Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΦΟΡΜΕΣ ΜΕΡΟΣ 2ο


Όπως έχουμε πει θα  παρουσιάζουμε από τις στήλες του περιοδικού μας ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, από καιρό εις καιρό, μερικές από τις νέες ποιητικές φόρμες, που καθιερώθηκαν πλέον στις μέρες μας και παρουσιάζουν ευρεία χρήση κυρίως βεβαια από ποιητές του εξωτερικού.

Η ποιητική φόρμα που θα παρουσιάσουμε σήμερα είναι εκείνη που αποκαλείται ΤΗΕ NOVE OTTO. Προκειται για ποιήματα ουσιαστικά ισοσύλλαβα, 9 στίχων με 8 συλλαβές σε κάθε στίχο (ισοσύλλαβα). Το μέτρο του κάθε ποιήματος ακολουθεί τo παρακάτω ρυθμικό σχήμα: aacbbcddc

Παραθέτουμε ένα ποίημα για παράδειγμα και τον ακόλουθο πίνακα όπου φαίνεται πως κατανέμεται η μορφή THE NOVE OTTO .

Quietude
The clatter of our daily life,
type-writers, doors, or fork and knife,
are processed- usually ignored
while we contend with mundane tasks.
“Where is the quiet?” we might ask.
To find it you must leave the horde,
and the devices built by men.
Commune with nature now and then.
Assuredly, you’ll not be bored.
© Lawrencealot – May 24, 2013
Visual Template of the poem
 

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017



Η αποκριά ήταν αγαπημένο θέμα του Σουρή, ο οποίος κάθε χρονιά γέμιζε τις σελίδες της τετρασέλιδης, σατιρικής εφημερίδας του (Ο Ρωμηός) με στίχους, που είτε σατίριζαν την επικαιρότητα της εποχής στο πλαίσιο μιας υποτιθέμενης μασκαράτας είτε καυτηρίαζαν τις συμπεριφορές του Έλληνα, που παραδινόταν στο μεθύσι των εορτασμών.
Κάποιες στροφές που δημοσιεύτηκαν - ανάμεσα σ' άλλες - στο Ρωμηό στις 27.01.1901.


Είσοδος του μεγάλου μασκαρο-Καρνάβαλου
Περιούσιε λαέ μου, που προς χάριν μου βροντάς,
θεονήστικος χορεύεις, θεονήστικος γλεντάς.
Δείχνεις πάλι τόσο κέφι...
πού στο διάβολο το βρίσκεις!...
ο λιμός σε καλοτρέφει
κι έχεις μάγουλα παιδίσκης.

Περιούσιε λαέ μου, την κακή μου, την κακή σου...
κάθε τόσο τσαμπουνάς
πως λιμώττεις και πεινάς,
κι όμως δίνεις για τα γλέντια και το τρύπιο το βρακί σου.

Περιούσιε λαέ μου, λες πως πάσχεις ολοένα,
κι όμως χάνεσαι για μένα, 
κι ενώ σκούζεις κουρελής,
με γενναίας προσφοράς
και μ' εράνους δαψιλείς
βγαίνεις πρώτος μασκαράς.

Ω λαέ των κωφαλάλων,
που συχνά παραπονείσαι,
μόνο για των Καρναβάλων
τους θριάμβους συγκινείσαι.

Ξεφωνίζεις πως σε ρεύουν, πως των φόρων σ' έχουν σκλάβο,
μα πού βρίσκεις τους παράδες
για να κάνεις μασκαράδες
δεν μπορώ να καταλάβω.



Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Δύο ποιήματα της Μίκα Μαυρογιάννη, Συγγραφέας-Ποιήτρια, που λάβαμε, με τίτλους "Δεν γίνεται να αιχμαλωτιστεί το φως" και "Έρωτας στη Νεροσπηλιά"
δημοσιευμένα στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Μικα Μαυρογιαννη
Η Μίκα Μαυρογιάννη το γένος Ζιάκα, γεννήθηκε τον Σεπτέμβρη του 1961, στη Λαμία. Ποτέ δεν έθεσε ως στόχο να γίνει συγγραφέας, είχε όμως πάντα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ανάγνωση. Δραστηριοποιήθηκε στον τομέα των επιχειρήσεων από εμπορικό δαιμόνιο, αλλά ποτέ δεν ήταν αυτό που πραγματικά ήθελε να κάνει. Με το πλήρωμα του χρόνου η αγάπη της για την ανάγνωση μεταστοιχειώνεται σε πάθος για τη συγγραφή και την ποίηση. Το 1994, υποτάσσεται στην ακατανίκητη επιθυμία της και με πλοηγό την πένα της, αφήνεται να ταξιδέψει στις θάλασσες του δημιουργικού νου, χωρίς όρια. Το βιβλίο με τίτλο «Το Ποτέ Είναι Χρόνος Πολύς» ήταν το πρώτο συγγραφικό της έργο και ολοκληρώθηκε στα μέσα του 2013. Περί τα τέλη του 2013, εμπνέεται από μια αληθινή ιστορία, από εκείνες που σηματοδοτούν τη θλιμμένη πλευρά της ζωής και γράφει το δεύτερο βιβλίο της, με τίτλο: «Μια καταδίκη…δίχως μια δίκη…». Το βραβευμένο ποίημα της, με τίτλο «Ούτε πανί… Ούτε στεριά» το 2009, απέσπασε το Β’ Βραβείο καλύτερου ποιήματος, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

Δεν γίνεται να αιχμαλωτισθεί το φως

Έρημη πόλη, χαμένες ανατολές 
χιτώνα  σκεπάζεσαι την αδικία.                                 
Περίκλειστη σε κλεμμένες λευτεριές
γέλιο αηδονιού να ξεκρεμάς, από την ακακία.
 
Καιρό βαστά, ο πένθιμος αντίλαλος
του απόηχου, της μπότας της Τουρκίας
καιρό πονά, ο πόθος ο πολύλαλος
λες κι έχασε ο Ηρακλής τον άθλο της Εσπερίας.
 
 
Ροδοφόρα μυρωμένα περιβόλια
του τάφου το στόμα κλείνουν επάνω σου
η πέπλος σου ακάνθινος απώλεια
τα πένθιμα φορά, ξεντύνει την χαρά απ’τον κάμπο σου.
 
Άμμου λευκής, Αμμόχωστε, συρρέουσα.
Άνθους φυομένου, Κύπρου καλουμένου.
Αλάσιας γης το στέμμα, Βασιλεύουσα 
νερένιο φιλί, ηπείρων τριών, ξεδίψασμα παρθένου.
 
Πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους πατρίδα
η θλίψη των παιδιών σου διπλώνει τη μέση
δακρύζει ο ουρανός βροχοσταλίδα
η γύρη των ουρανίων λουλουδιών, αργεί να πέσει.
 
Πολυστέναχτοι οικιστές της Αμμοχώστου!
Και το σπουργίτι ακόμη βρίσκει σπίτι
 φωλιά  η μάνα  χελιδόνα του νόστου
 για ν’ αποθέσει τα αυγά, τροφή μη γίνουνε αστρίτη.

Δεν γίνεται να αιχμαλωτισθεί το φως!
Του ήλιου ντελικάτων ακτινών μητέρα, πέτα!
με ίσια τα φτερά, όπως ο ακίνητος αετός κρατά,
σαν κρέμεται στον αέρα.

Μίκα Μαυρογιάννη

**********

Έρωτας στη Νεροσπηλιά
 
Το πρώτο γλυκόγελο από σταλακτίτη
και ο παρθένος στεναγμός του σταλαγμίτη
χαϊδεύουν διάφανα τις αιχμηρές, της πέτρας σου προεξοχές.
 
Στο βουνό των Τιτάνων και των αστραπών
σ’ απόκρυφες ρωγμές, σε  σπήλαια νυμφών
μες την καρδιά σου Όθρυ μου χτυπά, αεικίνητη νερένια ζώσα ομορφιά.
 
 
Είσαι η κόρη ενός αρχέγονου μυστικού.
Νεροσπηλιά μου: δεήθηκες για  όσα διαρκούν
Κανείς δεν είδε την ψυχή σου, μυστηριώδες σπήλαιο και σαγηνευτικό,
 
πνεύματα των γλυκών νερών καλά  κρυμμένα
υπάρχουν, σε πορτρέτα της φύσης φυλαγμένα
και στενάζει το βουνό στα σπλάχνα του που τρέχει, κρυστάλλινο νερό.
 
 
Άλλων συμπάντων  συγχορδίες μυσταγωγεί
Θεοί και δαίμονες, άγγελοι και δράκοι, στην ίδια γη.
Ξιφολόγχες από φύλλα στρώνεις για χαλιά, εσύ, έρωτα στη Νεροσπηλιά.
 
