Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017


Ένα κείμενο της Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη  που λάβαμε, με τίτλο "Η συμμορίτης",  δημοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



  
Βιογραφικό  σημείωμα

Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη
Η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη  γεννήθηκε  στο  Μόναχο  Γερμανίας  το  1971. Διδάσκει  τη  γαλλική  γλώσσα  επί  24  συναπτά  έτη    με  μεγάλη  αγάπη  προς  τα  παιδιά.  Η  ίδια  έχει  έναν  γιο,  φοιτητής  στο  Δημοκρίτειο  Πανεπιστήμιο. Παρακολούθησε  μαθήματα  στο  Ελληνικό  Ανοιχτό  Πανεπιστήμιο,  στο  Τμήμα  Ανθρωπιστικών  Σπουδών,  τις  οποίες  εγκατέλειψε  συνειδητά.   Το  2015  εκδόθηκε  απ’  τις  εκδόσεις  Αγγελάκης  το  ποιητικό  έπος  «φωνή  βοώντος  εν  τη  ερήμω»,  το  οποίο  συγγράφεται  με   μαθήτριά  της,  Έλενα  Κουκιάσα,  και  αφορά  στο  διαχρονικό  χάσμα  γενεών. Έχουν  δημοσιευτεί  πολλά  κείμενά  της  στο  διαδικτυακό  περιοδικό  fractal.   Το  2017  αναμένεται  η  έκδοση  του  επόμενου  βιβλίου  της,  ποιητική  αφήγηση,  απ’  τις  εκδόσεις  Ωρίωνας.  Γράφει  δοκίμιο  και  ποίηση.  Έχει  ταξιδέψει  σε  πολλά  μέρη  του  πλανήτη.
Τις  δημοσιεύσεις  συνήθως  ακολουθεί:
Η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη  οδυνάται  για  τα  κακώς  κείμενα  στον  πλανήτη.  Νιώθει  να  πάλλεται  σε  χώρο  μαγνητικά  απομονωμένο  και  η  πυξίδα  έχει  χαθεί.



Απροσδιόριστη  ημερομηνία


Η  συμμορίτης…

της  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη.


Αγαπημένε  οδοιπόρε,
Άδειος  ο  Σταθμός  κι  η  προβλήτα  έρημη,  μόνο  ένας  αχθοφόρος  σκούπιζε    φτύνοντας  ολοένα  τριγύρω  με  μια  σιχασιά  ανείπωτη.  Κάτι  παραλαλούσε  για  ένα  παγκόσμιο  καθεστώς.  Απ’  τη  στιγμή  που  θα  επικρατούσε  το  «δικό»  τους  ενιαίο  κράτος  δεν  θα  υπήρχε  εξωτερικό…

Αγόρασες  το  εισιτήριό  σου  κι  ανέβηκες  απρόθυμα  στο  βαγόνι.  Το  γκρίζο  ατσάλι  φάνταζε  οδυνηρό,  σαν  να  το  έπιανε  πανικός    στην  έσχατη  του  χρώματος  θέση. Τι  σημασία  έχει  να  θωρείς  πονετικά  τα  μέταλλα;  Είναι  σαν  να  καλλιεργείς  τον  πυρετό  πολέμου  στην  τήξη.  Περιδινούμενοι  δερβίσηδες    οι  αχοί  της  σφυρίχτρας  άστραψαν  το  έναυσμα  της  εκκίνησης   κι  η  αμαξοστοιχία  ξεχύθηκε  μουγκρίζοντας  προς  το  τούνελ.   Τα  φώτα  δεν  άναψαν  προς  μεγάλη  σου  έκπληξη,  μόνο  μια  τεράστια  οθόνη  στο  τέρμα  του  διαδρόμου  για  να  σε  καλωσορίσει   στο  «Παγκόσμιο  Παιχνίδι». 

Οι  συνεπιβάτες   αμέριμνοι  ανυπομονούσαν  να  επισκεφτούν  το  απέραντο  γεωδαιτικό  διαμέρισμα.  Λίγο  αγωνιούσαν   οι  καθήμενοι  επί  της  Αριστεράς  Πτέρυγας,  αλλά  στην  πραγματικότητα  απλά  στένευαν  τον  κύκλο  της  λεπτομερούς  καταγραφής.   Αναζητούσες  στα  πρόσωπά  τους  κάποια  ένδειξη  ότι  απλώς  αστεΐζονταν,  στις  ομιλίες  τους  έψαυες   οιασδήποτε  μορφής  συνομωσία,  να  διακρίνεις  το  σημάδι,  που  θα  επιβεβαίωνε  πως  θύμα  είχες  πέσει  κάποιας  εξωφρενικής  παρωδίας.  Του  κάκου,  με  εγχώρια  κακέκτυπα  ομοίαζαν  των σταρ του Χόλυγουντ,  αδρανή  χωρίς  βήμα  προδοτικό,  μήτε  ξαφνιασμένη  στον  αμφιβληστροειδή  ώχρα.
Έπρεπε  να  βρεις   δίαυλο  διαφυγής.  Δεν  ήταν  καθόλου  καλή  ιδέα  να  επιβιβαστείς  σ’  αυτό  το  τραίνο.  Αποφασισμένη  όρθωσες  το  ανάστημα,  θα  υποχρέωνες  τον  οδηγό  να  σταματήσει,  εν  ανάγκη    και  δια  της  βίας. 

