Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Ένα διήγημα του Βασίλη Μπαρούτη με τίτλο "ΧΡΩΣΤΟΥΜΕΝΑ" στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Ο Βασίλης Μπαρούτης γεννήθηκε το 1980 στο Μαρούσι Αττικής και μεγάλωσε στη Χαλκίδα. Αποφοίτησε από το ΤΕΙ Καβάλας, στη σχολή Διοίκησης Παραγωγικών Μονάδων. Ζει μόνιμα στην Αθήνα με την οικογένεια του και εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία.
 Γραπτά του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ έχει βραβευτεί από την UNESCO Ιθάκης για το διήγημα του «Μετά την επιστροφή του Οδυσσέα».
Πρόσφατα εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο με διηγήματα, τα «Ηχολόγια» - εκδ. Φίλντισι.


Χρωστούμενα


Μόλις κατέβηκε την σκάλα στην έξοδο της πολυκατοικίας κρατώντας αγκαλιά τον μικρό του γιο και βγήκε στο δρόμο είδε τον ποδηλάτη. Τον είδε που πέρασε με ταχύτητα από το πλάι αναδεύοντας ένα ρεύμα καχυποψίας προς το μέρος τους. Λίγα μέτρα πιο κάτω άλλαξε κατεύθυνση και έκανε να ξαναπεράσει από εκεί που στεκόταν πατέρας και γιος. Οι ρόδες του αντίθετες στη φορά του ρολογιού, ζητούσαν να αλλάξουν τη  ροή του χρόνου, να τον γυρίσουν πίσω στη μεριά του δρόμου που είχαν προσπεράσει πριν λίγο.

Ο μικρός σήκωσε το δαχτυλάκι του και έδειξε προς το μέρος του διερχόμενου. Κοίτα μπαμπά, ποδήλατο. Ήταν η τέλεια απόσπαση. Ο άντρας μέχρι που σάλεψε κι ένα μικρό μειδίαμα ακούγοντας τα λόγια του γιου του. Ήταν άλλωστε το καμάρι του. Στα τρία του χρόνια έμοιαζε μόλις για ένα παιδάκι που ξεκίνησε να περπατάει καθώς οι ελλείψεις σε βασικά τρόφιμα είχαν αμβλύνει την τάση του κορμιού να αυξάνεται. Η ασιτία εν ίδει αρπακτικού όσους από την πόλη δεν αφάνιζε τους άφηνε μισούς. Εποχές μετά από πόλεμο, σκάβανε πάντα ρήγματα στις καρδιές των καταπατημένων. Γρήγορα αυτά στέγνωναν από το αίμα του εχθρού που κύλησε μαζί του βάφοντας κόκκινο το δρόμο της επιστροφής. Ζητούσαν μετά φρέσκο αίμα κι επειδή είχε φύγει ο ξένος στραφήκαν στου αδελφού, στου γείτονα, στου διπλανού τους να γεμίσουν το κενό. Τα αλλεπάλληλα βέτο από τους αντάρτες που είχαν κυκλώσει την πόλη καθώς και τα τυφλά χτυπήματα σε κατοικημένες περιοχές με αμάχους είχαν γίνει εφιάλτης. Το μυαλό είχε λεηλατηθεί καθώς ο φόβος και η πείνα έβγαιναν έξω μαζί σκουλήκια από το ίδιο κουκούλι. Λιγοστές ήταν οι προμήθειες σε φαγητό και φάρμακα. Αυτά τα μοιράζονταν όλοι με όλους ανεξαιρέτως.
 Η κατάσταση στη χώρα του στις εκβολές ενός χείμαρρου από πετρέλαια, πλέον είχε γίνει μόνιμη από τη στιγμή που πήραν τζούρα τις αναθυμιάσεις οι μεγάλες μύτες του κόσμου. Και χώθηκαν μέσα αυτές για να βάλουν τους ντόπιους να σκάβουν τις τρύπες για το μαύρο χρυσό για λογαριασμό τους. Αργότερα μόνο κατάλαβαν εκείνοι ότι έσκαβαν τους λάκκους των ίδιων του των παιδιών.
Ανενόχλητοι οι ξένοι μετά βουτούσαν το ψωμί που έκλεβαν χρόνια από τους φτωχούς μέσα στο μαύρο λάδι με την ίδια άνεση που θα βουτούσαν στη σαλάτα τους ένα κυριακάτικο μεσημέρι συντροφιά με τη γυναίκα τους και τα παιδιά τους στο τραπέζι του φαγητού.