Κυκλώνεις δέντρα, που προσεύχονται σιωπή
στων φαραγγιών το απρόσιτο στην πιο ψηλή κορφή
άγριο θυμάρι, άπιαστο από ανθρώπινη αγκαλιά, απλώνεις μοσχοβολιά.
 
Είσαι το λυκαυγές στο διάστημα το σκοτεινό
στις νύχτες σου τις μακρινές, το φίλημα το ερωτικό,
στων δασών της Μαύρης Ελάτης χτίζεις αέναη φωλιά. Ω! ‘’έρωτα στη Νεροσπηλιά’’.
 
Μίκα Μαυρογιάννη, από το ομώνυμο βιβλίο της ''Ερωτας στη Νεροσπηλιά"



Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Η Η NEW YORK TIMES με ημερομηνία 30/12/2016 αναφέρουν σε άρθρο τους τον μεγάλο σε αξία,Έλληνα ποιητή μας, το Γιάννη Ρίτσο (και στενότατο φίλο και συνεργάτη του ιδρυτή του περιοδικού μας ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, του Γιώργου Βαλέτα και πατέρα του σημερινού εκδότη-διευθυντή του περιοδικού, λογοτεχνη Κώστα Βαλέτα) σχετικά με τα ποιήματα που έγραφε. 

Το άρθρο το γράφει ο Daniel Halpern ποιητής και president and publisher of Ecco και αναφέρει στην 5η παράγραφο:

"The Greek poet Yiannis Ritsos, jailed for political reasons, wrote his poems on cigarette papers while in prison, stuffed them into the lining of his jacket and, when he was released, walked out wearing his collected poems. They were mostly short."

μπορείτε να βρειτε ολόκληρο το άρθρο στον παρακάτω σύνδεσμο:
https://www.nytimes.com/2016/12/30/books/review/a-few-questions-for-poetry.html?_r=1

ο μεγάλος σε αξία Έλληνας ποιητής μας Γιάννης Ρίτσος στεκούμενος όρθιος και ο φίλος του και ιδρυτής του περιοδικού μας ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Γιώργος Βαλέτας

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017


Δύο ποιήματα της Πώλα Βακιρλή-Γιαννακοπούλου, που λάβαμε,  με τίτλους "ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΑΝΤΕΧΕΙ" και "ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΣ",  δημοσιευμένα σήμερα στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Η Πόλα Βακιρλή- Γιαννακοπούλου, γεννήθηκε στο Σύδνεϋ αλλά μεγάλωσε στην Ακράτα. Τελείωσε τη φιλολογία στη Φιλοσοφική σχολή του ΕΚΠΑ. Δίδαξε σαν φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση απ' όπου και συνταξιοδοτήθηκε.
Έχει εκδώσει  τρεις ποιητικές συλλογές: την ποιητική συλλογή “Φως στην άκρη της καταχνιάς” εκδ. BOOKSTARS  που κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2014, ΤΟ ΜΙΚΡΟ  ΑΛΩΝΙ εκδ. Γαβριηλίδης, Νοέμβρης 2015. Αυτή είναι η τρίτη της συλλογή από τις εκδ. Βεργίνα με τίτλο: ΜΕ ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΡΩΜΑΤΑ.




ΑΓΑΠΗ  ΠΟΥ  ΑΝΤΕΧΕΙ

Δεν έχω χρόνο
δεν έχω ήχο
δεν έχω χρώμα
όλα τα εξάντλησες
μοίρα μου εσύ
μα ορθή είμ' ακόμα.

Βρήκα το χρόνο
τις νότες ψάχνω
και το χρωστήρα
λάβα η ψυχή μου
καίγεται απόψε
μες στον κρατήρα.

Βρήκα τις λέξεις
εσύ θα διαλέξεις
να τις ντύσεις σε σώμα
να υμνούν την αγάπη
που υμνεί την ψυχή

και αντέχει στο χώμα.

