Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Κριτική προσέγγισηΣτην ποιητική συλλογή 

«ΤΑ ΠΕΡΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ»

του Γιάννη Τσαμαντάκη, από τις εκδόσεις ΕΚΑΤΗ  

Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)





«Δεν έχω τίποτα να γράψω
Έχει στερέψει το μυαλό
Εσάς θ΄ ακούσω ν΄ απολαύσω
Να εξαπατήσω το εγώ
Εθελοντής στη λησμονιά μου
Μ’ ένα παιδί συγκατοικώ
Εισβάλατε στα όνειρά μου
Με οικοδεσπότη έναν τυφλό
Εσύ με τάισες με θλίψη
Και αυτή μου φούμαρε καπνό
Όχλος μου επέβαλε τη λήξη
Και οι λοιποί σταυρό λειψό
Εγώ, ο καλός ο Σαμαρείτης
Δεν βλέπω, μ΄ ακούω και τολμώ
Τρείς συνιστώσες για να πλάσω
Σε ανήθικο κεραμικό
Αγάπη, πόθος και λαγνεία
Στη χούφτα μου καλά κρατώ
Αγάπη… πάθος…ειρωνεία?
Στοιβάζω λέξεις στο σωρό

(«Στοιβάζω λέξεις» )


Με αυτό το ποίημα και αυτούς τους στίχους ξεκινά το ταξίδι στο βιβλίο του Γιάννη Σταματάκη «Τα πέρα πλάσματα» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΕΚΑΤΗ το Δεκέμβρη το 2016 σε μια προσεγμένη τυπογραφικά έκδοση με 5 μελάνια και τον γνωστό κολοφώνα στο τέλος του βιβλίου, σε ωραίο σχήμα έκδοσης, με οικείες γραμματοσειρές στο εσωτερικό του που δεν κουράζουν το βλέμμα και προτρέπουν σε ξενάγηση αναγνωστική στις σελίδες του.

Και παρόλο που ο Γιάννης Τσαμαντάκης ξεκινάει το βιβλίο του με το δηλωτικό στίχο «Δεν έχω τίποτε να γράψω», ωστόσο γράφει και γράφει πολύ, παραδίδοντάς μας ένα βιβλίο πλέον των 75 σελίδων.

Στους στίχους του, ο ποιητής Γιάννης Τσαμαντάκης, ενσκήπτει επάνω στις κατασκευασμένες υπερωρίες των όντων με νοήσεις που εδράζουν την όρασή τους στους κοιτώνες των λέξεων, δουλεύοντας το συνειδητό στην πρίζα της νόησης , έτσι ώστε οι στίχοι του να έχουν εκείνον τον κόμπο της διάρκειας που αποστομώνει.

«Ψυχή που σαλεύει σε μέγγενη και δυόσμο
Αναμνήσεις που θέλεις να πεις μα πρέπει να θάψεις
Και χαμένος στη χώρα των αγγέλων
Να απαγγείλεις και να σταυρωθείς

Μου μίλησες για τις ώρες που οι ανάσες ήταν βαθειές
Και οι ουλές γεννιούνταν

Κάθε λέξη μοναδική στον πειρασμό του χρόνου

Και μια φωτιά που πρέπει να τραφεί
Να θεριέψει, να σμιλέψει
Τελικά ν΄ απατηθεί

Και άλλος ένας θησαυρός που εγκαταλείφθηκε

Εγώ»

(  «Εκεί που οι φωτιές πρέπει να  τραφούν», σελ.32)


Θαρρεί κανείς πως τα δαρμένα υπάρχοντα της σιωπής του καθενός μας, εκείνα εκεί ακριβώς που αποτραβιούνται στη μοιρασμένη ψωμιέρα της κάθε εχεμύθειας, εδώ, στους στίχους και τα ποιήματα αυτής της συλλογής, αποκαλύπτονται δημόσια, αλλάζοντας όραση για τις επιφάνειες της ζωής, αλλά, εκείνης κυρίως της ζωής που βιώνει η έσω ύπαρξη στην παγόδα των αντοχών του καθενός μας. 

Κάθε στίχος πλευρίζει κανονικό, φουντάρωντας, όμως, το γκρεμισμένο συρτάρι του θεμιτού σχετικά με τους επιβαλλόμενους κανόνες ποιητικής δημιουργίας και κρατώντας μονάχα το λυρισμό των συναισθημάτων που φιγουράρουν στον εξωτερικό αρμό του εαυτού του ποιητή, ανακατεύοντας τα κρατήματα των υπονοιών με ντομπροσύνη αψεγάδιαστη.

«η ευχή που έστειλα  δυο αιώνες πριν
Βρέθηκε στη χώρα που οι φωτιές δεν μπορούν να τραφούν»

(σελ.33, «Εκεί που οι φωτιές δεν μπορούν να τραφούν»)

Η ένταση των σκέψεων, των αισθήσεων, των απόψεων, των οδυρμών της ψυχής, μοιάζει σε τούτο το βιβλίο, σαν εντυπωμένη ειλικρίνεια, ανεβαίνει διαδοχικά και με διακλαδώσεις, στο ρότορα της ομολογίας του κάθε ποιήματος (αλήθεια σε τούτο το βιβλίο, κάθε ποίημα είναι ένα ξαφνιασμένο ρολόι ψυχικής κατάθεσης) και επισυνάπτει τελικά το πείσμα της σιγουριάς του εαυτού, που με φτιασιδωμένο το χωράφι της λογικής, αφού ταξιδέψει στη λογομαχία όλου το φάσματος της αίσθησης, κρατάει ωστόσο καλά το μαντέμι της ελπίδας της.

Είναι, ειλικρινά, δύσκολο κατόρθωμα να μπορέσει ένας γράφοντας να διαχειριστεί το λυρικό υπόβαθρό των συναισθηματικών πτώσεων σε ενική και πληθυντική μορφή, στο στενό περιθώριο του βιβλίου που καλείται να μας δώσει, αλλά, αυτή ακριβώς η μπερδεμένη στάμπα, είναι που ξεχωρίζει τον αληθινό τεχνίτη του λόγου και τον στέφει ποιητή. Και ο Γιάννης Τσαμαντάκης είναι ποιητής γνήσιος με τάλαντο που κροταλίζει φανερά  στο πετραχήλι της τέχνης του.

«Τα Πέρα Πλάσματα», είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή, αλλά κατορθώνει να βουτάει ολόσωμος μέσα της και να αλέθει τους στοχασμούς του διασπαθίζοντας τον εγχάρακτο ζητιάνο της κανονικότητας, με τα επιδαπέδια εναύσματα της ευθύνης που φέρει να μεταλαμπαδεύσει τα λαίμαργα μανίκια της νόησης του που οδύρεται πλούσια στα κλαδιά των στίχων του.

«Εκεί θα σταθώ
Εκεί ανήκω»

(σελ. 75, «ΛΕΠΤΕΣ ΚΟΡΝΙΖΕΣ»)


Εμείς, να του ευχηθούμε να χαράζει με ακρίβεια, πάντοτε, το ακονισμένο βρεγματικό του ποιητικού του σύμπαντος και οι Μούσες, να του φυλάξουν ανοιχτό το δρόμο του προς το θεωρείο της δόξης, που σίγουρα τον περιμένει ολόφωτο και λαμπρό στο μέλλον.