Ένα ζευγάρι μάτια χαρακωμένα πίσω από καχύποπτα κιάλια έβλεπαν έναν ποδηλάτη να κάνει μεταστροφή και να γυρίζει πίσω προς το μέρος ενός όρθιου άντρα που κρατούσε στην αγκαλιά ένα παιδί.
Στη δεύτερη βόλτα του καθώς τους πλησίαζε κύρτωσε τη ράχη του όπως το αιλουροειδές πριν κάνει το τελικό άλμα για να πιάσει το θήραμα του. Μετά με μία απότομη κίνηση ίσιωσε το χέρι του ψηλά στον αέρα πετώντας ένα μεταλλικό αυγό προς το μέρος τους. Η χειροβομβίδα έπεσε στα πόδια του άντρα κάνοντας ένα κούφιο κρότο στο κράσπεδο /στην άσφαλτο. Δεν έσκασε. Εκείνος όμως από την τρομάρα του πέταξε μακριά το πιτσιρίκι του κι έπεσε κάτω χτυπώντας με δύναμη τον κρόταφο στη γωνία του πεζοδρομίου.
Ο ταχυδρόμος του θανάτου πάνω στο ποδήλατο καθώς απομακρύνονταν ανυπομονούσε να ακούσει το μπαμ. Η πίστη του όμως δεν ήταν αρκετή κι όσο κι αν παρακαλούσε το θάνατο καμία απάντηση δεν ήρθε από το πυρωμένο στόμα. Το δικό του στόμα πάλι είχε στεγνώσει από την , σκέφτηκε να γυρίσει να τους αποτελειώσει με το περίστροφο. Από φόβο όμως μήπως εκραγεί καθυστερημένα το δέμα του, δεν το έκανε. Σηκώθηκε όρθιος ζορίζοντας τα πετάλια να γυρίσουν με κοφτές και γρήγορες κινήσεις και απομακρύνθηκε βρίζοντας.
Τα μάτια που κοιτούσαν μέσα από τους φακούς θάμπωσαν και μετά γύρισαν αλλού.

Ο ξαπλωμένος άντρας που πριν λίγα λεπτά είχε διαβεί το κατώφλι του σπιτιού του χαρούμενος, ένιωθε το κεφάλι του να μουλιάζει σε ένα πηχτό αφιλόξενο βάλτο. Τα μακριά του μαλλιά που πριν λίγη ώρα ανέμιζαν ελεύθερα τώρα είχαν στεγνώσει και στέκονταν ξερά χόρτα και αγκάθια στο ματωμένο του κρανίο. Τα μάτια του έχαναν την εστίαση τους και εκείνος τα έφερνε στα ίσια τους ακολουθώντας τα βήματα ενός γίγαντα που μάκραινε από μπροστά του βηματίζοντας με τεράστιες δρασκελιές και χανόταν. Γνώριζε δεν θα άντεχε για πολύ να τρέχει ξοπίσω του. Άπλωσε το χέρι να πιάσει το γιο του, το παιδάκι όμως πέφτοντας είχε σπάσει τα δυο του πόδια και άδειαζε ποταμούς από δάκρυα πόνου κρατώντας την ανάσα του για απελπιστικά μεγάλα διαστήματα.
Το χέρι του άντρα έξυνε τώρα το πεζοδρόμιο προσπαθώντας να φτάσει το αγοράκι. Μετά έμεινε αγκυλωμένο σε μία μαύρη άβυσσο που κατάπινε λαίμαργα ότι προερχόταν προς τα πίσω από την διάταση αυτού του χεριού και μετά έμεινε εκεί κομμένο καλώδιο χωρίς ρεύμα στις φλέβες του.