Οι  παραξενιές  σου  δημιουργούσαν  νευρικότητα  στα  υποκείμενα,  είχαν  τόσο  κοπιάσει  για  να  προβούν  σε  αμετάκλητη  ομολογία  της  μηδαμινότητας  της  προσωπικής  τους  εξουσίας,   είχαν  με  τόσο   σκεπτικισμό  συναινέσει  στη  συνομωσία,   αλλεπάλληλα  πραξικοπήματα  θα  τελούνταν  την  ίδια  μέρα  παντού.  Η  συμμορίτης  οδηγούσε  με  σιγουριά  τον  καρβουνιάρη,  και  δεν  σήκωνε  κουβέντα.   Ο  τρόμος  στων  άλλων  τα  μάτια  το  επιβεβαίωνε.  Τα  φίδια  στο  κεφάλι  της,  μυθολογικός  της  Μέδουσας  αναχρονισμός.  Ο  Ποσειδώνας,  που  τη   γονιμοποίησε,  άφαντος.  Κι  ΕΣΥ   θαρρούσες   πως  στην  ασπίδα  σου  είχες   το  σωτήριο  καθρέφτισμα. 

Με  τόλμη  περισσή  διάβαινες  στο  couloir  διαπιστώνοντας   τη  μικρή  ανατριχίλα,  που   φουρφούριζε   δεξιά  κι  αριστερά   τους  μπόγους.  Να   ‘ταν  από  έντομα  ή  βουρδουλιές  των  επιγείων  η  βία;  Το   Συμβούλιο  Σχεδιασμού  σου  επέτρεψε  στη  δεύτερη    να  μεταβείς  θέση  απ’  την  Τρίτη.  Σίγουροι  ήσαν  πως  στην  Συμμορίτη  δεν  θα  προκάμεις  να  φτάσεις.  Ψευτοδάσκαλοι  κι  ιδεολόγοι εδώ  μ’  εκπαίδευση  δυτικόφρονη  σαν  ψηφίδες  υπερτερούσαν  διαστροφής.  Και  καμιά  παραλία  ολόγυρα  να  πάθουν  επιληψία.  Τρέμισμα  σεισμικό  η  σκαιότητα  να  επιδρά  σ’  όλες  τις   βλοσυρές  διακριβώσεις.  Σ’  αυτούς  θα  δινόταν  η  δυνατότητα  κακές  να  καλλιεργούν  συνήθειες  κι  ιδιοτροπίες,  κατάχρηση  κάνοντας  της  δύναμής  τους.  Στα  ολόλευκα  κι  αλύγιστα  κολάρα,  στις  άχωρες  κι  άχρονες ρεντιγκότες  με  τις  αφοπλιστικές  τους  εξομολογήσεις,  που  τον  βασιλιά    ξεσήκωναν  του  Σολομώντα,  πόσοι  στον  περίβολο  δεν  εξέπνευσαν  πιστοί,  όταν  το  νύχι  πίεσαν  στην  πρώτη  φάλαγγα. 

Οι  περίοδοι  απαισιοδοξίας  ακονίζουν  τη  διαύγεια.  Λιπόσαρκα  και  βασανισμένα  τα   μέλη,  να  υπακούουν  στην  αυταπάτη  κι  η  γκρίζα  σου  κόμμωση  στην  ανήλεη  του  χορού  κόμμη,  που    τον  υποπτεύσιμο  προπαγάνδιζε  εγωισμό  σου  και  βύθιζε  τον  ενθουσιασμό  στην  καταισχύνη.  Μεσάζοντα  όφειλες  να  βρεις,   δίχως  της  Νύχτας  ιδεώδη   να  φυλάσσει  στη  μασχάλη,  χωρίς  φυλάρχους  να  σχηματίζουν  κύκλους  γι’  ασφάλεια   εσωτερική.  Σαν  έβρισκες  τη  συμμορίτη,  όλα   όσα  σε  κατέκλυζαν  σε  τάξη  θα  διευθετούσες,  κι  η  σιγουράδα  σου  να  θίγει  την  απερισκεψία  των  κεφαλών  που  τ’  Αστέγαστο   θωρούσαν,  διότι   σύμφωνα  με  τους  Νόμους  απαγορευόταν  η  δουλεία  στη   «Δουλοπαροικία».  Κι  ας  έβλεπες  ΕΣΥ  ξεκάθαρα  πως  οι  αυτόχθονες  ουλές  είχαν  στην  πλάτη  και  στους  μηρούς.  Κι  ας  έβλεπες  ΕΣΥ  πως  αναπόσπαστο  μέρος  του  μηχανισμού  ήταν  το  Κράτος.

Σαν  δαιμονισμένη  άρχισες  να  φωνάζεις,  αφροί  έσταζαν  απ’  τα  χείλη  κι  αίμα  απ’  τα  μάτια.  Γρύλισε  η  μηχανή    αγκομαχώντας   βαριεστημένα.    Πυρρά  απ’  τα  φρένα  μανιωδώς  ενάντια  στον  ήρωα  για  να  σαστίσεις.

ΕΓΩ  ήμουν  η  συμμορίτης  κι  είχα  χάσει   την   αθωότητα   για  την  οποία  άξιζα  ν’  αγαπηθώ!

Ένταλμα  να  εκδοθεί  για  τη  σύλληψή  σου,  διότι  αργά  είναι  για  να  γυρίσεις  φιλήσυχα  στη  θέση  σου… 
 ---------



*Κείμενο  αλληγορικό.  Η  συγγραφέας  συνομιλεί  με  τον  εαυτό  της,  αυτόν  τον  Ξένο...