Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017


Δύο ποιήματα του Γιώργου Δ. Μπίμη που λάβαμε, με τίτλους " ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ" και "ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ", δημοσιευμενα στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ




Ο Γιώργος Δ. Μπίμης ζει στη Λιβαδειά κι είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός... Γράφει ποίηση από την εφηβική του ηλικία κι έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: ΄΄Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής΄΄,  ΄΄Τα Λυρικά΄΄ και ΄΄Ο Χρόνος κι οι Πληγές΄΄... Γράφει και στίχους για τραγούδι. Ο Παντελής Θαλασσινός, η Εύα Φάμπα κι ο Αλέξανδρος Χατζηνικολιδάκης έχουν γράψει μουσική σε δικούς του στίχους... Έχει διακριθεί σε πολλούς Παγκόσμιους και Πανελλαδικούς διαγωνισμούς...


ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ   (ΕΡΚΥΝΑ)

(1o Βραβείο  σε πανελλαδικό διαγωνισμό με θέμα: Λιβαδειά ή Βοιωτία (2014).
Όταν μεσουρανήσει το φεγγάρι και σκύψεις
πάνω απ’ την επίπεδη επιφάνεια του νερού

θα ιδείς την εικόνα σου να παραμορφώνεται
και να σβήνει… Κι ύστερα, μια δύνη θ’ απλωθεί
για να  ξαναγεννήσει τα μάτια,

η φορά του χρόνου θα αντιστραφεί
κι ένας άλλος ξεχασμένος κόσμος θα φανερωθεί…

Και θ’ αντικρίσεις ξανά στη διαύγεια του βυθού
την παιδούλα που σήκωσε την κρυμμένη πέτρα
για να γεννηθεί μια υδάτινη πολιτεία στο φως…

Κι εκεί, ανάμεσα  στις ιτιές και στα πλατάνια,
θα ανασάνεις το άρωμα  της μέντας και του βασιλικού…

Και θ’ ακούσεις ξανά τους αρχαίους χρησμούς…
και θα ιδείς το χρυσό θησαυρό στο κοίλωμα της πέτρας
και τ’ ασημένια νομίσματα που πέφτουν στο νερό…

Στην άκρη του βράχου που καίει η ιερή φωτιά,
θα αφουγκραστείς τις οιμωγές και την οδύνη της ιέρειας…

Κι αντίκρυ,
στους στροβίλους του νερού που γκρεμίζεται,
θα αντηχήσει το γέλιο των νυμφών
κι ο ήχος του αυλού των Σειληνών και των Σατύρων…

Τότε, ο ασκίαστος ουρανός θα ξεφτίσει και θα πέσουν
άστρα χρυσά και κομμάτια πάλλευκου φωτός
στη γη που αδημονεί…

Και θα φανερωθεί στη νύχτια σιγαλιά
η φλύαρη ορχήστρα των αρχαίων πουλιών…

Για να μεθύσει ο νους και να στοχαστεί
την αίγλη και τη φθορά,
για να δέσει η νύχτα στο κατάρτι της
τα δάκρυα και τους στεναγμούς του έρωτα…

Εδώ σε τούτο το καμίνι σμιλεύονται οι ψυχές,
Εδώ αναγεννιέται η μέρα,
Εδώ βασιλεύει ο ήλιος της χαράς και της στοργής…

Βαθύ ποτάμι ο κόσμος, υμνεί τις αυγές
και τα δειλινά κι εξαϋλώνεται
σα ζωντανό νερό στο εωθινό διάστημα…

Για  να σμίξει με  το αληθινό φως και να γίνει
πάλι στον ουρανό σύννεφο και μπόρα,

για να ξυπνήσει ο ίλιγγος της εξομολόγησης,
για να λαγαριστούν απ’ την αμαρτία
το αίμα και τα δάκρια …

Για ν’ αγαπήσουν τ’ αγάλματα στο φως
κι ο έρωτας
να σκιρτήσει στο χώμα και στον άνεμο…

Κι ο μάντης, να προφέρει τον τελευταίο χρησμό:
‘’ Ο Ζέφυρος της  ψυχής,
θα κλονίσει τη σιωπή της αιωνιότητας!...΄΄



ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΜΠΙΜΗΣ.

*******************************



ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ

(Β΄ Βραβείο σε Παγκόσμιο διαγωνισμό Της Πανελλήνιας Ένωσης Κυπρίων (ΕΠΟΚ)

Στην άγονη νύχτα,  σαλπίσματα, φωνές, ομοβροντίες…
Το ήξερες πως  έφτασε η ώρα της φριχτής περιπέτειας…

Με το φανέρωμα του ήλιου οι δήμιοι
με τη σκληρή επιβαλλόμενη ευγένεια
σου έδωσαν το μαύρο μαντίλι να δέσεις τα μάτια σου,

δεν το δέχτηκες, γιατί εσύ δεν ήθελες
να παραδεχτείς την ήττα …

Το ήξερες,
ωστόσο πήγες με σίγουρο βήμα και στάθηκες
μπροστά στον γκρεμισμένο μαντρότοιχο
με τα χέρια πρησμένα απ’ τις χειροπέδες…

Σ’  ένα χρόνο επάλληλο, μπροστά στο έξαλλο πλήθος,
κοίταξες  μ’ αθόλωτο μάτι την ομορφιά του κόσμου
που αυγάζει κάθε ξημέρωμα και νικά τη φρόνηση…

Επιστροφή στο  κενό, στα πιο ακριβά ενθύμια,
στη μάνα σου,  στ’ αδέρφια σου,
στους  απλούς  ανθρώπους της γης
που χάνονται ανυποψίαστοι στη σκοτεινή  αβεβαιότητα
της καινούριας μας οδύνης…

Το ήξερες,
ότι η άγρια αναμέτρηση θα έφτανε στο τέλος της…
Κι όταν θα βροντούσαν οι κάνες των όπλων
θα πρόφταινες μονάχα να δεις τη μικρή σπίθα
που σμίγει τη ζωή και το  θάνατο…

Το ήξερες,
πως θα έσβηνε για πάντα το λιγνεμένο φως
του άδολου πρωινού
και το σκοτάδι θα ξεδιπλωνόταν μέσα στα χαλάσματα
τη στιγμή  που το αίμα θα άχνιζε πάνω
στο στοιχειωμένο χώμα…

Το έγκλημα θα συντελεστεί…

Και μια ελπίδα θα χαθεί δίχως κραυγές,
για να ξεχωρίσουν οι γενναίοι απ’ τους δειλούς,
για να γίνει η θυσία  σου μια ένοχη σιωπή
στο αγέρα της γης που δε λέει να κοπάσει…

Πάει πολύς καιρός   σύντροφε που λείπεις …
Στην ερημιά των δρόμων  που η ζωή σκορπίζεται,
θυμάμαι πάντα μια ημερομηνία,
μια νιότη που δε πρόφτασε ν’ ανθίσει
κι ένα ανθρώπινο όνομα …

ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΜΠΙΜΗΣ.