Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Ενα κειμενο του Γ. Μιχαλακόπουλου που λάβαμε, με τίτλο "O «Καφενές» του χωριού σαν διαχρονικό σύμβολο & βίωμα",  δημσοιευμένο σήμερα στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ





O «Καφενές» του χωριού σαν διαχρονικό σύμβολο & βίωμα

του Γ.Μιχαλακόπουλου


Τρόμος με κατέλαβε όταν σε πρόσφατη εκδρομή στα «άγια χώματα» της ελληνικής υπαίθρου διαπίστωσα την αύξηση των «λουκέτων» στα εκεί καφενεία.

Η ερήμωση των χωριών, η γήρανση του πληθυσμού τους και η περιρρέουσα κρίση ίσως αποτελέσουν την ταφόπλακα (αλίμονο!) στο «θεσμό» του καφενέ.

Αλήθεια, ειδικά στην επαρχία, γιατί είναι τόσο σημαντική η διατήρηση του καφενείου; Τι συμβολίζει αυτός ο χώρος (κέντρο αναφοράς) διαχρονικά;

Σε στενάχωρες στιγμές λύπης και μνήμης εκεί συγκεντρωνόμασταν για τη σιωπηλή παρηγοριά και σηκώναμε τα κρασοπότηρά μας, προσβλέποντας στο αέναο. Όμως, και σε στιγμές χαράς και γιορτής πάλι στο ίδιο καφενείο, με τα ίδια πρόσωπα τραγουδάγαμε, συντρώγαμε, κουτσοπίναμε και ευχόμασταν να μας ζήσει το (καινούριο) όνομα.

Στην καθημερινότητα, ο καφενές ήταν άλλοτε «εκκλησία του Δήμου»,  άλλοτε «λαϊκό δικαστήριο» και άλλοτε λυτρωτικό καθαρτήριο ψυχής. Τόσο το χειμώνα με την ξυλόσομπα όσο και το καλοκαίρι με το φυσικό air-condition του πλάτανου ήμασταν εκεί (κάποιοι προλάβαμε και το τζουκ μποξ). Εκεί, όλοι καταθέταμε απόψεις, ακούγαμε άλλες γνώμες, ενημερωνόμασταν, φωνάζαμε, «τσακωνόμασταν», τους τα λέγαμε ένα χεράκι βρε αδερφέ… «τα βγάζαμε από μέσα μας».

Κατά τις περιόδους των διακοπών, στον κόμβο του καφενείου δηλώναμε την έλευση - παρουσία μας (ενίοτε πριν ακόμα αποθέσουμε τις βαλίτσες στο σπίτι). Εκεί αναλύαμε τα αποτελέσματα των εκλογών (ενίοτε πριν ακόμα ανακοινωθούν επισήμως). Eκεί λέγαμε αναδρομικά (και ενίοτε… προκαταβολικά) τα νέα μας, τις προόδους μας, τις επιτυχίες των παιδιών μας, τους προβληματισμούς, τις πίκρες, τις νίκες και τις ήττες μας. Μέσα στον καφενέ – σύμβολο δεν ‘’χωρούσαν’’ πολυτελή αυτοκίνητα και πανάκριβα ρούχα. Πλούσιοι και πένητες ήταν παρέα όλοι μαζί και ίσοι απέναντι στο τσίπουρο του …μισού ευρώ, με μεζεδάκι ελίτσες και κουνουπίδι τουρσί (βλ. «εδώδιμα εν οξάλμη»).

Στον καφενέ συχνάζουμε εμείς. Όμως, στον καφενέ πήγαινε συνεχώς ο πατέρας, ο παππούς, ο προπάππους μας. Δεν πρέπει να κοπεί αυτό το χωροχρονικό νήμα των γενεών. Η εμπειρία και η αύρα των κακοτράχαλων εποχών εξακολουθούν να έχουν πολλά να μας διδάξουν.

Περισσότερο από ποτέ είναι σήμερα επιτακτική η ανάγκη διατήρησης του «θεσμού» του καφενείου. Αυτό θα αποτελέσει κυματοθραύστη απέναντι στις θύελλες της μελαγχολίας και της αυτοαπομόνωσης. Πόλο έλξης για νέους και ηλικιωμένους, για μόνιμους και εποχιακούς κατοίκους. Ο καφενές - στέκι πρέπει να παραμείνει, πάση δυνάμει, σημείο αναφοράς για κάθε τοπική κοινωνία.

Για να συμβεί κάτι τέτοιο δεν αρκούν λόγια και διαγγέλματα. Σε όλα τα επίπεδα πρέπει να υπάρξει ευαισθητοποίηση – κινητοποίηση. Οι σεβαστές αρμόδιες εποπτεύουσες & ελεγκτικές αρχές καλό είναι να μην εξαντλούν την αυστηρότητά των, αλλά αντίθετα, να διευκολύνουν τοιαύτες προσπάθειες. Το εμπορικό δαιμόνιο πρέπει να αφυπνιστεί και πάλι δίνοντας ρεαλιστικές επιχειρηματικές προτάσεις – λύσεις δημιουργώντας «το καφενείο του αύριο», χωρίς να λησμονά τη συνταγή του χθες. Σε αυτό το σημείο ίσως χρειαστεί και μια (έντονη) δοσολογία από πρωτοβουλιακή - ανατρεπτική διάθεση (ζητάω πολλά;). Εμείς, οι πελάτες - θαμώνες θα πρέπει με θετικό πνεύμα και με «έναν καλό λόγο» (μας βάζω δύσκολα;) να στηρίξουμε έμπρακτα τις ενδεχόμενες κινήσεις των συμπατριωτών μας ξεφεύγοντας από την αυτοκαταστροφική νοοτροπία περί του… ευκταίου ψόφου «της κατσίκας του γείτονα».

Εξάλλου, πλέον ο γείτονας … είμαστε εμείς.