Πεζά Κείμενα (δοκίμιο, μυθιστόρημα, διηγήματα, σκέψεις) / Fiction and No-Fiction and Essays


"Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ".
Ένα διήγημα του λογοτέχνη Κώστα Βαλέτα (διευθυντή του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ), δημοσιευμένο στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ 2017 που κυκλοφορεί από τα ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ με 34 νέους και παλαιότερους συνεργάτες που καλλιεργούν όλα τα είδη του λόγου και που θα σταλεί στις βιβλιοθήκες της Ελλάδας και του εξωτερικού.















*********************************

Ο λησμονημένος σήμερα Γιώργος Βουγιουκλάκης  (1903-1956), ήταν Έλληνας Αθηναίος λογοτέχνης και είχε θεωρηθεί στα χρόνια του μεσοπολέμου ως νεοτεριστής και τολμηρός συγγραφέας. Εργα του:
  • Το φιδίσιο βλέμμα
  • Η μαντάμ Εύα, εκδ. «Η μεγάλη τέχνη», Αθήνα 1946
  • Οι πουλητές
  • Ο ξένος

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗΣ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟ ΕΞ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗΣ
Γράφει για τον Γιώργο Βουγιουκλάκη ο Πάτροκλος Σταύρου: «Στην ΕθνικήΒιβλιοθήκη υπάρχει δελτίο με τα έργα του: "Το φάντασμα της γυμνής γυναίκας" το 1930, "Το φιδίσιο βλέμμα" το 1931, "Ο ξένος" το 1936, "Η Μαντάμ Εύα" και "Οι πουλητές" το 1946 και "Η πράσινη οχιά" το 1962. Φιδίσια βλέμματα και γυμνά φαντάσματα και πράσινες οχιές. Για πράσινα άλογα δεν ξέρω αν έγραψε. 
Γράφει για τον Γιώργο Βουγιουκλάκη ο Τίμος Μαλάνος στο περιοδικό ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 1947, ΣΕΛ. 77:"Υπάρχει στην Αθήνα πεζγράφος με το όνομα Βουγιουκλάκης, που, εκ πρώτης΄οψεως δεν φαίνεται και τόσο υποσχετικό εαν μόνο συλλογιστούμε ότι εδώ και 30 χρόνια υπήρχε στιχοπλόκος με το ίδιο όνομα που γέμιζε τα εβδομαδιαία λαικά περιοδικά με στίχους. Κι όμως, του πεζογράφου κ. Βουγιουκλάκη, ένα μυθιστόρημα "Ο ΞΕΝΟΣ" πριν από τον πόλεμο είχε εκδοθεί από σπουδαίο Παρισινό εκδοτικό οίκο και τώρα τελευταία, δυο ογκοδέστατα μυθιστορήματα του κυκλοφορούν σε θαυμάσιες εκδόσεις στον κλεινον άστυ. Κι όμως η Αθηναική κριτική τα αγνοεί. Κανείς δεν τα αναφέρει. Μήοως πρόκειται περί λεπρού? Μήπως είναι ανάξια λόγου? Αλλά, τότε, πώς εκδίδονται από ξένον εκδοτικό οίκο? Αυτές μας τις απορίες, ωμή κάπως ειλικρίνεια, τις υποβάλλουμε στην αθηναική κριτική με την ελπίδα ότι θα μας δωθεί κάποτε μιαν απάντηση"

************************************************************

Ευχαριστούμε τη λογοτέχνη Μίκα Μαυρογιαννη για την αναφορά της στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ  και που φιλοξενεί τον επίλογο του βιβλίου της με κείμενο της Υπεύθυνης της Ηλεκτρονικής ύλης του Περιοδικού μας και Συνεργάτριας λογοτέχνη Βάλη Τσιρώνη στο νέο της βιβλίο  "Ερωτας και Θανατος" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ. Η Υπεύθυνη Ηλεκτρονικής Υλης του περιοδικου Βάλη Τσιρώνη, λέει για τη Μίκα Μαυρογιαννη: 

"Κατέφθασε σήμερα στα χέρια μου και το παρέλαβα με περισσή συγκίνηση και χαρά! Ο λόγος για το νέο βιβλίο της συγγραφέα Μίκα Μαυρογιάννη, "Ερωτας και Θανατος"που μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να γράψω τον επίλογο σε αυτό το βιβλίο της και να τον συμπεριλάβει στην έκδοση του, που κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες από τις εκδ. ΟΣΤΡΙΑ. Είχα την τιμή να γράψω τον πρόλογο, στο προηγούμενο βιβλίο της επίσης μετά από αίτημα δικό της και θα το ξαναπώ μου το ζήτησε με τόση πρόσηνεια και απλότητα που δεικνύει σαφέστατα την μεγαλοσύνη την ψυχική της.Την ευχαριστώ ολόθερμα για μια ακόμη φορά και για την αναφορά της σε εμένα και στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ του οποίου είμαι συνεργάτης και Υπεύθυνη της Ηλεκτρονικής ύλης του και που έχει φιλοξενήσει και τα κείμενα της Μίκα Μαυρογιάννη. Να είσαι πάντα καλά Μίκα, να έχεις εκλεκτές εμπνεύσεις και να θρασσομανάς πάντα κατά τα υψηλά και τα υπέροχα! Με κατασυγκίνησες!"




*************************************************

Μάριο Βάργκας Λιόσα (Νόμπελ Λογοτεχνίας 2010) και Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (Νόμπελ Λογοτεχνίας 1982). Δύο κολλητοί φίλοι, που γνωρίστηκαν το 1967 και έγιναν θανάσιμοι εχθροί το 1975–1976 που ο Μάριο Βάργκας Λιόσα (ερασιτέχνης πυγμάχος) έριξε την επική μπουνιά του στον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες που διακομίστηκε στο νοσοκομείο, επειδή ο τελευταίος πείραξε τη γυναίκα του πρώτου, δημιουργώντας ερωτικό δεσμό μαζί της κατά τη διάρκεια της φιλίας τους εκείνη την εποχή. Επίσης ο Μάρκες είχε την ατυχ/η τύχη να δηλώσει ότι επειδή πήρε ο ίδιος το Νόμπελ το 1982, ο Λιόσα δεν είχε καμμιά τύχη και δεν επρόκειτο ποτέ να το πάρει αφού ο Μάρκες το πήρε εκ μέρους όλης της τότε γενιάς των λογοτεχνών λατινοφωνων. Ο Λιόσα ορκίστηκε τότε ότι θα το πάρει και ότι αυτό θα είναι η εκδίκησή του. Και έτσι έγινε, το 2010, με τον Μάρκες να μη βρισκεται εκεί να πρασινίσει από το κακό του! Η ιστορία αυτή ποτέ δεν ξεχάστηκε μεταξύ τους και ποτέ δεν τα βρήκαν ξανά οι δυο φίλοι όπως και η σχέση του Λιόσα με την τότε σύζυγό του ποτέ δεν έγινε όπως πρώτα. Στις φωτό Μάριο Βάργκας Λιόσα εναντίον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Το σκίτσο είναι από εφημερίδα της εποχής εκείνης και απεικονίζει το Λιόσα να δίνει την επική του μπουνιά στο Μάρκες.






*************************************************

"Ο Αχιλλεύς. " Δράμα ηρωικόν εις την αιολοδωρικήν διάλεκτον. Από τον συγκεντρωτικό τόμο: Αθανάσιος Χριστόπουλος. 1969. Άπαντα. Επιμέλεια Γιώργος Βαλέτας (ιδρυτής του λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ) Αθήνα: "Φίλοι Βυζαντινών Μνημείων Καστοριάς". Αθήνα.

Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος, ο «άλλος Ανακρέων» κατά τον Γεώργιο Σακελλάριο γεννήθηκε στην Καστοριά το Μάιο του 1772 και απεβίωσε στο Βουκουρέστι 19 Ιανουαρίου 1847. Ήταν νομικός, ανώτατος δικαστικός, θεατρικός συγγραφέας, λόγιος, ποιητής και Φιλικός. Για το ποιητικό του έργο χαρακτηρίζεται «πρόδρομος» (μαζί με τον Ιωάννη Βηλαρά και τον Ρήγα Βελεστινλή) επειδή θεωρείται ότι, με τη χρήση της δημοτικής γλώσσας, άνοιξε νέους ποιητικούς δρόμους. Το επιστημονικό του έργο περιλαμβάνει πραγματείες σε θέματα γλωσσικά, πολιτικά, φιλοσοφικά και φυσικών επιστημών, πολλές από τις οποίες όμως δεν έχουν σωθεί. Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο Δημήτριος Βερναρδάκης, ο Εμμανουήλ Ροΐδης κ.α. μίλησαν με πολύ επαινετικά λόγια για τη λυρική του προσφορά και το 1891 ο Κωνσταντίνος Καβάφης έγραψε στιχούργημα με τίτλο Αθανάσιος Χριστόπουλος.