********************

ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΣ

Στην αυλή μου,
ξεχασμένα δάκρυα κι ελπίδα
για τις χαρές που δεν έζησα
για το θεό που δεν είδα

Για τους ανθρώπους
που με πλάνεψαν οικτρά
κι αλάργεψαν απ' της ψυχής μου
το κατώφλι

Για σένα που μ' αρνήθηκες
κι άλλο λιμάνι βρήκες

Στην ημερίδα της χαράς
στο κατευόδιο του ήλιου
σε κάλεσα ομοτράπεζο
μα εσύ ποτέ δεν ήρθες.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Το Ινστιτούτο Θερβάντες, η Πρεσβεία της Χιλής στην Αθήνα
και οι εκδόσεις Εκάτη σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου:

Ενρίκε Λιν: Άστρο μοναχικό στη γραμμική ακινησία του τίποτα 


με ποιήματα των Enrique Lihn, Pedro Lastra και Ρήγα Καππάτου
στο Ινστιτούτο Θερβάντες, Σκουφά 31 Αθήνα
την Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017 και ώρα 19:00

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν ο συγγραφέας και μεταφραστής Ρήγας Καππάτος
και η πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Ισπανιστών, Σύλβα Πάντου
Την έκδοση θα χαιρετίσει ο μορφωτικός ακόλουθος της Πρεσβείας της Χιλής στην Αθήνα Martin Donoso


Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στην ποιητική συλλογή «Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΤΑΞΙΔΙ- 55 ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
του Κωνσταντίνου Μ. Σκηνιώτη
εκδόσεις ΑΩ


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)
τ.μέλος της Ένωσης Δημοσιογράφων&Συγγραφέων Τουρισμού Ελλάδος 
Μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων & ΣυγγραφέωνΤουρισμού









Ανεμπόδιστα.  Αυτός είναι ένας χαρακτηρισμός που ταιριάζει στην ποιητική αυτή συλλογή του Κωνσταντίνου Μ. Σκηνιώτη με τίτλο «Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΤΑΞΙΔΙ- 55 ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ σε μια εξαιρετικά προσεγμένη έκδοση, ένα βιβλίο με σαγρέ εξώφυλλο, με αυτιά και το γνωστό κολοφώνα στο τέλος, σε καλής ποιότητας χαρτί, που το κρατάς και σου μεταδίδει την αίσθηση του εσωτερικού του. Γιατί εκεί, στο εσωτερικό του,  βρίσκει κανείς μια ποίηση διαυγή, που ρέει ανεμπόδιστα, κατάσαρκα αναφλεγόμενων στίχων που θρέφονται με μνήμες και γεγονότα από την προσωπική ζωή του Κωνσταντίνου Μ. Σκηνιώτη, την  εσωτερική και εξωτερική.

Του σχοινοβάτη αθέατη ισορροπία
πάνω απ’ το βάραθρο σαν περπατεί.
Όριο και ζύγι του ανέμου.
Χειρολαβή  στου σύμπαντος το τραμ.

Συνεπιβάτης  στο ταξίδι της ζωής.

(«Χάδι», σελ. 37)

Στα ποιήματα της συλλογής αυτής δεν κλειδώνεται καμμιά επιτήδευση, δεν χαράζεται κανένα αντίσκηνο βεβιασμένης προσπάθειας για αιώρηση στο κενό νεολογισμών στα ρουθούνια τους  ώμους της έκφρασης.


Είναι η έμπνευση παραδομένη στην πρύμνη των στίχων ανακατεμένη με την αξιοπρέπεια μιας μεστωμένης απόκρισης από το βάθος του ανθρώπου που ποδηγετεί τους στίχους των ποιημάτων και τους χρίζει άξιους συνεπιβάτες του ποιητικού ταξιδιού που ξεκινά ο Κωνσταντίνος Σκηνιώτης σε ετούτο εδώ το βιβλίο και που ξαπλώνει τον αστράγαλο της λογικής ανάμεσα στο γόνατο των συναισθημάτων και της αντοχής του ανθρώπου, εκείνου που δέρνεται από τη σκέψη και που οι οράσεις του ποντίζονται εναγώνια στο αύριο.

«Θα περάσουμε
 τις Συμπληγάδες, που  θέλουν
να τσακίσουν τα όνειρα και τη ζωή μας.
Είναι μια στιγμή που μέσα της
κουβαλάει έναν καινούργιο αιώνα
συμπυκνωμένο σ’ εκατομμύρια  ηλιαχτίδες
τα κουπιά γίνονται ακόντια χρυσά
και στοχεύουν  τ’ όνειρο.»

(από το ποίημα «Ναύτης Άγρυπνος», σελ. 96-97)

Με εύστοχα αντιφεγγίσματα μιας πριονισμένης έκφρασης επιφορτίζεται ο αναγνώστης σε μια αντίστιξη όχι πελαγοδρομικών αντιφάσεων αλλά ενός κεφαλοποιημένου καταπιστεύματος αγάπης και μνήμης.

