος αιώνας: η άνθηση και η ακμή, 3, Αθήνα, Επικαιρότητα, 1995, σ. 363.
52.  Παπανούτσος, Ε. Π., «Ο ραψωδός της χαμένης πατρίδας», Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 9-15.
53.  Πολίτης, Λ., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 200414, σσ. 302-307, 318-319.
54.  Πολίτης, Φ., Επιλογή κριτικών άρθρων,  Γ΄ (Λογοτεχνικά), επιμ. Πολίτης, Ν., Αθήνα,  Ίκαρος, 1983, σσ.  275-280.
55.  Ροδάς, Μ., «Η Αιολική Γη, Μορφές αδρές και εκφραστικές», εφ. Ελεύθερον Βήμα (12/ 1/ 44). Παρατίθεται στο Αθανασόπουλος, Β., «Αχυρογράφημα υποκειμενικής νοσταλγίας ή αριστουργηματικό μνημείο πίστης και καρτερίας; (Η υποδοχή της Αιολικής Γης από την κριτική του 1944)», Διαβάζω 337 (8/ 6/ 94) 55-56.
56.  Σαχίνης, Α., Η Πεζογραφία της Κατοχής, ά.τ., Ίκαρος, 1948, σσ. 116-125 - Η σύγχρονη πεζογραφία μας, Αθήνα, Ίκαρος, 1951, σσ. 150-151 - Μεσοπολεμικοί και Μεταπολεμικοί Πεζογράφοι, Αθήνα, Εστία, 19852, σσ. 29-35 - Πεζογράφοι του καιρού μας, [Αθήνα], Εστία, [1967], σσ. 79-87 -  Προσεγγίσεις. Δοκίμια κριτικής, Αθήνα, Ινστιτούτο του Βιβλίου Μ. Καρδαμίτσα, 1989, σσ. 140-141, 229-232.
57.  Στεργιόπουλος, Κ. (επιμ.), «Ηλίας Βενέζης», Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία (1914-1939), Β΄, Αθήνα, Σοκόλης, 1992, σσ. 334-376 - Περιδιαβάζοντας Γ΄. Από τη μεσοπολεμική στη μεταπολεμική πεζογραφία, Αθήνα, Κέδρος, 1994, σσ. 72-102.
58.  Τσιρόπουλος, Κ. Ε., «Ο Ηλίας Βενέζης εθνικός συγγραφέας», Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 44-49. 
59.  Vitti, M., Η γενιά του ’30. Ιδεολογία και μορφή, Αθήνα, Ερμής, 19952, σσ. 21-56, 231-255, 326-329 - Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ά.τ., Οδυσσέας, [1978], σσ. 371-375, 389-394, 416.
60.  Φιλιππίδης, Σ. Ν., Τόποι. Μελετήματα για τον αφηγηματικό λόγο επτά νεοελλήνων πεζογραφών, Αθήνα, Καστανιώτης, 1997, σσ. 78-89.
61.  Φιλίππου, Φ., «Η εκδοτική επιτυχία του σύγχρονου Παιχνιδιού των τεσσάρων (Μουρσελάς, Σουρούνης, Σκούρτης, Τατσόπουλος) επαναφέρει στην επιφάνεια Το μυθιστόρημα των τεσσάρων  και τους πρώτους διδάξαντες», εφ. Το Βήμα (17/ 05/ 1998), σ. S03, Κωδικός άρθρου: B12481S031, ID: 108632, άρθρο που ανασύρθηκε από http://tovima.dolnet.gr στις 4/ 1/ 08.
62.  Φουριώτης, Α., Πνευματική πορεία, Μαυρίδης, σσ. 228-229.
63.  Χάρης, Π., Έλληνες Πεζογράφοι, Ε΄, [Αθήνα], Εστία, [1976], σσ. 143-195 - Σαράντα χρόνια κριτικής ελληνικού πεζού λόγου, Α΄, Αθήνα, ΕΛΙΑ, 1981, σσ. 86-89, 291-294, 310-311 - «Ηλίας Βενέζης», Αθήνα, Νέα Εστία 96 (Χριστούγεννα 1974) 17-48.
64.  Χατζηγάκης, Π. Χ., Περίαπτα και ανάδρομα. Μελετήματα, Αθήνα, Αρμός, 2001, σσ. 125-152.
65.  Χατζίνης, Γ., Πρόσωπα και Έργα. Ελληνικά κείμενα, [Αθήνα], ΚΜ, [1955], σσ.125-135 - «Τοποθέτηση του Ηλία Βενέζη», Αθήνα, Νέα Εστία 96 (Χριστούγεννα 1974) 82-89 - «Καρτερία και ανθρωπιά του Ηλία Βενέζη», Μνήμη του Ηλία Βενέζη. 5 χρόνια από το θάνατό του, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 6 [1978] 95-97. 
66.  Χουρμούζιος, Α., «Η διηγηματογραφία του Η. Βενέζη», Η Καθημερινή (15/ 7/ 1954).
67.  Χωρεάνθη, Ε., «Το κυνηγητό του πάθους ή η συμφωνία της Χίμαιρας στην Αιολική Γη (διαστάσεις και προοπτικές του έργου)», Διαβάζω 337 (8/ 6/ 94) 50-53.
68.  Χωριανόπουλος, Μ., Κορυφαίες Μορφές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Σμυρνιωτάκης, 1990, σσ. 41-53.