Αθανάσιος Χριστόπουλος

Ο Αχιλλεύς


(αποσπάσματα)
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Ζευ θεέ κεραυνοφόρε, όπου πάντα κατοικείς.Εις τον άπειρον αιθέρα, και τον κόσμον διοικείς,Όπου σκέπεις κι εφορεύεις, την φιλίαν την πιστήν,Ιδέ τούτων μου φίλων, την αχάριστην ψυχήν,Η οποία την πολλήν σου, ατιμάζει ανοχήν!Πώς στην γην τούς υποφέρεις, να σ’ εμπαίζουν φανερά,Κι απ’ τα νέφη δεν αστράπτεις, να τους καύσεις φλογερά;Ιδέ πόσον αναισχύντως, και τους νόμους σου πατούν,Και τους φίλους και ευεργέτας, ως εχθρούς των απατούν.Αν εγώ μεν αμαρτάνω, παίδευσέ μ’ ευθύς σκληρά,Ειδεμή, την αδικίαν εκδικήσου αυστηρά.
Εσυνέβη της Ελένης, της καλής η αρπαγή,Η των τόσων συμφορών μας, πολυστένακτη πηγή.Κι ήλθε πρέσβης εις την Φθίαν, ο στομύλος Οδυσσεύς,Ο πολύτοπος εκείνος, της Ιθάκης βασιλεύς.Κι από μέρος του Ατρείδου, προσκαλεί τον ποθητόν,Και γενναίον μου πατέρα, κατά των Τρωαδιτών.Ο πατέρας μου δε όμως, ωσάν γέρος ασθενήςπαραιτήθη, καν και ήταν, φυσικά φιλογενής.(Κι όμως ήξευρε προστούτοις, και τα ήθη τα πλαστά,Και τους δόλους του κακίστου, Αγαμέμνονος σωστά.)Αλλ’ εγώ (και ας μην είχα, σπλάχνα τόσον φιλικά,Δι’ ανθρώπους κακοβούλους και κακούργους φυσικά.)Εγώ λέγω εις τους πόδας, του πατρός μ’ ελεεινώςΠίπτω μόνος, μεσιτεύω, κι ικετεύω ταπεινώς,Μη θελήσεις, είπα, πάτερ, την φιλίαν ν’ αρνηθείς,Του καλού σου τούτου φίλου μήπως και κατακριθείς·Δεν είν’ πρέπον ν’ αποβάλεις, έναν φίλον σου σκληρά,Όταν τύχει κι υποπέσει, εις την ανάγκην, και θερμώς μας βοηθεί.)Κι έπειτα ο Αγαμέμνων, μόνος δεν παρακαλεί,Αλλ’ αυτό το γένος όλον, των Ελλήνων προσκαλεί,Μη δεχθείς λοιπόν να δείξεις κι εις τον κόσμον να φανείς,Ότι είσαι μόνος πάντων, φανερά μισογενής.Αν το γήρας σ’ εμποδίζει, κι είναι αιτί’ αληθινή,Η δική μου ηλικία, είν’ ακμαία, κι ικανή.Όθεν μόνος αν δεν θέλεις, να πηγαίνεις δι’ αυτό,Στείλ’ εμένα να πηγαίνω, κι είναι όλον το αυτό.Τέλος πάντων κατεπείσθη, με κηρύττει αρχηγόν,Των ανδρείων Μυρμηδόνων, και της μάχης στρατηγόν,Και μετέπειτα κινούμεν, όλ’ οι Έλληνες κοινώς,Κι εδώ πλέον καταντούμεν, ευτυχώς κι υγιεινώς.Καθώς ήλθαμεν αμέσως, οι μεν άλλ’ εις τες σκηνές,Αναπαύονταν ησύχως, με παντοίες ηδονές.Εγώ δε με τους ανδρείους, στρατιώτας μου κοινώς,Έτρεχα κι επολεμούσα, πανταχού παντοτινώς.Δέκα μόνος πολιτείας, καταπόρθησα καλές,Και λαφύρων μυριάδες, αιχμαλώτευσα πολλές.Και αυτά τα λάφυρά μου, όλα πρόσφερα σωστά,Τον καλόν μας βασιλέα, ωσάν τίμιος πιστά.Αυτός όμως ως πανούργος, εκρατούσε τα πολλά,Και πολύτιμα κι, όσα τον εφαίνονταν καλά.Τα δε άλλα, όσα ήτον και αχρεία κι ευτελή,Με τα έδιδεν εμένα, ως τινά πολυτελή.Ή δεν ήταν τάχα πρέπον, να κρατήσω φανερά,Όσ’ απέκτησα με αίμα, και ιδρώτα θλιβερά;Εγώ δούλος του δεν ήμουν, πανταχού να προσπαθώΔι’ αυτόν εις τους πολέμους, παραλόγως να χαθώ.Πλην αλλά ευχαριστούμουν, μα την μόνην μου ψυχήν,Αντί τούτων των κινδύνων, με την νίκην μοναχήν.Τελευταίον δε συνέβη, και πορθώ πολεμικώς,Την μεγάλην πόλιν Θήβαν, των Κιλίκων ολικώς.Κι έτυχε προς τ’ άλλα σκύλα, δυστυχώς να πιασθεί,Εις την μάχην μας εκείνην, Βρυσηίς η θαυμαστή.Την οποίαν εκ συμφώνου, όλ’ οι Έλληνες κοινώς,Με την έδωσαν της νίκης, ως βραβείον ευμενώς.Την εδέχθην τέλος πάντων, την αγάπησα πολλά,Καθώς όλοι τα ωραία αγαπούν, και τα καλά.(Επειδ’ ήταν κατά πάντα, κι εις την γνώμην της σωστή,Κι εις τον νουν σωφρονεστάτη, κι εις τα κάλλη θαυμαστή.)Μετά ταύτα ήθλ’ ο Χρύσης, Ιερεύς ο σεβαστός,Κι ευλαβέστατος και λάτρης, του Απόλλωνος πιστός,Κι έφερε μυρία δώρα, με πολλήν χαράν ψυχής,Την αιχμάλωτήν του κόρην, να λυτρώσ’ ο δυστυχής.(Της οποίας και δεσπότης, ενταυτώ και εραστής,Ήταν λέγ’ ο Αγαμέμνων, ο κακός αυτός ληστής.)Ο οποίος παρρησία, με σκληρότητα πολλήν,Το κατύβρισεν εις όλην, των Ελλήνων την βουλήν.Και αφού εφέρθη τόσον, κατ’ αυτού υβριστικώς,Τον εδίωξεν υστάτως, απεδώ κακηνκακώς.Έπειτα δε ο Απόλλων, εθυμώθη καθ’ ημών,Και μας παίδευσε αμέσως, με τον πάνδεινον λοιμόν.Και λοιπόν ο Αγαμέμνων, εβιάσθη γενικώς,Και τον έστειλε την κόρην, εις την Χρύσαν στανικώς.Κι επειδή την υστερήθη, με επήρε ληστρικώς,Την δικήν μου Βρυσηίδα, αφού μ’ ύβρισε κακώς.Ιδέ χάρις, ιδέ φίλος, ιδέ γνώμη θαυμαστή,Ιδέ άδολη φιλία, κι ειλικρίνεια πιστή!Ποίον άγριον θηρίον, όταν ευεργετηθεί,Κατ’ αυτού του ευεργέτου, ημπορεί ν’ αγριωθεί;Των ανθρώπων πλην η φύσις, κι η κακί’ αληθινάΌλην την θηριωδίαν, των θηρίων απερνά.Τί βραδύνω; τί ματαίως; τί προσμένω να ιδώ;Και δεν φεύγω τελευταίον, συντομότερ’ απεδώ;Αχιλλεύ οπίσω στρέψε, και βασίλευε εκεί,Όπου όλον σου το γένος, ευδαιμόνως κατοικεί·Τί τους θέλεις του κινδύνους; τί πολέμους κυνηγείς;Ρίξε, πάτησε τες νίκες, και τον τύφον καταγής.Βασιλεύ: δεν είν’ εκείνος, όπου πάσχει και ποθεί,Με πολέμους αιματώδεις, εις την γην να υψωθεί.Αλλ’ εκείνος όπου, σώζει, κι ευχαρίστως κυβερνάΤο βασίλειόν του όλον, και ησύχως απερνά.Ο δε φίλος Αγαμέμνων, θα ελθεί ποτέ καιρός,Να γνωρίσει πόσον ήτον, και ευήθης και μωρός·Και θα κλαύσει, θα κτυπήσει, την κακήν του κεφαλήν,Την οποίαν η κακία την κατάστησε θολήν.Ούτ’ αυτά ποσώς τα τείχη; ούτ’ οι άλλοι ημπορούν,Να φανούν υπέρμαχοί του, καν κοντάρια φορούν.Τείχη τέτοια ο Έκτωρ, περιπαίζοντας τρυφά,Και ως παίγνια νηπίων, τα πατεί και τ’ αφηφά.Ένα μόνον αυτός τρέμει, και θαυμάζει κι επαινεί,Τους δε άλλους ως ανάνδρους, σωρηδόν καταφρονεί.
[...]
ΟΔΥΣΣΕΥΣ
[...]Ο Αγαμέμνων, Αχιλλεύ, είν’ άνθρωπος κι εκείνος,Δεν είναι όμως παντελώς, απάνθρωπος και κτήνος.Και αν προχθές απ’ τον θυμόν, αθλίως εσκοτίσθη,Πλην δεν εμνησικάκησε· και τούτο εγνωρίσθη.Λοιπόν μη θέλεις να δειχθείς, κατώτερος εις τούτο,Ενώ εις τ’ άλλα φαίνεσαι, ανώτερος τοσούτο.Αυτός προστούτοις μάλιστα, αν επινεύσεις τώρα,Να σε προσφέρ’ υπόσχεται, λαμπρά μυρία δώρα.Και άκουσε, παρακαλώ, να σε τα ιστορήσω,Κι ένα προς έν’ λεπτομερώς, να τα επαριθμήσω.Επτά ωραίους τρίποδας, και λέβητας μεγάλουςΣε δίδει άλλους είκοσι, ωραιοτάτου κάλλους,Επτά χρυσίου τάλαντα, και δώδεκα ωραία,Και ευπρεπέστατ’ άλογα, μεγάλα, και γενναία.Επτά γυναίκες θαυμαστές απ’ τες Μιτυληναίες,Πολυμαθείς κεντήστριες, και νέες και ωραίες.Και επομένως εις αυτές, προσθέτει κορωνίδα.Και την δικήν σου, Αχιλλεύ, ωραίαν Βρυσηίδα.Αυτά σε δίδει τώρ’ ευθύς· αν όμως την ΤρωάδαΠορθήσομεν και στρέψομεν, οπίσω στην Ελλάδα,Από τες τρεις τες κόρες του, όποιαν και θελήσεις.Να σε την δώσ’ εις νύμφην σου, οπόταν την ζητήσεις.Να σε προσφέρει εν ταυτώ, και προίκα θαυμασίαν,Όσην τινάς δεν έδωκεν, εις κόρην του καμμίαν.Έτι προστούτοις και επτά, μεγάλες πολιτείες,Ωραίες και πολυπληθείς, και όλες παραλίες,Την Άνθειαν, την Αίπειαν, και Ιεράν, και Ενώπην.Την Καρδαμήλην, τες Φηρές, την Πήδασον κατόπιν.Τούτων δε όλων μάρτυρες, κι εγγυηταί ομοίως,Αν μας δεχθείς γινόμεθε, και τώρα κι αιωνίως.Λοιπόν, γενναίε Αχιλλεύ, ιλέως καταπείσου,Κι εκείνον και τους Έλληνας, λυπήσου κι ευσπλαγχνίσου.Κι εμείς ενώ καυχούμεθε, την μόνην σου Φιλίαν,Μη θέλεις να γυρίσομεν, με άπρακτην πρεσβείαν.
[...]
ΑΝΤΙΛΟΧΟΣ
Αχ! Φίλτατέ μου Αχιλλεύ, με ποίον στόμα λυπηρόν,Θ’ αποτολμήσω να σ’ ειπώ, το μήνυμά μου το σκληρόν.Ο Πάτροκλός μας νικητής, και τροπαιούχος φοβερός,Εις τους θριάμβους μεταξύ, εθανατώθη θλιβερώς.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Έμελλε πλέον;Τούτο το νέον;Εγώ να πάθω;Εγώ να μάθω;Αχ ειμαρμένη,Αγριωμένη.Πώς με αφήνεις;Πώς δεν με σβήνεις;Τον Πάτροκλόν μου;Τον φίλτατόν μου;Εγώ να φθάσω;Λοιπόν να χάσω;Δάκρυα πού είσθε,Και δεν κινείσθε,Από το βάθος,Εις τόσον πάθος;Άθλιον στήθος,Εις τόσον βύθος,Πώς ησυχάζεις,Και δεν στενάζεις;Ημέρα ποία,Πλέον αθλία.Άλλη εστάθη,Με τόσα πάθη;Ω Ηλιέ μου,Λαμπρέ θεέ μου.Το φως πώς χύνεις,Και δεν το σβήνεις;Ο χρησμός όλος,Αναμφιβόλως.Καθώς εδόθη,Καταπληρώθη.Ο Πάτροκλός μου,Απ’ του πατρός μου.Τ’ όνομα έχει,Πατρός μετέχει.Η εδική μου,Κακή οργή μου.Ήταν δική σου,Φίλε σφαγή σου.Εγώ, εγ’ όλος,Αναμφιβόλως.Και τελευταίον,Σ’ έσφαξα πλέον.Ο Αχιλλεύς σου,Είναι φονεύς σουΚαι η φιλία,Φθοράς αιτία.Διά εσένα,Ετοιμασμένα.Όλα τα βέλη,Ήταν στα τέλη.
[...]
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
[...]Καταρούμαι δε εκείνην, την ημέραν την σκληρήν,Όταν ήλθαμεν εις μάχην και εις έχθραν λυπηρήν.Και συνέβη του Πατρόκλου, η σφαγή κι η συμφορά,Και η άλλη των Ελλήνων, αθεράπευτη φθορά.Ω και πώς των βασιλέων, ένα αμάρτημα μικρόν,Επιφέρει εις τα πλήθη, τόσον όλεθρον πικρόν!Αχ! θυμέ ανθρωποβόρε, εις τί άτοπα σκληρά,Αναγκάζεις του ανθρώπους, και τους ρίπτεις λυπηρά;Πώς δεν είναι τάχα τρόπος, απ’ τον κόσμον να σβησθεί,Το πικρόν αυτό το πάθος, και κακώς ν’ αφανισθεί;Ή τουλάχιστον να λείψει καν από τους βασιλείς,Να μη σφάλομεν ποτέ μας, ως χυδαίοι κι ευτελείς;Καθώς είμεσθεν εν γένει, εις τα άλλα υψηλοί,Να μην είμεσθε κι εις τούτο, ταπεινοί και χαμηλοί.Πόσον άθλιον να είναι, βασιλεύς τινάς ομού,Και υπήκοος διόλου, του αλόγου του θυμού,Να ορίζει τόσα πλήθη, τόσον κόσμον, τόσην γην,Κι υποκείμενος να είναι, εις ακράτητην οργήν,Δεν είν’ πρέπον καθώς είναι, και λαμπρός και σοβαρός,Να ’ναι άθυμος και πράος, και ευμενής και ιλαρός.Να μη θέλει ουδ’ ευλόγως, να θυμώνει παντελώς,Πόσον μάλλον παραλόγως, και αθλίως και ευτελώς.Άθλι’ άνθρωπ’ οι οποίοι, αβασίλευτοι κοινώς,Παντελώς δεν ημπορείτε, να συζείτ’ ανθρωπίνως!Βασιλείς δυστυχισμένοι, οι οποίοι γενικώς,Ωσάν άνθρωποι στα πάθη, δούλοι είσθε φυσικώς!Ή οι άνθρωποι να είχαν φύσιν πλέον θεϊκήν,Κι αβασίλευτοι να ζήσουν, με ζωήν ειρηνικήν.Ή οι βασιλείς να ήταν, αναμάρτητοι θεοί,Να μη πάσχουν δι’ εκείνους οι υπήκοοι λαοί.Πλην ούτ’ ένα ούτε άλλο, είναι τρόπος να γενεί,Και αύτ’ είν’ επιθυμία, όπου πλάττομεν, κενή.Οι θεοί την φύσιν όλην, των ανθρώπων φθονερά,Καταδίκασαν στα πάθη, να δουλεύει θλιβερά.Τέτοια ήσαν τέτοια είναι, και θα είναι φυσικά,Όλη πλέον βυθισμένη, αιωνίως στα κακά.
[...]
ΝΕΣΤΩΡ
Τούτο μάλιστα συμφέρει, να σας πως ειλικρινώς,Κι εις εσάς απλώς τους δύο, κι εις τους Έλληνας κοινώς.Όταν είμασθ’ ενωμένοι, κι η Ελλάς ευδοκιμεί,Και καμία δεν την βλάπτει, εχθρική επιδρομή.Όταν δε διαιρημένοι, τότε πλέον και αυτή,Είν’ αδύνατη, και τότε ο καθένας την πατεί.[...]