Ο Κωνσταντίνος Σκηνιώτης κατορθώνει να αυτονομήσει το πλέγμα των στίχων του και να καταστήσει τον αναγνώστη του βιβλίου αυτού εγγαστρίμυθο οδοιπόρο της υπόκρουσης ενός διαφορετικού ορίζοντα θέασης των πραγμάτων με εκείνο το πανόδετο πείσμα του θαυμασμού και της χειμασμένης χαράς που κουβαλά ο πρωτόβγαλτος στην εκκολαψία των θαυμάτων.

«προς τούτο
θέτω λίθο θεμέλιο
ευκαιρία
επί του λίθου να χτίσουν»

(από το ποίημα « Η ΑΛΛΗ ΛΗΘΗ», σελ.52)

Όπως θα γράψει κι ο ίδιος.

Δίχως στυπόχαρτα νυγμών. Δίχως βυρσοδεψία σκέψεων. Αλλά με μια μουλιασμένη αυθεντικότητα που ρέει ιλαρή στη χωρητικότητα των ποιημάτων του, μας περιστρέφει ασυναγώνιστα σε δειγματισμένα ντέφια ύπαρξης απιθώνοντας τη μουσκεμένη σαμπρέλα της εξήγησής σε συνειρμούς απόλυτα δικούς μας και όχι υπαγορευμένους αδιέξοδα από την εκάστοτε ευπρεπισμένη συνάφεια των αιτιολογιών.

Έτσι, κατορθώνει κάτι εξαιρετικό ο Κωνσταντίνος Σκηνώτης: ξεβιδώνει τα  αρτίσματα της κάθε μας βεβαιότητας στα βαμβάκια της άφεσης και καταστρώνει μια ενύπνια δοτικότητα στην τράτα του προφανούς όπου καταγράφονται  αβασάνιστα οι γούρνες του δυνατού, φορώντας την πιρουέτα των καιρών.

«Αναπάντεχα της έμπνευσης η έλευσις
αναπάντεχα τα απότοκα αυτής»

(από το ποίημα « ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΑ», σελ. 47)


Να του ευχηθούμε να ζαλίζει πάντοτε την έμπνευση του στην ευθύτητα αυτή που μας δείχνει ο ίδιος να έχει η πένα του με αυτό του το βιβλίο και να εκτοπίζει κάθε μπούκλα του ενάντιου με τον αναμεταδότη των στίχων του. Είθε η ανάβαση του στον Ελικώνα της εμπνεύσεως να ροδοστρωθεί από τις κόρες της Μνημοσύνης, τις Μούσες δηλαδή.



Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017


Ένα κειμενο της Ευαγγελία Τυμπαλέξη, που λάβαμε, με τίτλο "ΩΣ ΕΙΚΟΣ..." δημοσιευμενο στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Βιογραφικό  σημείωμα

Η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη  γεννήθηκε  στο  Μόναχο  Γερμανίας  το  1971. Διδάσκει  τη  γαλλική  γλώσσα  επί  24  συναπτά  έτη    με  μεγάλη  αγάπη  προς  τα  παιδιά.  Η  ίδια  έχει  έναν  γιο,  φοιτητής  στο  Δημοκρίτειο  Πανεπιστήμιο. Παρακολούθησε  μαθήματα  στο  Ελληνικό  Ανοιχτό  Πανεπιστήμιο,  στο  Τμήμα  Ανθρωπιστικών  Σπουδών,  τις  οποίες  εγκατέλειψε  συνειδητά.   Το  2015  εκδόθηκε  απ’  τις  εκδόσεις  Αγγελάκης  το  ποιητικό  έπος  «φωνή  βοώντος  εν  τη  ερήμω»,  το  οποίο  συγγράφεται  με   μαθήτριά  της,  Έλενα  Κουκιάσα,  και  αφορά  στο  διαχρονικό  χάσμα  γενεών. Έχουν  δημοσιευτεί  πολλά  κείμενά  της  στο  διαδικτυακό  περιοδικό  fractal.   Το  2017  αναμένεται  η  έκδοση  του  επόμενου  βιβλίου  της,  ποιητική  αφήγηση,  απ’  τις  εκδόσεις  Ωρίωνας.  Γράφει  δοκίμιο  και  ποίηση.  Έχει  ταξιδέψει  σε  πολλά  μέρη  του  πλανήτη. Τις  δημοσιεύσεις της συνήθως  ακολουθεί: Η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη  οδυνάται  για  τα α κακώς  κείμενα  στον  πλανήτη.  Νιώθει  να  πάλλεται  σε  χώρο  μαγνητικά  απομονωμένο  και  η  πυξίδα  έχει  χαθεί.

