Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Ένα κείμενο της Μυρτώ Βαξεβάνη, με θέμα "ΞΑΝΑΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΙΡΚΗ" δημοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


ΜΙΚΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ~

Μυρτώ Βαξεβάνη

 Γεννήθηκα στο χωριό Παππάδος της Λέσβου. Από τα χρόνια του Γυμνασίου ονειρεύομαι να σπουδάσω Αγγλική Φιλολογία. Το όνειρο πραγματοποιείται όταν το 1989 εισάγομαι στην αντίστοιχη σχολή της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το 1994 ζω την πρώτη μου συγκλονιστική ακαδημαϊκή εμπειρία στο εξωτερικό καθώς φοιτώ με το πρόγραμμα Erasmus στο University of East Anglia, όπου παρακολουθώ μαθήματα λογοτεχνίας και Film Studies με την καθηγήτρια φεμινιστικής κριτικής κ. Laura Mulvey. Αποφοιτώ και διδάσκω την Αγγλική γλώσσα αρχικά σε ιδιωτικά Ι.Ε.Κ και φροντιστήρια και στη συνέχεια σε δημόσια σχολεία σε πολλά μέρη της Ελλάδας όπως Θεσσαλονίκη, Ιόνια Νησιά, Πελοπόννησο, Εύβοια, Ρόδο, Αθήνα.  
Το 2014 έλαβα από τη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του τμήματος Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Αιγαίου τον μεταπτυχιακό τίτλο στο ΠΑΙΔΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΥΛΙΚΟ με κατεύθυνση ΠΑΙΔΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ.
Τα ταξίδια μου σε Ευρώπη και Αμερική, η γνωριμία μου με σημαντικούς συγγραφείς και ποιητές αλλά κυρίως η ανακάλυψη των μεγάλων κειμένων συγγραφέων και ποιητών/τριών από τη Σαπφώ, τον Αρχίλοχο και τον Όμηρο ως τον Σουίφτ, τον Βερν, τον Θερβάντες, τον Παπαδιαμάντη και τον Εμμανουήλ Ροίδη, Καζαντζάκη, Λουντέμη, Κατίνα Παππά, Οδυσσέα Ελύτη, Καρυωτάκη, Πολυδούρη, Καβάφη, Ζωή Καρέλλη, Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Κική Δημουλά, Τίτο Πατρίκιο, Ανδρέα Εμπειρίκο, Μάτση Χατζηλαζάρου, Εγγονόπουλο, Γιάννη Ρίτσο, Διδώ Σωτηρίου, Ηλία Βενέζη, Τάσο Λειβαδίτη για να φτάσουμε μέχρι τον Σέξπηρ, τον Τσώσερ, τον Βοκάκιο και την Κριστίν ντε Πιζάν, τον Τολστόυ, Ντοστογιέφσκυ,  D.H. Lawrence, Νάμποκοβ, Βιρτζίνια Γουλφ, Σύλβια Πλάθ, Σιμόν ντε Μπωβουάρ, Μαργκερίτ Ντυράς, Έμιλυ Ντίκινσον, Τζωρτζ Όργουελ, Άλντους Χάξλεϋ, Ρέυ Μπράντμπερυ, Τζων Στάινμπεκ, Τζόσεφ Κόνραντ,  Χένρυ Τζέιμς, ΄Ιντιθ Γουόρτον, Έρνεστ Χέμινγκγουέι,  Αύγουστο Στρίνμπεργκ, Ίψεν, Τσέχωφ, Τένεσυ Ουίλιαμς, Άρθουρ Μίλερ, Ουμπέρτο Έκο, Μπέρνχαρτ Σλίνκ, Τζέιμς Τζόυς, Χάρολντ Πίντερ, Τζων Μπάρθ,  Μπέκετ, Μαρκές, Μάριο Βάργκας Λιόσα, Ίρβινγ Γιάλομ, Κάζουο Ισιγκούρο, Πάολο Κοέλιο, Ιζαμπέλ Αλλιέντε, Φίλιπ Ροθ αλλά και οι Τομάς Ριβέρα, Οκτάβια Μπάτλερ, Τόνι Μόρισον, Άλις Γουόκερ, Ζόρα Νιλ Χέρστον, διαμόρφωσαν ένα πολύ ευρύ και δυναμικό λογοτεχνικό τοπίο μέσα μου.
