Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017



Ένα ποίημα του Κωνσταντίνου Φωτιάδη με τίτλο "ΑΞΕΧΑΣΤΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ" , που λάβαμε, δημοσιευμενο σήμερα στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Κωνσταντίνος Φωτιάδης: Γεννήθηκε στην Πτολεμαΐδα στις 14 Μαρτίου 1980, όπου ολοκλήρωσε τη μέση εκπαίδευση. Υπήρξε αθλητής της ελληνορωμαϊκής πάλης (1ος πανελληνιονίκης 1996).
Από το 1997 ζει στη Θεσσαλονίκη.Φοίτησε στο τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών του Α.Π.Θ. (1997 – 2005). Εργάστηκε βιοποριστικά ως φωτογράφος (2000- 2012). Σπούδασε υποκριτική στο Κέντρο Θεατρικής Έρευνας Θεσσαλονίκης (2002- 2004). Ως ηθοποιός έχει παίξει:
Θέατρο : ‘’Το παιχνίδι της μοναξιάς’’ του Ουίλιαμ Γκίμπσον ( 2004 )
‘’Ο άρχοντας των χωματερών’’ παιδικό (2005)
‘’Παντρειά με το ζόρι’’ του Μολιέρου (2012)
Κινηματογράφο : Συμμετοχή σε διάφορες εκπαιδευτικές ταινίες φοιτητών του τμήματος κινηματογράφου Α.Π.Θ.
Έχει γράψει:
το θεατρικό έργο ''Καρέ του Άσσου'' (2004)
το σενάριο '' Ο ήχος της σιωπής'' (2011)
το σενάριο ‘’ Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία’’ (2012)
Ποιήματα και διηγήματα
Έχω σκηνοθετήσει
θέατρο : Το ‘’καρέ του Άσσου’’ (2009)
κινηματογράφος : ‘’Ο ήχος της σιωπής’’ ( 35’ / 2011 ) Realeyes Productions
Από το 2013 έως σήμερα δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο νησί του Αλ. Παπαδιαμάντη, τη Σκιάθο.


ΑΞΕΧΑΣΤΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Εκείνον το χειμώνα δεν τον ξέχασα παρέα με μια συντρόφισσα καλή και στοργική… Σε ένα μεγάλο σπίτι τότε έζησα σε συνοικία αριστοκρατική με κήπο και βεράντες και ένα τζάκι όμορφο πολύ Απόκτημα μιας κίβδηλης και σάπιας εποχής «Πλην με κόπο και ιδρώτα καμωμένο» Όπως λεν οι πιο παλιοί… Μα ήρθε και ο καιρός της κρίσης…. Φλεβάρης μηνάς ήτανε και έξω να χιονίζει μέσα το κρύο τσουχτερό τα καυσόξυλα είχαν εξαντληθεί… Στην τηλεόραση αναφέρανε συχνά κάποιον συνάνθρωπο που έχασε τη ζωή ανάβοντας μαγκάλι προσπαθώντας να ζεσταθεί… Εμείς σαν πιο σοφοί κάτω από κουβέρτες και παπλώματα προσπαθούσαμε να τη βγάλουμε καθαρή… Ώσπου κάποια στιγμή… Πηρά μαζί κάτι ψιλά και βγήκα απ’ το σπίτι να πα να φέρω κάτι που καίγεται να μας ζεστάνει λίγο την ψυχή τσιγάρα δηλαδή… Στο δρόμο όπως πήγαινα μέσα σε μιαν αυλή αντίκρισα ένα σωρό από κούτσουρα και απ’ το μυαλό μου πέρασε μια σκέψη πονηρή… Ποτέ πιο πριν δε ζήλεψα τα χρήματα τα ρούχα τα αυτοκίνητα την τρυφηλή ζωή μα εκείνη τη στιγμή η ανάγκη ήταν τρομερή… Μπήκα στην ξένη ιδιοκτησία και ένα κούτσουρο άρπαξα μόνο μη μείνει η αμαρτία μίση… Σαν γύρισα με μάλωσε εκείνη η γυναίκα η τόσο τρυφερή κι εγώ πολύ πικράθηκα νιώθοντας τη ντροπή…. Ένα μαχαίρι άδραξα δυνατό και κοφτερό πολύ και πάνω στο δέρμα χάραξα του ξύλου τη δέκατη εντολή…: Οὐκ ἐπιθυμήσεις πάντα ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστί Το κούτσουρο κρεμάστηκε πάνω απ’ το τζάκι την κατάντια της κοινωνίας μας να διακοσμεί Σίγουρα και το χειμώνα που έρχεται θα υποφέρουνε πολλοί…

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