Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στο βιβλίο «Ο ΚΑΜΒΑΣ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ» μυθιστόρημα
του Θοδωρή Θεοδωρόπουλου
εκδόσεις FYLATOS PUBLISHING


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)




“Αστειεύεται! Ναι, σίγουρα μου κάνει πλάκα» (σελ. 7)



Έτσι ξεκινάει «Ο Καμβάς της τρέλας», το ιδιαίτερα ευρηματικό αυτό μυθιστόρημα του Θοδωρή Θεοδωρόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις FYLATOS PUBLISHING, σε μια εξαιρετική και πολύ προσεγμένη και επιμελημένη έκδοση εσωτερικά και εξωτερικά 655 σελίδων δίχως το χαρακτηριστικό κολοφώνα, με εξώφυλλο που συνάδει ευρηματικά με την πλοκή του βιβλίου.

Ένα βιβλίο που αναδιπλώνεται συνεχώς, επιμηκύνοντάς την αντοχή του αναγνώστη στο γεμάτο μεδούλι της πλοκής του που κατοικεί σε μια έμπνευση τόσο ιδιαίτερη, που ακροβολισμένη στο μεδούλι των σελίδων του αποστάζει τέτοια οικειότητα στον αναγνώστη που μοιάζει σαν να έχει αγκυροβολήσει ο ίδιος στις σελίδες του!


Ένας ζωγραφικός πίνακας, μια ανθρώπινη ζωή του ζωγράφου του, πολλές ζωές, τα επιρρήματα των γεγονότων, τα ιστία της φαντασίας του συγγραφέα που γλασάρουν διαρκώς εκδοχές και ανατροπές, τα δάκτυλα των επιθυμιών και των προσδοκιών των ηρώων του, τα φοδραρισμένα ματόχανδρα των παράλληλων ιστοριών που εκτυλίσσονται μέσα στο κείμενο για να οδηγήσουν τελικά σε μια και μόνη ιστορία, ο ρέοντας και αψεγάδιαστος λόγος του Θοδωρή Θεοδωρόπουλου που στυπώνει εύφλεκτα το ενδιαφέρον του αναγνώστη, είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που αναφλέγουν το βιβλίο αυτό.

«Η Τέχνη και η πραγματικότητα, η καθημερινότητα, θα πρέπει να είναι συνδεδεμένες για να μπορεί για να μπορεί η πρώτη να γίνει κατανοητή και αποδεκτή από το κοινό. Από την άλλη, όμως, αυτό που εγώ θέλω να κάνω, είναι να φιλτράρω την πραγματικότητα μέσα από τη δική μου θεώρηση και να την αποδώσω διαφορετικά. Ούτως ή άλλως, η πραγματική τέχνη είναι ο μόνος και πιο αξιόπιστος τρόπος να μεταβληθεί η καθημερινή πραγματικότητα, ώστε να επηρεαστεί ο κόσμος και να δει όλα αυτά που κρύβονται πολλές φορές και που λειτουργούν στο παρασκήνιο. Αυτό  που κάνω, λοιπόν, είναι να παντρεύω το πραγματικό με το υποθετικό και το επιθυμητό, ώστε να δημιουργώ μια εναλλακτική πραγματικότητα, μια άλλη διάσταση την οποία ο θεατής καλείται να αξιολογήσει»

(σελ.285-286)

Λέει η Άννα, μια από της ηρωίδες του βιβλίου.

Και πραγματικά, το βιβλίο αυτό ακουμπά με όλους τους ώμους του τα μπαούλα της τέχνης και της ζωής που κλειδωμένα καμμιά φορά μες τα ρουθούνια της μνήμης και των γεγονότων της καθημερινής ζωής, αναδασώνουν τον κορμό γεγονότων και περιστατικών  σε μια τέτοια ένρινη ευκρίνεια πλοκής και δράσης, όπως ετούτη που μας παραδίνει ο Θοδωρής Θεοδωρόπουλος στο παρόν βιβλίο του.

Η τροχαλία του βροντερού στροφέα της πένας του γυρίζει διαρκώς μέσα από τα στρωμένα ρήματα της γραφής του και κατακαθίζει σε φορτισμένα περιγράμματα χαρακτήρων και γεγονότων που ποτίζουν ολομέτωπα τις οράσεις μας.

Διότι δεν είναι μόνο ανάμεσα στο γόνατο της σκέψης και της λογικής που εκτυλίσσονται τα δαρμένα στην εξιστόρηση του βιβλίου γεγονότα. Είναι πάνω από όλα εκείνοι οι άνεμοι του λυρικού στρωσίματος της τέχνης του που έχει τόσο καλά δαμάσει ο συγγραφέας και που κατορθώνει το μέγιστο: να αντιφεγγίσει τους διεσταλμένους βρόγχους των τύψεων, της αγωνίας, της απορίας,, της ελπίδας, του αναστηλωμένου πηγουνιού της κάθε βεβαιότητας, του συνταγμένου βραχίονα των αντιφάσεων  μας…

Και μαζί με αυτά, να μας δείξει με τρόπο εύσχημο αλλά ορατό, την εγγαστρίμυθη οδοιπορία μας στις βομβισμένες στέρνες της σκέψης και της ζωής του καθενός μας ξεχωριστά αλλά και όλων ταυτόχρονα.

«Βλέπεις Άννα, πέρα από μια όμορφη εικόνα, ένα εκπληκτικό, πανέμορφο τοπίο, που ο θεατής θα θαυμάσει, υπάρχει και κάτι άλλο που αναζήτα, κάτι που θα τον καθηλώσει. Αυτό δεν είναι άλλο από το να αναγνωρίσει, να βιώσει και να ταυτιστεί με τα συναισθήματα του καλλιτέχνη. Μόνο τότε θα δημιουργήσεις το πνευματικό και ψυχικό δέσιμο που απαιτείται ώστε ο άνθρωπος αυτός να σε ακολουθεί πάντοτε πιστά. Να γίνει ο πραγματικός κοινωνός του έργου σου.»

(σελ. 525)

Όπως γράφει ο συγγραφέας στο βιβλίο σε ένα διαλόγο του. Το βιβλίο λοιπόν : Ένας πίνακας λοιπόν που έχει σχεδιάσει ένας ζωγράφος και που γύρω από ετούτον βρίσκουν αφορμή να αυτονομηθούν όλα τα γεγονότα του βιβλίου σε τρέμουλα  μισά και ολόκληρα ζωών και υπάρξεων που κουβαλούν ταυτόχρονα το δικό τους φορτίο στο θολωμένο στολισμό της ύπαρξης. Άνθρωποι που επιβουλεύονται το αρθρωτό στρίφωμα της αξίας του φανερά ή λιγότερο προσχηματικά, οι μπούκλες φρενιασμένων σκοπών που καταλήγουν να πυργώνουν αινιγματικούς θιάσους που εποφθαλμιούν μια μασημένη πρόσκτηση του, η εκταμίευση των φλεβών κάθε ντομπροσύνης, η κρεουργημένες συναισθήσεις, τα ζουληγμένα σωληνάρια της κάθε κατανόησης που τελικά ασπάζεται το προικοδοτημένο συμφέρον κάποιων ατόμων εμπλεκομένων στην πλοκή της ιστορίας , ανεβάζουν το δείκτη των λευκαντικών θυμιαμάτων της αντοχής του αναγνώστη διαρκώς. Δεν τον κλιμακώνουν, αλλά τον σκαμπανεβάζουν, ώστε δεν αφήνεται σε λήθαργο το νόημα της αγωνίας, αλλά κατατρέχεται διαρκώς από την επιδέξια γραφίδα του συγγραφέα.

Δεν θα αποκαλύψω το τέλος του βιβλίου. Όχι γιατί δεν μου επιτρέπεται αναγνωστικά να το κάνω, αλλά διότι ο αναγνώστης θα θέλει από μόνος του να βρει αυτήν την ακτογραμμή της ηλιοθεραπείας της γαλήνης που δεν θα τον ξεβράσει απλά η ανάγνωση αυτού του βιβλίου, αλλά που θα τον ωθήσει να την ψαύσει από μόνος του, σε εκείνο το μονόκλινο θεμιτό θρόισμα της αντοχής της δικής του ύπαρξης πρώτα που αφού τον έχει κάνει ένοικο όλων των καταστάσεων του βιβλίου, θα τον οδηγήσει να βαδίσει εκεί που κατοικεί με συντομία η έκπληξη!

«Σκέφτηκα να περπατήσουμε λιγάκι αν θέλεις κι εσύ!»

(σελ. 398)


Να ευχηθούμε στο Θοδωρή Θεοδωρόπουλου, το μπατζάκι του μέλλοντα να τον οδηγήσει σε κορυφές συγγραφικές θησαυρίζοντας ξανά μέσα στους θησαυρούς.