Οι φεμινιστικές σπουδές όπως και οι σπουδές κινηματογράφου,
η παιδαγωγική, όλες οι μορφές τέχνης, η λογοτεχνία  και ιδίως η ποίηση βρίσκονται στο κέντρο του δικού μου σύμπαντος. Ποίηση και έρωτας συνταυτίζονται και επιδίωξή μου είναι η δημιουργία ενός έργου όπου ο γυναικείος λόγος θα εκφέρεται όσο το δυνατόν λιγότερο πατριαρχικά διαμεσολαβημένος και όσο γίνεται πιο απελευθερωμένος από συμβάσεις και περιορισμούς ώστε να φτάσει να επικοινωνεί κατά τον αυθεντικότερο και αμεσότερο τρόπο το γυναικείο όραμα ενός γόνιμου κόσμου.
Κείμενά μου έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό Τέχνης και Λόγου της Ρόδου Νησίδες και η πρώτη ποιητική μου συλλογή με τίτλο Πρακτικά Έρωτος,  εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο ARS POETICA τον Μάρτιο του 2015 ενώ η δεύτερη συλλογή μου με τίτλο Το Γέλιο των Θεών είναι υπό έκδοση.  Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω Αγγελάκ-η~




Κίρκη
Κόρη Αελλίου
Φαρμακίδα
Πλανεύτρα - γόησσα - υφάντρα
Πότνια φυτών
Κυρία των Άγριων ζώων και φυτών
Kτηνών και κοπαδιών
 Nαυτικών
Παρθένων έτοιμων για γάμο και γυναικών, συζύγων καρπερών
Γιάτρισσα- θεραπεύτρια
Της γης και της ζωής και του θανάτου
Φως εκ φωτός αθάνατο, εωθινό και έσπερο

Μ’ έλεγαν μάγισσα. Έπιανα άνθρωπο και τονε γύρναγα σε ζούδι, λένε. Κι εγώ τώρα να πω πως είμαι αυτό; Εν αρχήν ην ο λόγος και ο λόγος είναι των ανδρών, κτήμα τους και δύναμή τους όπως κι όλα τα άλλα που καρπώθηκαν, του μικρού του κόσμου τούτου και του μέγα.
Μα θα πιάσω ένα άλφα ως το ωμέγα, που τα φτιάξανε εργαλεία η ματιά τους να γραφτεί και θα τα γυρίσω τούμπα. Σκουριασμένα τα κλειδάκια. Χρόνους και χρόνους με τούτα δω κλειδώνουν - ξεκλειδώνουν τα δικά τους μυστικά, στις ίδιες όλο ματαιοδοξία κλειδαρότρυπες του λόγου του επιγενόμενου. Ήρθε η ώρα με μια κίνηση γενναία το σκούριο, το ίδιο, το παλιό, το σύνηθες και τ’ απαράλλαχτο πια να παραλλαχθεί, να σπάσει το καλούπι και μέσα του άλλος λόγος να χυθεί. Το είδωλό μας να δούμε κι αλλιώς απ’ το παλιό το καθρεφτάκι που έβλεπε μόνο από τη μια, το έξω μας κι όχι το μέσα, το αρχαίο το κάτοπτρο που εκείνοι μας κρατούσαν κατά πως ήθελαν κι όχι από όλες τις μεριές. Κι εμείς κοιτάζαμε και βλέπαμε -νομίζαμε- εμάς. Τι τέλεια αιώνια απάτη, η μεγαλύτερη από αρχής του κόσμου.
Ας μεταβούμε στο εγένετο φως που λένε, πριν με πιάσουν στα στόματα τους οι Όμηροι, οι Ησίοδοι, οι Απολλώνιοι οι Ρόδιοι, οι Ηράκλειτοι κι ο μέγας τούτος συρφετός παραμυθάδων ορατών τε πάντων και αοράτων. Πριν μάγισσα γίνω τρομερή με δύναμη ανόητη, ασυλλόγιστη και σκοτεινή και ύπουλη και ζοφερή.
Τότε ακόμα, στην αρχή της ιστορίας αυτής, καθάριος ο αέρας και το φως από την τάξη και τα οφέλη των ανδρών. Το φως λοιπόν, ο αρσενικός εκείνος Ήλιος που καταλάμπει τη γη, χρυσώνει, δένει, ευλογεί,  το δειλινό σαν τέλειωνε, έπαιρνε να βουτήξει στα βάθη του ωκεανού. Εκεί μια μέρα πέφτοντας, στην αγκαλιά  Περσήδος, της κόρης του Ωκεανού, ξαπόστασε το φλογερό το σώμα του. Κι εκείνη δυο ηλιογέννητους από το σπέρμα του έφτιαξε, εμένα και τον Αιήτη της Μήδειας της χρυσής της ανιψιάς μου τον πατέρα. Και στην αρχή μαζί κι οι δυο το φως του το βυζαίναμε στα μέρη της Κολχίδας. Μα ύστερα έστειλε το άρμα του ο γονιός μου σε ένα νησί να κατοικήσω, όπου οι πρώτες του οι ακτίνες πρώτη εμένα να γλυκοχαιρετούν και πρώτη πάλι εμένα τη μονάκριβη, σαν έπαιρνε στη θάλασσα να σβήνει. Κίρκη με είπε γιατί ήμουνα αγέρωχη, λεύτερη σαν γεράκι . Κίρκη, γιατί τα μάτια μου και τα μαλλιά ηλιόκαιγαν, έσπερναν γύρω μου χρυσά στεφάνια δαχτυλίδια, που σαν σε τύλιγαν δεν μπόραγες να φύγεις μακριά μου.
