Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Κριτική προσέγγιση
Στη συλλογή διηγημάτων  της Όλγα Πατσούρα – Λένη
«ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΚΑΡΦΙ»
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ


Γράφει η Βάλη Τσιρώνη
υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης
Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας
(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)







Δώδεκα διηγήματα έχει αυτό το κομψό βιβλίο της  Όλγα Πατσούρα-Λένη με τον τίτλο «ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΚΑΡΦΙ» από τις Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ.




Ένα βιβλίο που στην αρχή, μοιάζει περιεκτικό και θαρρείς πως σκοπεύεις να το διαβάσεις απνευστί τις ώρες της ρέμβης σου. Απνευστί ναι, θα το διαβάσει κανείς σίγουρα, αλλά ξανά και ξανά και ξανά, κάνοντας τις σημειώσεις του άθελα ή και ηθελημένα στο πίσω μέρος της σκέψης του για όλα εκείνα που ανατέμνει προσθαφαιρώντας όραση η συγγραφέας του. Και δεν είναι ούτε εύκολα ούτε λίγα.

Με τη φλέβα του γραψίματος της η Όλγα Πατσούρα- Λένη, στριφώνει το ίχνος της εποχής μας σε κάθε διήγημα, με το σακάκι μιας συντομίας που δεν στριμώχνει τα νοήματα σε σύντομες παραδοχές, αλλά τα αφήνει να ξεχυθούν ανεξάρτητα από όρθρους προσχημάτων και προθέσεων στη δική τους αλήθεια όπως ετούτη η τελευταία τροχοδρομείται στα κεντίδια μιας απλότητας αρτισμένης στη συνείδηση του πραγματικού.

«Με τη νοσταλγία είναι αλλιώς. Σκέφτεσαι πάντα αυτά που θα μπορούσες να κάνεις, ξέροντας πως είναι όλα εκεί: το χώμα, η θάλασσα, το σπίτι σου, οι φίλοι. Αν δεν υπάρχει κάτι δυνατότερο από αυτά να σε κρατήσει, τότε χάθηκες. Είναι πολλοί άνθρωποι , συνέχισε, που όταν διαλέξουν να αφήσουν αυτά που αγαπούν, για να μην πονάνε, μπαίνουν σε ένα κουκούλι και κάνουν εκεί το σπίτι τους. Είναι μια αυταπάτη αυτό, είσαι μακριά, κανείς δεν σε βλέπει, κι έτσι κάπως το ελαφραίνεις, λες και δεν είμαι πουθενά, δεν είμαι εδώ, μα ούτε κι εκεί…»

(σελ.53-54,  από το διήγημα «ΤΟ ΚΟΥΚΟΥΛΙ»)

Έτσι ορίζει τη οικειότητα η συγγραφέας με τον αναγνώστη της, συνδαυλίζοντας την ύπαρξή του με το θαλάμι του λόγου της που όμως αγκαλιάζει τα πλεξίματα του χρόνου δίχως να σκοντάφτει στην παλάμη της συνήθειας ή του εύκολου ήχου των λέξεων. Κι έτσι και τα νοήματά της παίρνουν ένα σχήμα ευφράδειας και ανασαίνουν νοήματα σημαντικά των καιρών μας.

«Θα αφήσω κι εγώ τις  μνήμες μου, να αδειάσω. Θα τις πάρει ο βρεγμένος αέρας, θα τις σκορπίσει στα κύματα. Και θα περιμένω το χρώμα που θα ξανάρθει.»

(σελ.75, από το διήγημα «ΟΣΑ ΦΙΛΙΑ, ΤΟΣΕΣ ΣΤΑΓΟΝΕΣ»)

Η συρόμενη ακίδα των διαθέσεων, όπως αυτές οριοθετούνται από τους κυρίως χαρακτήρες του κάθε διηγήματος που κουνούν τα νοήματα και τα νήματα των καταστάσεων δίνει υπόσταση στις πράξεις, σελιδοποιεί τις ανθρώπινες φιγούρες εκεί που κατοικεί ο καιρός της αναγνωστικής έντασης του αναγνώστη και μπουκώνει με στοχασμό τη συνείδησή του σε ευχόδεντρα αποτελεσμάτων, επιμένοντας να γρυλίζει το λαιμό μιας νόησης που μπλέκεται στην κουνουπιέρα των ορισμών και των αιτιάσεων των καιρών μας. Ναι,, των καιρών μας, καθώς τα διηγήματα αυτά, λειτουργούν το χειροπιαστό παρόν που οικειώνεται ο καθένας μας και καλείται να μετέχει.

«Είμαι κοντά στο δωμάτιο. Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η νύχτα. Σταματώ, περιστρέφομαι, κοιτώ πίσω. Είναι όμορφο το νησί. Όχι επειδή σε ερωτεύτηκα. Άσπρα σπίτια κυλάνε στην απότομη πλαγιά. Όλα φωτισμένα χάνονται βαθιά στο μαύρο του ηφαιστείου, σε έναν λαμπερό κυματισμό. Χωρίς να ακούγεται ήχος, αθόρυβα σαν την αγάπη μας. Κάνω να γυρίσω και τότε σε βλέπω. Κάθεσαι, με κοιτάς. Μετανιωμένος. Δεν πήγες σε εκείνο το μπαρ. Μόνο περίμενες. Χαμογελώ. Κι ανοίγω τα χέρια. Πάμε, Κωστή, θέλω να χορέψω, μαζί σου»

(σελ. 27, από το διήγημα «ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ»)



Έχουν την ηλικία του αποσιωπητικού αυτά τα διηγήματα. Και πληρώνουν βαθειά μας μια γαλήνη. Προσωπικά εύχομαι στην Όλγα Πατσύρα- Λένη να πλέκει το τροχήλατο χαλινάρι της πένας της πάντα σε αυτήν την αίσθηση των καιρών μας, όπως το κατορθώνει σε τούτο το βιβλίο. Και οι πύλες των γραμμάτων μας, θα είναι διάπλατα ανοιχτές για εκείνη για την είσοδό της στον Ελικώνα των Μουσών.