Ως  εικός…

Αγαπημένε  οδοιπόρε,
Καθόσουν  σταυροπόδι  δίπλα  στη  μεγάλη  βαλίτσα, μικρή  παιδούλα  αμίλητη  και  σκεφτική.  Φρεσκοσιδερωμένα  πουκάμισα  και  τα  πανταλόνια  με  προσοχή  διπλωμένα  μη  και  χαλάσει  η  τσάκιση.  Εκούσια  ή  ακούσια  θα   κλίνονταν  για  τόσες  ώρες  τα   ενδύματα  μέσα  στη  σκοτεινή  αποσκευή;  Μα  κανείς  δεν  τα  ρωτούσε,  ούτε  κι  αυτά  θ’  απαντούσαν.  Ίσως  από  αξιοπρέπεια,  ίσως  επειδή  ανάλογη  γνώση  θεωρούταν  μερική,  ενίοτε  άχρηστη.  Κι  όλοι  κούρνιαζαν  στην  πρώτιστη  ασφάλεια   της  αδαημοσύνης. Κι  όπως  η  Περσεφόνη  κατάπιε  του  ροδιού  πυρσό  στον  Κάτω  Κόσμο  διαρρηγνύοντας  την  επιβεβλημένη  νηστεία  εισορμώντας  στον  Κυρίαρχο  των  Ίσκιων  κι  εναλλάσσοντας  τη  διαβίωσή  της  στον  Πάνω  και  Κάτω  Κόσμο, έτσι  μόνο  κι  η  άγνοια   μπορεί  να  διαρραγεί  απ’  ανθρώπου  παρέμβαση.  Κι  ο  μπαμπάς  ωστόσο  βουβός  και   περίσκεπτος.  Να  ‘κανε  κι  εκείνος  τις  ίδιες  σκέψεις  για  τα  ρούχα,  δείκνυε  αδύνατον.  Να  βαθουλώσεις    ήθελες    μ’  ένα  κατσαβίδι  τον  λογισμό  του,  να  ξεπηδήσουν  τα  κλωθογυρίσματα  απ’  τ’  απάτητο  της  λίμνης,  όπου  μονάζουν  σαν  μόρφωμα  λαθροβίωτο.   Κι  όταν  το  φερμουάρ  γρύλισε  και  τα  τοιχώματα  της  βαλίτσας  φάσκιωσαν  τον  ρουχισμό  σφιχτά  κι  η  μαμά  εξαφανίστηκε  στ’  άδυτα  της  κουζίνας,   γονάτισε  μπροστά  σου  κοιτώντας  τους  σαγηνευτικούς  ιριδισμούς  στα  μπλε  σου  μάτια.  Κι  ήταν  σαν  να  έβλεπε  τα  δικά  του,  σαν  το  βλέμμα  του  προσωπείου  του   να  διέφυγε  και  να  βρήκε  καταφύγιο  στα  δικά  σου σκαψίματα. 
-Θα  με  περιμένεις  όνειρό  μου;  Σου  υπόσχομαι  να  γυρίσω  γρήγορα. 
Και  θα  ήταν  γι’ αυτόν  ακριβώς  το  λόγο  που  δεν  θα  τον  συγχωρούσες,  επειδή  είπε  ψέματα   και  δεν  τήρησε  την  υπόσχεση.  Κι  ΕΣΥ  σε  πείσμα  υποσχέθηκες  στον  εαυτό  σου  πως  το  ψέμα  θα  είναι  εχθρός  σου  και  πως  άλλον  άνδρα  δεν  θα  εμπιστευτείς  ν’  αγαπήσεις,  έτσι  για  τιμωρία  του  πεθαμένου  που  φεύγοντας  κλείδωσε  όλα σου  τα  συναισθήματα  κι  εκείνα  ανεξάρτητα  κι  ασάλευτα  δεν  αχολογούσαν.  Ούτε  όταν  τις  νύχτες  ξυπνούσες  κάθιδρη  και  κουρασμένη  που  προσπαθούσες  να  διώξεις  εκείνον  τον  θεόρατο  μαύρο  σκύλο  που  στρογγυλοκαθόταν  δίπλα  στο  σκαμνί  σου  κι  εκζητούσε  τη  συντροφιά  σου.  