Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στην ποιητική συλλογή της Ευαγγελίας Τυμπαλέξη
«ΣΤΙΣ ΑΚΡΩΡΕΙΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ»
εκδόσεις ΩΡΙΩΝΑΣ

Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)






Σε αυτήν την ποιητική συλλογή, που αποτελεί και το δεύτερο ποιητικό βιβλίο της Ευαγγελίας Τυμπαλέξη,  λάμνουν την εμβέλεια τους, ηχηροί  οι κωδωνοστάτες των λέξεων, ενσκήπτοντας στον ήχο των καιρών θαυμαστικά, ελπιδοφόρα, αυτόφωτα, με μια υπεροχή συνείδησης που ελλιμενίζει το αυτοφυές τάλαντο της ποιητικής γραφής της Ευαγγελίας Τυμπαλέξη , σε ευκρινείς στίχους, που λαμποκοπούν από την καθαρότητα της έκφρασης.

«Αφού έκρυψα πως ήμουν ΘΑΛΑΣΣΑ90--=
Κι εσύ επαλήθευσες πως ήσουν ΒΡΑΧΟΣ
Μα ο ΚΟΣΜΟΣ προφανώς ήταν επίορκος!
Κι έτσι αγεωμέτρητη και αγεώργητη
Κι απ’ τους νεκρούς μου απαλλαγμένη
Τα σύνορα του ΧΑΟΥΣ έψαυσα στην άμμο να διαχαράξω
Κι ύστερα άφεση έδωσα Ελευθερίας, σ΄ όλα…»

(σελ. 65, ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ, απόσπασμα από το ενιαίο ποίημα του μέρους αυτού στο βιβλίο)

Ανόθευτα τα βουτήματα της διαύγειας της έμπνευσης της , επικεντρώνονται σε όλο το βιβλίο  στο ηχείο εκείνο της ύπαρξης που βηματίζει πλατιά στις συντομογραφίες των ανθρώπινων ζωών, φουρνίζοντας τα τεμάχια της ψυχής της, αλλά, και του αναγνώστη σε ολοένα και αυξανόμενης έντασης στίχους, με μια απροσπάθεια θαρρείς αξιοζήλευτη και πηγαία.

«Δεν εξηγώ
Παρεξηγώ
Τις αναζωπυρώσεις!»

(σελ.80)

Θα γράψει.

Το βιβλίο, χωρίζεται εσωτερικά σε δύο μέρη, ένα προοίμιο, έναν επίλογο και ένα επίμετρο ξέχωρα από κάποια στοιχεία βιβλιογραφίας, κατατοπιστικά σε σχέση με ορισμένους στίχους. 

Νομίζω ,όμως, πως η ποιήτρια Ευαγγελία Τυμπαλέξη, έχει συμπυκνώσει στο προοίμιο που αποτελείται από ένα μεγάλο ποίημα, εκείνο που θέλει ουσιαστικά να μας κορνάρει διαρκώς η αναγνωστική μας επιθυμία όταν καταδυόμαστε στους στίχους της:

«Μη  μ΄ αναλύεις τους ανθρώπους!»

(σελ.23)

Για να συνεχίσει παρακάτω:

«Άφησέ με να τους φανταστώ!
Σαν κοσμογονίες δραπέτες
Σαν αφηρημένες διάβρωσης διασταυρώσεις
Για να  ΄χω  ένα μετερίζι να ονειρευτώ.»

(σελ. 23)

Και απλώνει όλα εκείνα που θέλει να μας πει, στην αβίαστη εκφορά των στίχων της. Ακλόνητα βεβαιωμένη, η γραφίδα της Ευαγγελίας Τυμπαλέξη,  στην ευπρέπεια της ξαστεριάς της ποιητικής της έκφρασής, ετοιμάζει το ζεμπίλι της σκέψης της με λειτουργημένα παντζούρια λυρικότητας στους στίχους της , ξεβγάζοντας το όνειρο στη  φουσκωμένη φελούκα της ύπαρξης, μέσω των αισθήσεων που συρράπτουν στον αναγνώστη οι λέξεις και οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί, που δείχνουν ότι διαθέτει συνάμα και ένα πλούσιο λεκτικό κόσμο εντός της που πλευρίζει τον αναγνώστη πλανόδια, με ευπρόσιτα δοκίμια ιδεών, για να τον κάνει μύστη στο μιξαρισμένο  νεύμα της εξακολούθησης, που μαντεύει την ετυμηγορία του ο καιρός.

«Απαρατήρητη να διαβαίνω της αμέριστης υποστήριξής σου…

Το χέρι βίαια σου γράπωσα ανακαλώντας ξέσκεπα
Κοινωνικές δεν είχα θεωρίες
Τα ξύσματα μου ανεπαίσθητα ανάγερναν
Μόνο στην αίθουσα ανυπομονούσα να εισβάλλουμε μαζί του θρόνου
Του ιδρώτα μην και ζυγίσουμε το βάρος!
Κι αν τον οβολό, είπε θα καταβάλλει, τ΄ αντάμωμα από κοινού
Στο θώκο καθένας στεφόταν χωριστά
Κι η ανάρρηση μ‘ έκπαγλο σκεπτικό παλινόρθωσε τις μοναρχίες
Το Φωτόδεντρο εκπληρώνοντας του Ελύτη
Αφού αλήθεια ελάχιστη είχαμε θελήσει»

(σελ.59)

Το βιδωμένο γεράνι των προφάσεων, δεν είναι κάτι που θα συναντήσει κανείς σε τούτο εδώ το βιβλίο.  Η ποιήτρια, ζυγίζει  το ξύσμα της όρασης της  με τη συντομευμένη τυραννία των λέξεων  στο κουτάλι του εαυτού της και μουλιάζει τα πράγματα στο χωνευτήρι της ψυχής της, πριν τα καταθέσει σε στίχους. Η αλήθεια είναι, πως το βιβλίο αφήνει να φανεί ένας πλούσιος εσωτερικός κόσμος της Ευαγγελίας Τυμπαλέξη, που μεστωμένος εύκαρπα, πουδράρεται με αυτάρκεια και καταναλώνει τη λογική σε ένα διαπιστευτήριο αισιοδοξίας που υφέρπει αναμεταξύ των γραμμών, δίχως να δηλώνεται απερίφραστα, μόνο ζυγίζεται άκλιτα, σαν χειρονομία…

Νομιζω, προσωπικά, πως η Ευαγγελία Τυμπαλέξη κατορθώνει να εκκολάψει  το κειμήλιο των λογισμών της, ενορχηστρώνοντας απέραντο στα διαστήματα του λόγου της και της έκφρασής της και κλωσσώντας την  ορισμένη πινακίδα  της πρόκλησης, στο κουτάλι των λέξεων που χειρίζεται γλαφυρά, με δεξιοτεχνία.

Με μανίκια άπληστα επίγνωσης, σε αυτή τη μονοκοντυλιά των αισθήσεων που είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή, είναι σίγουρο πως η λεωφόρος της ποίησης, στέκει κατάφωτη και με ταπετσαρίες επαίνων εμπρός στον περιστρεφόμενο ροοστάτη της σκέψης της και της ποιητικής της έκφρασης, για να τη διαβεί!

«Πεινασμένη πάντα…»

(σελ.64)

Όπως γράφει και η ίδια, για το υψηλό, το αυθεντικό, το απάτητο!