***************************

Τί έπραξαν οι ποιητές μας το 1940: Ο Οδυσσέας Ελύτης ήταν στο μέτωπο το ' 40. Ο Άγγεlος Σικελιανόw το ίδιο.Ο Γιώργος Κατσίμπαλης επίσης. Ο Γιώργος Σεφέρης, όμως, με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα το 1941, παντρεύεται εσπευσμένα και άρον άρον τη Μάρω και το ζεύγος ακολουθεί την Ελληνική Κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Γυρίζει στην Ελλάδα τον Οκτώβρη του 1944 μετα την απελευθέρωση και διορίζεται κατευθείαν διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκοπου Δαμασκηνού. 
(Για το πού ήταν ο Σεφέρης του 1940, πηγή "Αγαπητέ μου Γιώργο..." εκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 2ος τόμος, σελ. 21-22)

Υ.Γ. Στη φωτό αυτόγραφο του Γιώργου Σεφέρη. Γιώργος Σεφέρης προς τον Enzo Crea, 11 Φεβρ. 1970.




***************************************


Χειρόγραφο μπιλιέτο του Α.Νόμπελ που καθιέρωσε τα ομώνυμα βραβεία προς τον Βίκτωρ Ουγκό 







********************************************

Στη μελέτη του "ΜΑΚΑΡΙΑ" που δημοσιευτηκε το 1989, ο Τάκης Χατζηαναγνώστου κάνει ευρεία αναφορά στον ιδρυτή του περιοδικού μας ΓΙΩΡΓΟ ΒΑΛΕΤΑ, "ενος μεγάλου δασκάλου, ένας απ' τους πιο δυναμι κούς και τους πιο ακατάβλητους. αναδιφητές της ιστορίας και των πηγών της νεοελληνικής λογοτεχνί- ας, που ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να χτίζει το πολύτιμο για το έθνος έργο του, στοιβάζοντας τό- μους επί τόμων έρευνας και μελέτης. " όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και στον γιο του, το λογοτέχνη Κώστα Βαλέτα και σημερινό διευθυντή του περιοδικού μας ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, "πεζογράφος από τους πιο αξιόλογους της νεώτερης γενιάς" καθώς αναφέρει που λίγο πιο πάνω από την ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗ ΓΟΡΓΟΝΑ στη Λέσβο, κατάγονται.



Τάκης Χατζηαναγνώστου 

Βιογραφικά ————— -Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1923 -Σπούδασε οικονομικές επιστήμες και χρημάτισε ανώτατο διευθυντικό στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας. -Ασχολήθηκε από πολύ νωρίς με τα γράμματα και συνεργάστηκε πυκνά, με άρθρα, μελέτες, κι άλλες πρωτότυπες λογοτεχνικές εργασίες σ' εφημερίδες και περιοδικά. -Έχει εκδώσει ως τώρα τ' ακόλουθα βιβλία: "ΤΟΜΕΣ", ποιήματα, 1951 "ΚΑΜΠΑΝΕΣ", διηγήματα, 1954 "ΖΩΗ", μυθιστόρημα, 1956 "ΦΥΓΗ", διηγήματα, 1958 "ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ", αφήγημα, 1961 "ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΥΛΙ", διηγήματα, 1963 "ΙΤΕ ΠΑΙΔΕΣ", μυθιστόρημα για παιδιά, 1966 "ΙΕΡΗ ΓΗ", νουβέλες για παιδιά, 1968 "ΕΡΗΜΟΣ", μυθιστόρημα, 1970 "Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ" μυθιστόρημα για νέους 1974 "ΕΝΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΕΛΕΕΙΝΗΣ ΜΟΡΦΗΣ", μυθιστόρημα, 1975 "ΑΤΟΜΟ", διηγήματα, 1978 "ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΟΣ", διηγήματα, 1982 "Η ΛΑΜΨΗ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ", μυθιστόρημα, 1983 "ΤΖΟΥΦΛΟΥΣ", αφήγημα, 1983 "ΕΝΑ ΝΗΣΙ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ" μυθιστόρημα, 1989 -Εκτός απ’ τα παραπάνω εξέδωσε τις μεταφράσεις "Η ΑΡΑΧΝΗ", μυθιστόρημα του Ανρύ Τρουαγιά, 1970 "ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ", δοκίμιο, του Ντενύ ντε Ρουζεμόν, 1972 -Ασχολήθηκε με το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Αντίστοιχα έργα του παίχτη- καν η δημοσιεύτηκαν, μεταδόθηκαν απ' το ραδιόφωνο κι απ' τη μικρή οθόνη, ή γυρίστηκαν σε ταινίες. Δικές του διασκευές ειναι η "Γαλήνη", "Οι Πανθέοι", "Η τελευταία νύχτα της γης", κι η "Μαρία Πόρνη". Επίσης δικό του έργα είναι "Η λάμψη των άστρων", η "Θύελλα", και το "Φθινοπωρινό κοντσέρτο", που προβλήθηκαν απ' τα ελληνικά κανάλια. -Αποσπάσματα από μυθιστορήματα του και διηγήματα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες του κόσμου και περιελήφτηκαν σε διεθνείς ανθολογίες: γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ρουμανικά, ουγ- γρικά, κινέζικα, κλπ. -Διεύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό "Λόγος" της Μυτιλήνης (1953-1955), και "Συνεργασία" της Εθν. Τράπεζας (1974). -Τιμήθηκε επανειλημμένα με βραβεία, όπως: Το Βραβείο Ουράνη, της Ομάδας των Δώδεκα, για το μυθιστόρημα του "Ζωή". Το Βραβείο Κολλάρου, της Γυν. Λογοτεχνικής Συντροφιάς, για το μυθιστόρημα του "Ιτε παίδες". Το Βραβείο της Ετ. Μάκ. Σπουδών, για τις νουβέλλες του "Ιερή γη". Το Βραβείο της Unifrance Film, για το σενάριο του "Το μεγάλο ταξίδι". Το Κρατικό Βραβείο Mυθιστορήματος, για το βιβλίο του "Ένας πολίτης ελεεινής μορφής". Το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, για τα διηγήματα του "Ατομο". Το Βραβείο της εφημ. "Καθημερινή", για το διήγημα του "Φυγή", που αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στο Β' παγκόσμιο διαγωνισμό διηγήματος. Οργάνωση της "Herald Tribun of New York.