Κι  όταν   βεβαία    ήσουν  πως  τον  έβγαλες  έξω  και μαντάλωσες  την  πόρτα,  γυρίζοντας  το  βλέμμα  τον  θωρούσες  πάλι  στην  ίδια  θέση,  περιχαρή  να  θεμελιώνει  την  αδιάσειστη  πίστη  του  κι  ατάραχο  να  σε  περιμένει.  Κι  ο  μόνος  τρόπος  να  τον  αποφύγεις  ήταν  ο  ξύπνος,  κάλλιο  να  κρυφοδάγκωνες  του  σκοταδιού   τις  παχιές  στρώσεις,  αφού  αυτόνομες  κι  αυτές  τον  έλεγχο   επιδίωκαν  της  σκέψης  και  των  συναισθημάτων.  Κι  όπως  η  μούργα  κατακάθιζε  σε  πάτο  ξύλινου  βαρελιού,  με  καρτερία  όμοια  καταχτιόταν  η  θλίψη.  Κι  είχε  την  ικανότητα  να  καμπυλώνει  ακμές,  να  κοιλαίνει  της  ψυχής  τ’  αβαθή,  να  οξύνει  την  τραχύτητα, ακόμη  και  την  αξιοπρεπή  κι  απαραίτητη  στην  ανθρώπινη  ύπαρξη. 
Και  κάθε  που  έβλεπες  τη  μάνα  να  ετοιμάζει  τους  κουβάδες,  τ’  απορρυπαντικά  και  τα  σφουγγάρια,  ψυχανεμιζόσουν  την  πολύωρη  επίσκεψη.  Κι  ήθελες   λίγη  σκόνη    ν’  αρπάξεις  απ’  τα  τριμμένα  κάρβουνα,  ν’  αλείψεις  το  πρόσωπό  σου,  να  γίνεις  αόρατη. Ή  να  τρέξεις  πίσω  απ’  το  κούφωμα  της  χαλασμένης  να  κρυφτείς  πόρτας,  μη  κι  αποφύγεις  στην  αλάνα  να  σε  τραβολογήσει  των  πεθαμένων.  Επειδή  όταν  νυχοπατούσες  ανάμεσα  στα μνήματα  βλέποντάς  την  να  τρίβει  με  μανία  τον  τάφο  του  πατέρα,  «να  γυαλίσει  το  μάρμαρο»  όπως  έλεγε,  ένας  άνεμος  παγωμένος  ξεκλήριζε  τις  ορθόκλαδες  αφάνες  των  δένδρων,  που  διασπαθίζονταν  βλοσυρά  στης  γλίτσας  την  ανημποριά.   Κι  ένιωθες  μπρος  σε  τέτοια  εμπνευσμένη  αποκάλυψη  απαρηγόρητη  κι  απελπισμένη.  Ίδια  ο  Κυπάρισσος  που  μόνος   υπαίτιος  για  τη  θανάτωση  της  αγαπημένης  του  συντροφιάς.  Κι  αναρωτιόσουν  για  ποιο  λόγο   άραγε  χρειαζόταν  να  γεμίζεις  συνέχεια  τον  κουβά  με  νερό,  αφού  κι  εκείνο  σάστιζε  απ’  τα  δάκρυα  που  ρετσίνιαζαν  πάνω  στους  κορμούς.   Κι  έφερνες,   το  δάχτυλο   αργά  στα  χείλη  παρακαλώντας  τη  μικρή  σου  αδερφή  να  μην  θορυβεί,  επειδή  δημιουργούσε  παράσιτα  σ’  εκείνη  τη  μελωδία,  που  ερχόταν  από  κάπου  μακρυά,  αφού  στο  νεκροταφείο  απαγορεύονται  οι  μουσικές  υποκρούσεις,  και  δεν  ήταν  παρά  κάποιοι  κόκκοι  κονιορτού  που  τολμούσαν  την  παρθενική  τους  εξόρμηση,  και  παρέσυραν  του  θανάτου  τις  νόμιμες  αξιώσεις  στη  συμπάθεια.  Κι  αυτό  το  μειδίαμα  ικανοποίησης,  που  φράκαρε στο  στόμα  της   μάνας  με  το  πέρας  της  καθαριότητας,  δεν  σου  φαινόταν παρά  μια  παράλυτη  ζαρωματιά,  που  όσο  κι  αν  προσπαθούσε  να  εξογκώσει  την  αξία  της  πράξης,  το  μόνο  που  κατάφερνε  ήταν  να  επιτείνει  την  απάθειά  σου… 