Ξύπνησε χωρίς λόγο μετά από είκοσι χρόνια. Το δωμάτιο το ίδιο, σαν σε ένα ξέφωτο χωμένο, σε μία ρημαγμένη πολυκατοικία χωρίς μπαλκόνια.
Ο νέος που καθόταν σε μια πλαστική καρέκλα απέναντι του, είχε μακριά σγουρά μαλλιά και διάβαζε εφημερίδα. Καθώς κατάλαβε την παρουσία δεύτερου ανθρώπου στο δωμάτιο, ο νέος ανατρίχιασε και ταυτόχρονα δίπλωσε την εφημερίδα για να βρει χρόνο να συνέλθει. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα προς το κρεβάτι. Δύο μεγάλα μάτια, δυο μαύροι ήλιοι που είχαν να ανατείλουν δυο δεκαετίες τον κοιτούσαν με ένα τεράστιο δισταγμό. Σηκώθηκε και πλησίασε το κρεβάτι κουτσαίνοντας. Ο ξαπλωμένος βλέποντας τη δυσπλασία στα άκρα του νέου άρχισε να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Σε ελάχιστες στιγμές μέσα στη συνείδηση του που κόχλαζε σαν το νερό στο τσουκάλι, ξεχείλισε ο συνειρμός για το ποιος ήταν και που βρισκόταν καίγοντας του τις σάρκες

Άρχισε να παλεύει χτυπώντας χέρια και πόδια βγάζοντας με δυσκολία φθόγγους αλαλαγμών. Αυτή η ανθρώπινη φώκια που με μόλις είχε ξεβράσει ένα κύμα δυσπιστίας πάνω σε ένα μεταλλικό κρεβάτι με σούστες έκανε τον νέο να βιαστεί. Με μία κίνηση βρέθηκε δίπλα στο κρεβάτι. Πήρε στο χέρι του το χέρι του άντρα και το έσφιξε με συγκίνηση. «Πατέρα» του είπε, «σε περίμενα».
Εκείνος όμως δεν περίμενε κανέναν, ο γιος του είχε μείνει είκοσι χρόνια πίσω εκεί πάνω στο πεζοδρόμιο κι αυτός προσπαθούσε να κρατηθεί ζωντανός. Αν τον άγγιζε τότε θα άντεχε.
Κοιτάζοντας τώρα το παλιό ρολόι στον τοίχο, σταματημένο από χρόνια, θυμήθηκε που σταμάτησε και για εκείνον ο χρόνος και η καρδιά του κρατήθηκε από μία μισό-χαλασμένη σκάλα υπηρεσίας να μην τσακιστεί. Κλείνοντας πάλι τα μάτια προσπαθούσε να ζήσει στη φαντασία του τις στιγμές που είχαν κρυφτεί φοβισμένες κάτω από το κρεβάτι του όλο αυτό το διάστημα. Με το γιο του να περπατάνε αργά στους ανθισμένους κήπους της πόλης, άλλοτε να τρέχουν μέσα στη βροχή κι άλλοτε μέσα στα χαλάσματα. Να διαβάζουν τα βράδια ξαπλωμένοι πάνω στις κουρελούδες δίπλα στο ντιβάνι ενώ η γυναίκα του να αναδεύει την κανάτα με το νερό καθώς την έριχνε στο κιούπι με το αλεύρι να το ζυμώσει.

Στα μάτια του τίποτα δεν είχε αλλάξει όμως όλα ήταν αλλιώς τώρα. Οι συγκρούσεις είχαν καταλαγιάσει, κύμα που τσάκισε τη χώρα του στα βράχια και μετά τραβήχτηκε αφήνοντας στους επιζώντες την αποξένωση, την καχυποψία και την απόγνωση υλικά σαθρά για να κλείσουν τις τρύπες από τη σύγκρουση.
Οι εχθροί έγιναν πάλι γείτονες, συνάδελφοι, φίλοι. Μόνιασαν κατ’ ανάγκη αλλά δάγκωναν τα χείλια τους κάθε φορά που συναντιόνταν στο δρόμο. Όλα έδειχναν ότι δεν θα αργούσε και πολύ να έρθει η ρήξη. Στα βλέμματα τους οι άνθρωποι είδη έστηναν πολυβόλα.