*************************************


Ένα κείμενο του Μήτσου Ν. Τσιάμη (συμβολαιογράφου-λογοτέχνη) από το βιβλίο του "Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ", ΑΘΗΝΑ 1978, δημοδιευμένο στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΔΑ

ΑΠΡΙΛΗΣ-ΙΟΥΝΗΣ 2015


Ο ΜΗΤΣΟΣ Ν. ΤΣΙΑΜΗΣ Μεγάλωσε στη Μήθυμνα Λέσβου, όπου τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες.Επάγγελμα Συμβολαιογράφος. Μέλος της «Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών» και της «Ένωσης Δημοσιογράφων και Συγγραφέων Τουρισμού». Ίδρυσε με τον Γιώργο Βαλέτα τη «Φιλολ. Στέγη Εφταλιώτη». Γράφει και δημοσιεύει από το 1938.Τα εκδοθέντα μέχρι σήμερα δημοσιεύματά του ανέρχονται σε ΠΆΝΩ ΑΠΌ 54 μεταξύ των οποίων: «Νυχτερινά Υστερόγραφα», «Το Φως Χαμογελούσε στη Μαργαρίτα», «Η Τελευταία Πανσέληνος», «Η Αλήθεια της Μοναξιάς», «Ιδιόγραφος Λόγος», «Λόγιον Μνημοσύνης», «Δοκίμιον Σιωπής», «Επιμύθιον Νότου» κ.λ.π. (ποίηση) «Μορφές του Αιγαίου», «Η Ποίηση και η Εποχή μας», «Συντομογραφίες» Ι και II «Τουρισμός και Παράδοση», «Αναφορές σε Λέσβιους Συγγραφείς», «Η Τέχνη του Κώστα Χατζόπουλου», «Μορφές του Αιγαίου ΙΙ κ.ά. (μελέτες-δοκίμια).Ποιήματα, μελέτες και άρθρα του, έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες (π.χ. «Νεοελληνικά Γράμματα», «Νέα Εστία», «Ελληνική Δημιουργία», «Νέα Σκέψη», «Αιολικά γράμματα», «Τα Ψαρά», «Φιλολ. Βραδυνή», «Αιολικά Φύλλα» κ.λ.π.Για το έργο του, έχουν γράψει και ασχοληθεί κατά καιρούς, έγκριτοι κριτικοί και έχει γίνει μνεία, στην «Επίτομη Ιστορία της Νεοελ. Λογοτεχνίας» (Γ. Βαλέτας), στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (Εκδ. Σόκολη), στη «Γραμματολογική και Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια» (Εκδ. Αφοί Παγουλάτου), στη «Διαρκή Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» κ.ά.Ποιήματά του, έχουν συμπεριληφθεί, σε διάφορες ανθολογίες.
ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ ΤΟΥ Μ. Ν. ΤΣΙΑΜΗ
«Ξεκίνημα», 1938, ποιήματα.
«Σιωπηλά Μιλήματα», 1943, ποιήματα.
«Σπονδή», 1945, ποιήματα.
«Νυχτερινά υστερόγραφα», 1947, ποιήματα.
«Το φως χαμογελούσε στην Μαργαρίτα», 1954, ποιήματα.
«Η Τελευταία Πανσέληνος», 1961, ποιήματα.
«Η Αλήθεια της Μοναξιάς», 1964, ποιήματα.
«Στο Περιθώριο μιας Απουσίας», 1971, ποιήματα.
«Η Λέσβος στο έργο του Μυριβήλη», (ανάτυπο), 1971, μελέτη.
«Φώτης Κόντογλου», 1973, μελέτη.
«Μορφές του Αιγαίου», 1973, Δοκίμια.
«Δοξαστικά στον Αργύρη Εφταλιώτη», 1974, ποιήματα.
«Μνήμη Κώστα Βάρναλη», 1975, ποιήματα.
«12 Τραγούδια της σιωπής», 1975, ποιήματα.
«Μήθυμνα - Σύντομη ιστοριογραφία», 1975, ιστορικό.
«Εφταλού» (ανάτυπο), 1976, άρθρο.
«Μοιρολόγι», 1976, ποιήμα.
«Η Ποίηση και η εποχή μας», 1978, δοκίμια.
«Συντομογραφίες Ι», 1981, δοκίμια.
«Συντομογραφίες II», 1982, δοκίμια.
«Ιδιόγραφος Λόγος», 1984, ποιήματα.
«Καύχημα νέον», 1987, ποιήματα.
«Τουρισμός και Παράδοση», 1988, μελέτες.
«Η Κοινωνική ανάπτυξη του Μολύβου και ο Μιχ. Γούτος», 1989, χρονικό.
«Αναφορές σε Λέσβιους συγγραφείς», 1990, κριτικά άρθρα.
«Μορφές του Αιγαίου II», 1991, δοκίμια.
«Η Τέχνη του Κώστα Χατζόπουλου», 1991, μελέτη.
«Λόγιον Μνημοσύνης», 1993, ποίηση.
«Δοκίμιον Σιωπής», 1994, ποίηση.
«Επιμύθιον νόστου», 1995, ποίηση.
«Μορφές του Αιγαίου III», 1998, μελέτες.
«Παραλειπόμενα», 1999, κριτικά άρθρα.
«Η δοκιμασία της ποίησης», 2005, ποίηση
«23 τετράστιχα», 2000, ποίηση.
«Μυθοπλασία», 2001, ποίηση.
«Αναφορές σε Λέσβιους συγγραφείς (2000-2004), 2004 κριτικά άρθρα.
«O Τουρισμός και η Μήθυμνα», 2004.
«Η ποίηση χωρίς τίτλο», 2004, ποίηση.
«Σκιαγράφημα αφηγηματικής πεζογραφίας», 2005
«Λαϊκά επιτύμβια», 2006, δίστιχα
«Ρωμανός ο Μελωδός», 2006, μελέτη
"Εξομολογήσεις γύρω στην Τέχνη", 2007







****************************

Ένα κείμενο του λογοτέχνη Δημήτρη Ι. Καραμβάλη, με τίτλο " ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ" δημοσιευμένο στο τεύχος του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί Ιούλης-Αύγουστος 2017, τ.286, σελ.21-23






*****************************************


Ένα δοκίμιο - μελέτη της Μυρσίνης Σ. Αναγνώστου, με τίτλο "Η ΛΕΣΒΟΣ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ"


ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Μυρσίνη Σ. Ἀναγνώστου
Ὀνομάζεται Μυρσίνη Ἀναγνώστου. Γεννήθηκε στὴ Λέσβο. Ὅσον ἀφορᾶ στὶς σπουδές της, ἀποφοίτησε τὸ 2006 ἀπὸ τὸ τμῆμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικῆς-Ψυχολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Κατὰ τὰ ἔτη 2006 – 2009 πραγματοποίησε τὶς μεταπτυχιακές της σπουδὲς τοῦ Α΄ κύκλου στὸν τομέα τῆς Βυζαντινῆς Φιλολογίας τοῦ Τμήματος Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπὸ ὅπου ἀποφοίτησε μὲ τὸν βαθμὸ «Ἄριστα». Τὸ 2013 ὑποστήριξε τὴ διδακτορική της διατριβὴ μὲ θέμα: Νικηφόρος Χρυσοβέργης: Βίος καὶ ἔργο (μέσα 12ου-ἀρχὲς 13ου αἰ.), ἡ ὁποία βαθμολογήθηκε μὲ τὸν βαθμὸ «Ἄριστα». Ἀπὸ τὸ 2008 μέχρι καὶ σήμερα ἐργάζεται σὲ διάφορα ἐρευνητικὰ προγράμματα τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἐνῶ ἀπὸ τὸ 2009 ἐργάζεται καὶ ὡς ἐπιμελήτρια ἔκδοσης στοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους «Π. Κυριακίδης» καὶ «Ἁρμός». Σήμερα διδάσκει ὡς πανεπιστημιακὴ ὑπότροφος στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τὸ μάθημα τῆς «Ἁγιολογίας» τοῦ Τομέα Βυζαντινῆς Φιλολογίας καὶ Λαογραφίας. Ἔχει ἐξειδικευθεῖ στὴν κωδικολογία-παλαιογραφία-παπυρολογία καὶ ἔχει συμμετάσχει σὲ πολλὰ σεμινάρια σὲ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενο. Ἐπίσης, ἔχει συμμετάσχει σὲ συνέδρια ἀνάλογα τῆς εἰδικότητός της. Γνωρίζει ἀγγλικά, γερμανικὰ καὶ ἰταλικά. Μέχρι σήμερα ἔχουν δημοσιευθεῖ οἱ ἐξῆς μελέτες της: 1) Μανουὴλ Κορινθίου τοῦ μεγάλου ρήτορος, Λόγος στὴν Ἀνάσταση καὶ στὴ Ζωοδόχο Πηγή,Βυζαντιακὰ 30 (2012-2013), 365-380, 2) Μανουὴλ τοῦ μεγάλου ρήτορος, Λόγος στὴν Ἀνάσταση καὶ στὴν ἑορτὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, στό:Πρακτικὰ 6ης συνάντησης ἐργασίας μεταπτυχιακῶν φοιτητῶν τοῦ τμήματος Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν 13-15 Μαΐου 2011, Ἀθήνα 2012, 9-16, 3) Ἀνέκδοτη ἐπιστολὴ τοῦ Σίμωνος τοῦ Κωνσταντινουπολίτου πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο, Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν MΓ΄ (2012), 55-71, 4) Ἰωάννου Μαυρόποδος, Ἀνέκδοτος παρακλητικὸς κανὼν στὸν ταξίαρχο Μιχαήλ,Παρνασσὸς ΝΒ΄ (2010), 173-190 καὶ 5) Ἰωάννης Ἐλεήμων ὁ Νέος: Ἕνας νεοφανὴς ἅγιος, στό: Πρακτικὰ 5ης συνάντησης ἐργασίας μεταπτυχιακῶν φοιτητῶν τοῦ τμήματος Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, 29-31 Μαΐου 2009, Ἀθήνα 2010, 9-15.



H ΛΕΣΒΟΣ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ


ποσπασμένο π τν πέναντι μικρασιατικ κτ μετὰἀπὸ μία σειρὰ μακρῶν φαιστειακν κρήξεων και σεισμογεννδαφολογικν νακατατάξεωντ νησὶ τῆς Λέσβουμὲ τὶς πόλειςτου κα τοὺς κατοίκους του δν ταν δυνατν ν μσυμπεριληφθον στ πάνθεον τς λληνικς μυθολογίας.[1]

            Σύμφωνα μὲ τὴ μυθικὴ παράδοση ἡ Λέσβος κατοικήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τοὺς Πελασγοὺς καὶ τὸ ὄνομά της τὸ πῆρε ἀπὸ τὸν Λέσβο, ποὺ ἔφθασε στὸ νησὶ μαζὶ μὲ Λαπίθες ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.[2] Ὁ Ὅμηρος ὡστόσο στὴν Ω ραψωδία τῆς Ἰλιάδας τὸ ἀποκαλεῖΜάκαρος ἔδος, δηλαδὴ βασίλειο τοῦ Μάκαρα[3]. Ἡ ὀνομασία αὐτὴ φαίνεται ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸν μυθικὸ βασιλιὰ Μάκαρα, γιὸ τοῦ Ἥλιου καὶ τῆς Ρόδου, ὁ ὁποῖος ὅταν ἔφθασε στὴ Λέσβο, ἔγινε δεκτὸς ὡς συνετὸς καὶ πεφωτισμένος ἡγέτης.[4] Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας του οἰκοδομήθηκαν πέντε πόλεις ποὺ ἔφεραν τὰ ὄνόματα τῶν θυγατέρων του ἡ Μυτιλήνη, ἡ Ἴσσα, ἡ Ἄντισσα, ἡ Μήθυμνα καὶ ἡ Ἄβρυση  καὶ ἡ Ἐρεσσὸς ποὺ πῆρε τὸ ὄνομα τοῦ γιοῦ του.[5] Τὸ νησὶ ἔφερε καὶ ἄλλα πολλὰ προἱστορικὰ ὀνόματα ὅπως Ἰμερτὴ (λαχταριστή), Λάσσια (μὲ πυκνὰ δάση), Αἰγερία (τὸ μέρος τῶν ἡλιοκαμένων ἂνθρώπων) καὶ Αἰθιοπία (ξεραμένο ἀπὸ τὸν ἥλιο νησί).[6] Ὡστόσο, ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ὀνομασίαΜάκαρος ἔδος, ἡ ὁποία ἀπαντᾶται γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Ὅμηρο, ἀποδίδεται συχνὰ στὸ νησὶ ὅπως λόγου χάρη στὸ Περὶ φυγῆς τοῦ Πλουτάρχου[7], στὸν λόγο Περὶ ἀπιστίας τοῦ Δίωνος τοῦ Χρυσοστόμου[8] κ.λπ.

            Ἱδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ προσπάθεια τῶν Χαρίση καὶ Ντυρὰν νὰ ταυτίσουν καὶ νὰ ἐντοπίσουν τὴ σημερινὴ τοποθεσία, στὴν ὁποία ἐνδεχομένως βρισκόταν ἡ ἀρχαία λεσβιακὴ πόλη, Ἀγαμήδη[9]. Στὸ πλαίσιο τῆς ἔρευνάς τους ἀναφέρονται σὲ μίακρήνη ὀμώνυμη τῆς πόλεωςΣύμφωνα μὲ τὸν Νικόλαο Δαμασκηνὸ ἡ Ἀγαμήδη τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα φέρει ἡ κρήνη ἦταν κόρη τῆς Πύρρας καὶ τοῦ Λαπίθα Λέσβου ποὺ ἔδωσε τὸ ὄνομά του στὸ νησί. Ὡστόσο, κατὰ τοὺς μελετητές, ἡ κρήνη θὰ μποροῦσε νὰ ἀντλεῖ τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὴν ἡρωίδα τοῦ Ὁμήρου, Ἀγαμήδη ἀπὸ τὴν Ἐφύρα τῆς Ἡλείας, ποὺ ἦταν κόρη τοῦ βασιλιᾶ τῶν Ἐπειῶν, Αὐγεία, καὶ χήρα τοῦ σκοτωμένου ἀπὸ τὸν Νέστορα, Μούλιου[10]. Ἡ Ἀγαμήδη ἦταν περίφημη γιὰ τὶς βοτανολογικές της γνώσεις, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὸν ἐπικὸ ποιητὴ γνώριζε ὅλα τὰ θεραπευτικὰ βότανα τῆς γῆς:γαμβρὸς δ’ ἦν Αὐγείαο, πρεσβυτάτην δὲ θύγατρ’ εἶχε ξανθὴν Ἀγαμήδην, ἣ τόσα φάρμακα ᾔδη ὅσα τρέφει εὐρεία χθών[11]. Ἂν σκεφτοῦμε ὅτι ἡ ὀνοματοδοσία μιᾶς κρήνης στὴν ἀρχαιότητα ἦταν πολὺ συνηθισμένο φαινόμενο καὶ συνέβαινε εἴτε λόγω τῆς θέσης τῆς κρήνης κοντὰ σὲ μία πόλη, ἱερό, ἱστορικὸ μέρος ἢ πολυσύχναστο πέρασμα εἴτε γιὰ νὰ ἀποδοθοῦν ἰαματικὲς ἰδιότητες στὸ νερό της[12], τότε ἀποδεχόμενοι τὴν πιθανὴ ἰαματικὴ ἰδιότητα τοῦ νεροῦ τῆς πηγῆς δὲν ἀποκλείεται τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἀντλεῖ τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὴν ὁμηρικὴ Ἀγαμήδη, ἡ ὁποία φέρεται ὡς γνώστρια τῶν ἰαματικῶν ἰδιοτήτων ὅλων τῶν βοτάνων.