Και  τότε  είναι  που  ξυπνάς   ιδρωμένη.  Τι  αξεδιάλυτο  όνειρο! Τα  όνειρα  μας επισκέπτονται  δίχως  γιατί,  δίχως  διότι.  Πρώτη  φορά  π’  η  στενότητα  σε  πνίγει  του  χώρου.  Το  θώρι  ν’  αναζητά  παρηγοριά  στον  καλόγηρο  στη  γωνιά  του  δωματίου,  ‘κει  που  το  ξεθωριασμένο  καφέ  κρέμεται  παλτό,  μια  θλίψη  αναδίδοντας  άθικτη  στις  πτυχώσεις.  Πάντα  μαζί  της  σιωπηρά  καυγάδιζες,  χωρίς  να  υφίσταται  σοβαρός  λόγος  ή  βαρύγδουπη  αιτία.  Ύστερα  μια  παραίτηση  ξεδίπλωνε  μ’  άτεγκτη  ευδαιμονία  τα  μαγνάδια  της.  Κι  ΕΣΥ  κρατούσες  μούτρα    στο  πανωφόρι,  που  για  να  το  εκδικηθείς,  έρμαιο  το  παρέδωσες  στη  σκόνη,  η  οποία  με  νηφαλιότητα  το  πάχνιασε,  όχι  για  να  σταθεί  σύμμαχός  της  αλλά  για  να  της  αποδείξει την  εύγλωττη  παραφθορά.  Απτόητο  το  ένδυμα,  στη  διάρθρωση  της  ύφανσης  υπόθαλπε  δυνάμεις  σύγκρουσης  κι  ενότητας.   Και  τον  μεγάλο  καθρέφτη  που  έσπασες  πάνω  στα  νεύρα  σου.  Μην  από  φόβου  αλύχτισμα  δεν  ήταν  πάλι!
Τρέχουν  οι  άνεμοι  αναμαλλιασμένοι,  στην  καμπή  τ’  ουράνιου  ν’  αγγιχτούν  τόξου. Τη  Γη  να  θωπεύσουν,  να  τίκτει  το  κύμα  υπό  το  όραμα  του  αφοπλισμένου  κόσμου.  Με  πόση  λεπτότητα  σφαιρικά  να  καλύψεις,  τους  συμβιβασμούς  ισχύος  και  ηθικής. Είναι  κάθε  που   της  ασφάλειας  οι  στόχοι,  βασικούς  διαμορφώνουν  παράγοντες.  Είναι  κάθε  που  της  ισορροπίας  τα  σκοπούμενα,  σε  συναινετική   ενώνονται  ηγεμονία.  Βαριές  οι  αλυσίδες  στη  σκέψη,  κι  αυλάκι  το  αίμα  στα  χαλάσματα.  Διαθλάται  ή  περιθλάται  ο  αφανισμός; 
Όσες  ράγες  σιδηροδρομικές  κι  αν  έστρωσες,  τη  φτώχεια  σου  αντίκρυζες  το  βράδυ.  Και  γύρωθεν  άδειες  αγκαλιές, να  μην  κλαίνε-να  μην  γελούν-να  μην  ζητούν.   Σαν  πράξη  συνεχή  κι  ατελεύτητη.  Κι  όπως  το  κάθε  Κόμμα  τους  διαφωνούντες  σαν  διασπαστές  αποκήρυττε. Κι  η  συρρίκνωση  του  Κόσμου,  σαν  συναίσθημα  αθιγγανικό. 
Μην  ξεχάσεις  στο  βάζο  να  τρέξεις,  με  το  γλυκό!  Είναι  το  μόνο  που  καταμαρτυρεί  το  μικρό  παιδί,  που  μέσα  σου  έχει  κουρνιάσει. 
Άνευ  επιλόγου…
 ------------------------------------------


*Αλληγορικό  κείμενο,  που  πραγματεύεται  την  αναμέτρηση  του  ανθρώπου  με  τον  Θάνατο. Η  συγγραφέας  συνομιλεί  με  τον  εαυτό  της.