Ο άντρας αγκάλιασε με τα πολλά το γιο του. Μετά από μήνες προσμονής μέχρι να συνηθίσουν πάλι τα μάτια του στο φως. Και μια μέρα του μίλησε.
«Τη φύλαξες;»
«Ναι πατέρα».
«Δώσ ‘τη μου».
Ο άντρας ένιωσε την καταπιεσμένη δύναμη να γεμίζει τη χούφτα του και τράνεψε. Έγινε γίγαντας σε μια στιγμή, τιτάνας αθάνατος. Η αίσθηση τον γέμισε λύπη.
«Πάμε», είπε στο γιο του.
……………………………………………………………………………………………………………
Ένας μεσόκοπος αραχνιασμένος άντρας καθόταν στο πλατύσκαλο του σπιτιού του και κάπνιζε. Ο καπνός αγκάλιαζε την μαυρισμένη του όψη και την έκαμε ακόμα πιο σκούρα. Κόντευε να γίνει ένα με την απόχρωση από τους τοίχους του χαμόσπιτου που έστεκε πίσω του. Σαν να τον κορόιδευε ήταν αυτό το σπίτι από τότε που τον πέταξαν εκεί και τον έστειλαν και σε δουλειά του δήμου. Να φτιάχνει σκαλωσιές και αναστυλώσεις κατοικιών, δήθεν προνομιούχο δημόσιο υπάλληλο για την υπηρεσία του στην πατρίδα εν καιρώ πολέμου. «Αυτά είναι» του είπαν, «τα παίρνεις ή πας φυλακή και σε ταΐζουμε τσάμπα».

Όταν είδε από μακριά να πλησιάζουν δύο άντρες τους αγνόησε. Γύρισε το κεφάλι προς την πλατεία παρακάτω που έπαιζαν κάτι παιδιά ξυπόλυτα. Τα μέτραγε, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, όλα ξυπόλυτα και χαρούμενα.

Μόλις πλησίασαν οι ξένοι σήκωσε το κεφάλι και τους κοίταξε φέρνοντας το ένα χέρι του στο μέτωπο για σκίαστρο. Ο ήλιος μεσουρανούσε και η υγρασία θάμπωνε από το φως του ξεχειλώνοντας έτσι τις μορφές των δύο αντρών που έρχονταν. Τους άπλωνε παντού σαν να βάδιζαν μέσα σε κάτοπτρο μέχρι που ολόκληρη η πλατεία, τα παιδιά που έτρεχαν ανέμελα κι η δημοσιά όλη κρύφτηκαν πίσω τους.
Τους μίλησε πρώτος
«Ρε πατριώτες, μήπως σας βρίσκεται κάτι τις να μου δώσετε; Δανεικά θέλω, δεν ζητιανεύω. Σακάτης από τον πόλεμο είμαι και δεν με παίρνει κανείς στη δουλειά του».
Ο ένας από τους δύο τον κοίταξε επιτακτικά, τα ρούχα του βρώμαγαν καμφορά και ένα άρωμα αναδύθηκε καθώς πλησίαζε σαν ξινισμένο γλυκό τριαντάφυλλο. Περπατούσε άτσαλα πατώντας μία στις μύτες μία στις φτέρνες σαν να ήταν σε ίλιγγο ή να ήταν χρόνια κατάκοιτος και είχε ξεχάσει πως περπατούν. Ο άλλος που κούτσαινε έκατσε παραπίσω.

«Έλα πατριώτη» του είπε και του έβαλε στο χέρι τη χειροβομβίδα, «αυτό έχω μόνο και δεν γυρεύω τίποτα να μου δώσεις. Δικά μου είναι τα χρωστούμενα».