            Μία ξεχωριστὴ πληροφορία ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν[13] σχετίζεται μὲ τὴ λεσβιακὴ καταγωγὴ γυναικῶν ποὺ ἐμπλέκονται στὴ ζωὴ τῶν ὁμηρικῶν ἡρώων.

Ὅταν ἡ συνέλευση τῶν πολιορκητῶν στὸν Τρωικὸ Πόλεμο ὑποχρέωσε τὸν Ἀγαμέμνονα νὰ ἐπιστρέψει τὴ σκλάβα του Χρυσηίδα στὸν πατέρα της, ἐκεῖνος ζήτησε ὡς ἀντάλλαγμα τὴ Βρισηίδα, τὴν ὁποία καὶ πῆρε ἀπὸ τὸν Ἀχιλλέα. Αὐτή του ἡ πράξη προκάλεσε τὴ δίκαιη ὀργὴ τοῦ Ἀχιλλέα, τὴν «μήνιν» ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ θέμα τῆς Ἰλιάδας, ὅπως δηλώνουν καὶ οἰ δύο πρῶτοι στίχοι τοῦ ἔπους: Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος οὐλομένην, ἢ μυρί’ Ἀχαιοῖς ἄλγε’ ἔθηκε[14]Ἡ ἀποχὴ τοῦ Ἀχιλλέα εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ὑποχώρηση τῶν Ἑλλήνων στὴ μάχη καὶ τὸν θάνατο τοῦ φίλου του, Πατρόκλου. Ἔτσι, ὁ Ἀγαμέμνονας θὰ ἀναγκαστεῖ νὰ ἐπιστρέψει τὴ Βρισηίδα στὸν Ἀχιλλέα. Στὸ πλαίσιο αὐτοῦ τοῦ ἐπεισοδίου ὁ Ὅμηρος ἀναφέρεται στὴν ὀμορφιὰ τῶν λέσβιων γυναικῶν. Ἔτσι,  στὴν Ι Ραψωδία ὁ γιὸς τοῦ Ἀτρέα, προσπαθώντας νὰ ἐξευμενίσει τὸν ὀργισμένο Ἀχιλλέα, τοῦ προσφέρει ἐπτὰ γυναῖκες καταγόμενες ἀπὸ τὴ Λέσβο, οἱ ὁποῖες κατὰ τὸν ποιητὴ διακρίνονταν γιὰ τὰ λαμπρά τους ἔργα καὶ ξεπερνοῦσαν σὲ ὀμορφιὰ ὁλόκληρο τὸ γυναικεῖο εἶδος: δώσω δ’ ἑπτὰ γυναῖκας ἀμύμονα ἔργα ἰδυίας Λεσβίδας, ἃς ὅτε Λέσβον ἐϋκτιμένην ἕλεν αὐτὸς ἐξελόμην, αἳ κάλλει ἐνίκων φῦλα γυναικῶν[15]. Κατὰ τὸν Εὐστάθιο Θεσσαλονίκης, βυζαντινὸ λόγιο καὶ σχολιαστὴ τῶν Ὁμηρικῶν ἐπῶν, σχετικῶς μὲ τὸν στίχο ἀμύμονα ἔργα ἰδυίας ὑπάρχει καὶ δεύτερη γραφή, δηλαδὴ ἀμύμονας, ἔργ’ εἰδυίας[16] ποὺ σημαίνει ὅτι αὐτὲς οἱ γυναῖκες διακρίνονταν γιὰ τὴν ἐργατικότητά τους.

Ἄλλη μία γυναικεία μορφὴ ποὺ ἐμφανίζεται στὴ ζωὴ τοῦ Πηλίδη εἶναι ἡ Διομήδη. Ὅταν ὁ Ἀγαμέμνονας πήρε τὴ Βρισηίδα ἀπὸ τὸν Ἀχιλλέα, ἐκεῖνος ἔκλεψε τὴν λεσβιακῆς καταγωγῆς Διομήδη καὶ κόρη τοῦ Φόρβαντα, τὴν ὁποία ὁ Ὅμηρος παρουσιάζει ὡς αἰχμάλωτη καὶ ἐρωμένη τοῦ Ἀχιλλέα στὴν Ι Ραψωδία[17]. Ἡ Διομήδη ἀπεικονίζεται συχνὰ σὲ ἀττικὰ ἀγγεία, ἐνῶ στὸ ὄστρακο τοῦ Εὐφρόνιου, ποὺ βρίσκεται στὸ Βερολίνο, εἰκονίζεται νὰ περιποιεῖται τὸν ὁμηρικὸ ἥρωα. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, σχολιάζοντας τὴν ἀρπαγὴ τῆς  Διομήδης, φέρει στὸν νοῦ τὸ αἴνιγμα ποὺ ἀποθησαυρίζεται στὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Διομήδη παρουσιάζεται ὡς σύζυγος τοῦ Ἀχιλλέα: Λέει χαρακτηριστικά: Ὅτι ἀφαιρεθεὶς τῆς Βρισηΐδος ὁ Ἀχιλλεὺς τῇ Λεσβίᾳ ἐχρᾶτο Διομήδῃ. Φησὶ γὰρ «τῷ δ’ ἄρα παρκατέλεκτο γυνή, τὴν Λεσβόθεν ἦγε, Φόρβαντος θυγάτηρ, Διομήδη καλλιπάρῃος». ἐφ’ ᾗ καὶ αἴνιγμα σύγκειται οὕτω πως ἔχον εἰς νοῦν, ὅτι τὸν Ἕκτορα Διομήδης ἔκτανεν ἀνήρ, ὅ ἐστιν Ἀχιλλεύς, ὁ τῆς Διομήδης ἀνήρ[18]. Ἡ Διομήδη λοιπόν παρουσιάζεται ὡς σύζυγος τοῦ Ἀχιλλέα καὶ ὄχι ὡς ἁπλὴ ἐρωμένη. Καὶ ἡ Διομήδη πρέπει νὰ ξεχώριζε γιὰ τὴν ὀμορφιά της, γι’ αὐτὸ ὁ Ὅμηρος τὴν ἀποκαλεῖ καλλιπάρῃον (Ἰλιὰς 9,665). Πρόκειται γιὰ ἕνα κοσμητικὸ ἐπίθετο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Ὅμηρος χαρακτηρίζει ἐλάχιστες ἀπὸ τὶς ἡρωΐδες του (π.χ. τὴν ὡραία Ἑλένη, τὴ Θεανῶ, τὴ Μελανθῶ, τὴν Θέμιδα κ.ἄ.[19]) γεγονὸς ἴσως ἀρκετὰ τιμητικὸ γιὰ τὶς λέσβιες γυναῖκες, τὸ νὰ συγκρίνεται δηλαδὴ ἡ ὀμορφιά τους μὲ ἐκεῖνη τῆς ὡραίας Ἐλένης[20] ἢ μιᾶς θεᾶς, τῆς Λητοῦς[21]. Στὴν ὀμορφιὰ τῆς Διομήδης ἀναφέρεται καὶ κατὰ τοὺς πρώιμους Βυζαντινοὺς χρόνους, ὁ χρονογράφος Ἰωάννης Μαλάλας, περιγράφοντάς την ὡς κόρη λευκή, στρογγυλοπρόσωπη, γαλανομάτα, όμορφη καὶ καστανὴ[22] χωρὶς ὡστόσο νὰ γνωρίζουμε ἀπὸ ποὺ ἀντλεῖ αὐτὴ τὴν περιγραφή.

