Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Ενα κειμενο του Γ. Μιχαλακόπουλου που λάβαμε, με τίτλο

 "Ένας φέρελπις νεανίας, ονόματι Προκόπιος"   

δημοσιευμένο σήμερα στο λογοτεχνικό περιοδικό 

ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ







Ένας φέρελπις νεανίας, ονόματι Προκόπιος

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ονειροπόλο παιδάκι που το έλεγαν Προκόπιο. Ο Προκόπης λοιπόν, προσπαθούσε καθημερινά να χαροποιεί τους γονείς του όντας («πρωτίστως») καλό παιδί και («δευτερευόντως») άριστος μαθητής. Διέπρεπε στα γράμματα, στις τέχνες, ξένες γλώσσες, πιάνο, συγχρονισμένη κολύμβηση…
«Όλα για την προκοπή του Προκόπη μας», επαναλάμβανε η μητέρα του στις φίλες της και ακουμπούσε τελετουργικά το πορσελάνινο φλιτζανάκι του καφέ στο (εξίσου) πορσελάνινο πιατελάκι με το λουκούμι – τριαντάφυλλο στην άκρη.
Κάθε αναγνώριση γι΄αυτόν ήταν γιορτή!
Πάντα πρόθυμος να διαθέσει προς αντιγραφή το γραπτό του στα διαγωνίσματα και πάντα πρώτος στις τιμωρίες, στους μηδενισμούς, στην κατανομή της ενοχής.
        Ρουφώντας με πάθος τις γνώσεις πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διάβηκε το πανεπιστημιακό κατώφλι σκορπώντας ρίγη συγκίνησης στον κύκλο του. Έτη και έτη μελέτης, επαναλήψεων, θυσιών τελεσφόρησαν. Άλλο ένα προκατασκευασμένο όνειρο είχε γίνει πραγματικότητα, είχε αρχειοθετηθεί. Ο αμετανόητος Προκόπης συνέχισε και ως φοιτητής τον ίδιο χαβά παρακολουθώντας ανελλιπώς τις παραδόσεις μαθημάτων, τα εργαστήρια και βοηθώντας τους συμφοιτητές του σε πάσης φύσεως ομαδικές ή …ατομικές εργασίες (τους). Συν τωι χρόνωι, το ονειρεμένο πτυχίο ήρθε βέβαια, όπως ήρθε για όλους το ίδιο με διαφορά λίγων δεκαδικών ψηφίων στον τελικό βαθμό.
        
Ντυμένος στο χακί, ο υποψήφιος έφεδρος αξιωματικός Προκόπης δεν άλλαξε ούτε στην Kόρινθο («έλα μάνα να με δεις…») ως νεοσύλλεκτος, ούτε στην Κρήτη («ΥΕΑ, ΥΕΑ, σε 2 βδομάδες ΔΕΑ»), ούτε στον Έβρο. Φιλόπατρις, ευσυνείδητος, υπεύθυνος καβάτζωνε τους πάντες και τον έχωναν όλοι, μα όλοι, και στην Κόρινθο και στην Κρήτη και στον Έβρο. Πρόθυμος στην αγγαρεία και στη σκοπιά, παρών στην ανάληψη ευθύνης και στις αντίστοιχες καμπάνες, σπανίως αδειούχος-εξοδούχος. Ήταν ο προβλεπόμενος Προκόπης. Όλες οι σειρές του πήραν αργά ή γρήγορα μια καλή μεταθεσούλα (βρε αδερφέ!) για κάποιο αστικό κέντρο. Μόνον ο Προκόπης πήρε απολυτήριο από το φυλάκιο στη Χελιδώνα, στον Έβρο,  εκεί δίπλα στου χάρτη την (πάνω-δεξιά) πινέζα…
        Η αγορά εργασίας τον περίμενε με ανοικτές αγκάλες. Το όνειρο μιας καλής δουλειάς είχε πάρει σάρκα και οστά, ο Προκόπης τα είχε καταφέρει και πάλι. Γρήγορα όμως συνάδελφοι και αφεντικά τον πήραν χαμπάρι. Οι απλήρωτες υπερωρίες έπεφταν βροχή, τα σαββατοκύριακα ο Προκόπιος πέρναγε από το γραφείο για κάτι εκκρεμότητες… (των άλλων). Δυστυχώς, η αναγνώριση ερχόταν όλο και πιο σπάνια δίνοντας τη θέση της σε χαρακτηρισμούς όπως: ‘’γκαβέ’’, ‘’εργασιομανή’’, ‘’μικρέ’’, ‘’κορόιδο’’…

        Όμως, εδώ πρέπει να σας αφήσω γιατί χτυπάει το τηλέφωνο και πρέπει να το σηκώσω. Ίσως είναι ο Προκόπης, ίσως ξεχείλισε το ποτήρι του, ίσως τα πήρε στο κρανίο, ίσως έφτασε ο κόμπος στο χτένι και ψάχνει μια παρέα για να πιει ένα κρασί (δύο, τρία, δεκατρία…) και να σιχτιρίσει (με αναδρομική ισχύ φυσικά) τον «ανθύπα», το σπασικλάκι, τον καθηγητή, το αφεντικό, τον κύριο Αναπληρωτή Γενικό, το ρουφιάνο, το «συνάδελφο». Ίσως θέλει να βρίσει εμένα! Ας μην του χαλάσω το χατίρι… Ας τον ακούσω.
Όλοι χρωστάμε κάτι ψιλά σε κάποιους Προκόπηδες.


Γ.Μιχαλακόπουλος

Εν Κυψέλη,
Ιανουάριος 2017.-