Μέσα μου δούλευαν οι χάρες που μ’ άφησαν κλήρο οι δυο γονιοί, επάνω εκεί στο δικό μου βασίλειο, στο νησί των θαυμάτων. Υγρή και πύρινη μαζί, το δώρο της ζωής που φως και ύδωρ το μπολιάζουν εγώ να αυξάνω και να διατηρώ, το όνειρο και των δυο στη γη εγώ να κάνω αλήθεια. Μου’ δειξε με κάθε ακτίνα του ο γλυκός πατέρας όλα τα ζώα, τα φυτά και για καθένα με έμαθε τι έπρεπε, τι όχι για να’ ναι όμορφα και ζωηρά. Και σαν παθαίνουνε εγώ να τα γλιτώνω και τις γενιές τους να επαυξάνω. Και μου’ δωσε για κατοικιά παλάτι με μάρμαρα γυαλιστερά, μες στον καθρέφτη τους  το πρόσωπό του να κρατά κοντά μου ολημερίς και να με συντροφεύει. Κι έγινε ο κήπος μου ψηλός, πανκάρπιστος κι ευωδιαστός κι έλαμπε το παλάτι σ’ όλο το όμορφο νησί, βασίλειο και φυλακή μου αντάμα.
Είχα παρέα τις νύμφες να μου τραγουδούν, να με περιποιούνται, το χρόνο να μαυλίζουν, και μου’ φτιαξαν κι ένα αργαλειό να υφαίνω να ξεϋφαίνω, τα πέπλα μου τα θεϊκά, τους όμορφους χιτώνες. Κι είπαν πως ήτανε κι αυτό μέρος του σχέδιου, εκεί να μπλέκω όλα τα σερνικά και με βοτάνια μαγικά να τους κρατάω δεμένους, εγώ η θεά, του ήλιου το βλαστάρι. Μα έπρεπε λόγος, αιτία να φανεί να πέσω απ’ το θρονί μου, γιατί θεά με τόσα μυστικά μες σε μαντίλια ηλιόδετα, κόρη και χέρι ζερβί μα και δεξί του Ήλιου του ζωοδότη, θεά εγώ με τη μορφή γυναίκας, μόνη της πα σε ένα νησί όλα να τα δαμάζω, ανάγκη ετερόφωτη ποτέ να μη στα στήθια μου κρατώ. Κάπου έπρεπε, φευ,  το τέλειο να χωλαίνει.
Ήμουνα ηλιογέννητη, γητεύτρα και μονάχη. Σαν άραζε καράβι, ερχόντουσαν οι ναυτικοί από βοριά και ταραχή λίγο να αναπαυθούνε. Όποιος μου πρόσπεφτε θνητός, δαρμένος από αλμύρα, ήτανε χρέος και χαρά να δω να τον φροντίσω, να τον φιλοξενήσω. Και σαν γινότανε καλά, στο δρόμο του, στη θάλασσα πίσω να τον γυρίσω. Κι ήταν φορές που ερχόντουσαν καραβοτσακισμένοι, βρίσκανε εδώ της πείνας, της αρρώστιας γιατρειά, κι αφήναν την αγάπη τους στην κλίνη μου και του κορμιού τους τη χαρά, τη ζέστα της καρδιάς τους. Κι εγώ τον έρωτα χαιρόμουνα, την ηδονή, που πιο χρυσή με έβαφε με τους λαμπρούς χυμούς της.
Μα ήτανε κι άλλες πάλι φορές που μπρος στη θεά πίναν και τρώγαν άνομα, χωρίς κανένα σεβασμό. Τότε του χορτασμένου, του υβριστή, του ασύδοτου, εκείνου που ήθελε για βασιλιάς μου να χρηστεί ερχότανε η ώρα, και τότε ήταν που έπεφτε ενάντια στη βουλή μου. Τους ζήταγα να φύγουνε και σαν παραθρασεύανε τους έριχνα στα τέσσερα τη γη να προσκυνάνε. Κι έτσι είπαν πως της περατζάδας τούτης όλα τα αρσενικά για ζώα τα κρατούσα. Μα πάλι θα τους άφηνα, αν ζούσαν για καλό μου. Για τούτο απόδειξη καλή είναι η ιστορία ετούτη: ο Κάλχος των Δαύνιων ο βασιλιάς με είδε περνώντας από δω και μου’ δινε τα πλούτια του και όλα τα καλά του σε κείνον να υποταχτώ. Μα εγώ δεν είχα νου ποτέ για την υποταγή κι από βασίλειο είχα. Του δήλωσα ευγενικά πως δεν θα τον τιμούσα κι εκείνος πείσμωσε πολύ, είπε πως δεν θα μ’ άφηνε δική του αν δε γινόμουν. Δεν άφηνε κι άλλον κανείν σε μένα να πλησιάζει. Έβρισκε χίλιες διαβολές στους άλλους τόσο ασύδοτα για μένα να μοιράζει. Τότε κι εγώ τον κάλεσα το βράδυ στο τραπέζι και τον εκέρασα μέλι, κρασί και βότανα, που για την απληστιά του σε χοίρο τον μαγέψανε, πήραν τα λογικά του. Και μέσα στη χοιροκοιτιά τον βρήκε ο στρατός του. Μα σαν με παρακάλεσαν πολύ σεβαστικά πίσω στη γη τους να μην παν χωρίς τον αρχηγό τους, κι αφού ορκίστηκε λοιπόν στο όνομα του πατέρα μου, στου Δία και στης Στυγός τα ιερά νερά πως άλλο πια στα μέρη μου δε θα ματαγυρίσει, τον έστειλα στα δυο - αν και στα τέσσερα του έπρεπε πιο καλά -  τη γη του να φιλήσει.
 Σαν έφτασαν κι οι σύντροφοι του μυριοπλάνητου βασιλιά και μυριοπλανεμένου, του Οδυσσέα, που λόγο του μου’ χε προειπεί κι ο αγγελιαφόρος των Θεών να καρτερώ πως απ’ την Αία θα διαβεί, και τότε να τονε δεχτώ και να τονε κρατήσω, τα ίδια κι ατοί τους πράξανε και ζήταγαν να υποταχτώ σε κάθε θέλησή τους, εγώ η θεά, που σαν θελήσω αρσενικό, κανένα δεν απέχει. Εγώ ότι θα διάλεγα, κι όχι αυτοί εμένα κακό πολύ τους φάνηκε, όχι άξιο για γυναίκα. Σαν πήραν φόρα κι όρμησαν επάνω μου σαν κτήνη, στα τέσσερα τους έριξα να τρώνε βαλανίδια. Κι ήρθε ο Δυσσέας  στην πόρτα μου για κείνους μα και για χάρη του γλυκά να μου προσπέσει. Ποια μάγια και πια βότανα λένε πως δεν τον πιάσαν, και πιο σπαθί ξεσπάθωσε σε μένα - αν είναι ποτέ δυνατό Θεός θνητό να συμβουλέψει σπαθί να βγάλει στων αθανάτων το παιδί. Ήρθε παρακαλεστικά, έξυπνος άνθρωπος και βασιλιάς, για κείνους να προσπέσει. Τον έλουσαν και δίπλα μου τον θρόνιασαν οι όμορφες μου νύμφες και φάνηκε το κάλλος του που το’ κρυβε η κακοπάθεια η πολλή. Κι έτσι μαζί στην κλίνη μου περάσαμε τη μέρα, κι άλλες ακόμα πιο πολλές που χρόνος γίνανε χωρίς να καταλάβω. Και τα συντρόφια πίσω τα’ δωσα πιο νέα, πιο όμορφα και λογικά απ’ ότι τα’ χε φέρει, σαν ζήτησε να φύγει απ’ το νησί για δίψα της πατρίδας. Τον άφησα, κι ας κράταγα στα σπλάχνα μου το γιο του, που επειδή μακριά ήταν ο γονιός Τηλέγονο τον είπα. Θα θελα κι άλλο να’ μενε, αλήθεια, τον ποθούσα. Μα ήξερα από την αρχή πως μακριά από μένανε το βίο θα περνούσε. Τον βόηθησα, του πρόστρεξα, του έδειξα πώς να σωθεί, στο σπίτι του να φτάσει, να ξέρω πως θα κατοικεί μέχρι βαθιά γεράσει.
Η Κίρκη είμαι, που χάρηκε τις ηδονές του κόσμου, που στη ζωή, ζωή έδωσε, την φύση της την τίμησε. Μη με γεμίζετε λοιπόν με ψεύτικα στολίδια. Τη γη απάνω που έζησα δεν έντυσα αποφόρια. Κι ό,τι της πήρα το’ δωσα πίσω χρυσό κι ασήμι. Μουτζουρωμένο το γυαλί, εκείνος ο καθρέφτης. Μα πίσω από τους καπνούς για δείτε λίγο εμένανε, για δείτε τη Γυναίκα.