Καθοριστικὴ γιὰ τὴ δράση τοῦ Ἀχιλλέα στὸ νησὶ τῆς Λέσβου φαίνεται ὅτι ἦταν καὶ ἡ παρουσία μιᾶς ἄλλης λέσβιας γυναίκας, τῆς Πεισιδίκης. Σύμφωνα μὲ τὸν ποιητὴ Παρθένιο ὁ Ἀχιλλέας κατάφερε νὰ παραβιάσει τὰ ἰσχυρὰ τείχη τῆς Μήθυμνας ἐκμεταλλευόμενος τὸν ἔρωτα τῆς κόρης τοῦ βασιλιᾶ Πεισιδίκης. Ἡ ἐρωτευμένη Πεισιδίκη τὸν βοήθησε νὰ πορθήσει τὴν πατρίδα της μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ψεύτικη ὑπόσχεσή του νὰ τὴν νυμφευθεῖ  καὶ πλήρωσε μὲ τὴ ζωή της αὐτὴ τὴν προδοσία, ἀφοῦ μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Μήθυμνας ὁ Ἀχιλλέας διέταξε νὰ τὴν λιθοβολίσουν[23]. Αὐτὴ ἡ μαρτυρία τοῦ Παρθενίου ἀπαντᾶται μόνο στὸν Ἀπολλώνιο Ρόδιο[24].  Ὁ Ὅμηρος δὲν ἀναφέρει πουθενὰ αὐτὸ τὸ γεγονός, ἴσως ἐπειδὴ δὲν θὰ ἐξυπηρετοῦσε σὲ κάτι τὸν σκοπὸ τοῦ ἔργου του καὶ πιθανῶς διότι δὲν θὰ ἦταν ἰδιαιτέρως τιμητικὸ γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὸν χαρακτήρα τοῦ ἠμίθεου Ἀχιλλέα.

Τὴ σκόπιμη ἀποσιώπηση ἑνὸς ἄλλου περιστατικοῦ, ποὺ αὐτὴ τὴ φορὰ θὰ ἔθιγε προφανῶς τὸν βασικὸ ἥρωα τῆς Ὀδύσσειας μαρτυροῦν γιὰ πρώτη φορὰ τὰ Κύπρια ἔπη.[25] Συγκεκριμένα πρόκειται γιὰ τὸν ἄδικο θάνατο τοῦ Παλαμήδη.[26] Ὁ Παλαμήδης ὑπῆρξε γιὸς τοῦ Ναυπλίου καὶ τῆς Ἠσιόνης ἢ Φιλύρας ἢ Κλυμένης.[27] Ἦταν ἐφευρέτης, συγγραφέας καὶ ἥρωας τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ τὸν διέκρινε ὡς ἄνθρωπο ἦταν ἡ εὐγένεια καὶ ἡ σοφία του. Προξένησε τὸν φθόνο τοῦ Ὀδυσσέα, διότι ἀπεκάλυψε, ὅταν μετέβη στὴν Ἰθάκη, τὸ πονηρὸ τέχνασμα τοῦ Ὀδυσσέα γιὰ νὰ μὴν συμμετάσχει στὸν Τρωϊκὸ Πόλεμο. Στὴ συνέχεια σύμφωνα μὲ τὰ Κύπρια ἔπη ὁ Ὀδυσσέας συνεργαζόμενος μὲ τὸν Διομήδη ἔπνιξε τὸν Παλαμήδη ἐνῶ ψάρευαν. Ὡστόσο ὁ Ἀπολλόδωρος δίνει διαφορετικὸ τέλος, καθὼς ὑποστηρίζει ὅτι  ὁ Ὀδυσσέας παραπλάνησε τὴ δικαιοσύνη, ἀφοῦ κατηγόρησε τὸν Παλαμήδη ἀδίκως γιὰ προδοσία μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τιμωρηθεῖ μὲ τὴν ποινὴ τοῦ θανάτου.[28] Τὴ μνήμη αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἥρωα τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου ἀποκαθιστοῦν ὁ Ἀπολλώνιος καὶ ὁ Ἀχιλλέας στὸ ἔργο τοῦ Φλάβιου Φιλόστρατου «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον». Στὸ τρίτο βιβλίο στὸ κεφ. 22 ὁ Ἰάρχας ὀ ἀρχηγὸς τῶν Ἰνδῶν σοφῶν δείχνει στὸν Ἀπολλώνιο ἕναν νέο 20 ἐτῶν καὶ τοῦ λέει ὅτι αὐτὸς ὁ νέος ποὺ βλέπει εἶναι γενναῖος καὶ δυνατὸς στὸ σῶμα, μπορεῖ νὰ ὑπομείνει τὴ φωτιὰ καὶ κάθε τομὴ καὶ ἐνῶ εἶναι τέτοιος ἀπεχθάνεται τὴ Φιλοσοφία.[29] Ὁ Ἀπολλώνιος μὲ τὴ σειρά του ρωτάει τὸν Ἰάρχα ποιό εἶναι τὸ πάθημα αὐτοῦ τοῦ νέου, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ τόσο προικισμένος ἀπεχθάνεται τὴ Φιλοσοφία καὶ ὁ  Ἰάρχας τοῦ ἀπαντᾶ ὅτι  αὐτὸς ὁ νέος ἦταν κάποτε ὁ Παλαμήδης ποὺ πολέμησε στὴν Τροία. Τοῦ φέρθηκαν πολὺ ἐχθρικὰ ὁ Ὀδυσσέας καὶ ὁ Ὅμηρος, ὁ μὲν Ὀδυσσέας, διότι ἐπινόησε σὲ βάρος του τεχνάσματα ἐξαιτίας τῶν ὁποίων λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου καὶ ὁ Ὅμηρος, γιατί δὲν τὸν θεώρησε ἄξιο λόγου. Ἐπειδὴ οὔτε ἡ σοφία του τὸν ὠφέλησε, οὔτε ἀξιώθηκε νὰ ἐπαινεθεῖ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο ποὺ ἐγκωμίασε πολλούς, ἀκόμα καὶ ὄχι ἰδιαίτερα σημαντικούς, καὶ ἐπειδὴ ὁ Ὀδυσσέας τὸν κατέστρεψε χωρὶς νὰ ἔχει κάνει τίποτα κακό, κρατάει στάση ἐχθρικὴ πρὸς τὴ Φιλοσοφία καὶ θρηνεῖ γιὰ τὴν κακοτυχία του.[30]

Στὸ ἴδιο πάλι ἔργο τοῦ Φιλόστρατου στὸ κεφ. 16 τοῦ τετάρτου βιβλίου ὁ Ἀπολλώνιος κατὰ τὴ διάρκεια παραμονῆς του στὸ Ἴλιο καλεῖ τὴν ψυχὴ τοῦ Ἀχιλλέα γιὰ νὰ τοῦ ἀπευθύνει ὁρισμένες ἐρωτήσεις. Tὸ πέμπτο ἐρώτημα τοῦ Ἀπολλωνίου πρὸς τὸν Ἀχιλλέα ἦταν: «Τί συνέβη καὶ ὁ Ὅμηρος ἀγνοεῖ τὸν Παλαμήδη ἢ μήπως τὸν γνώριζε καὶ τὸν κράτησε ἔξω ἀπὸ τὴν ἱστορία σας;» καὶ ὁ Ἀχιλλέας ἀποκρίθηκε: «Ἂν ὁ Παλαμήδης δὲν ἦρθε στὴν Τροία, τότε οὔτε ἡ Τροία ὑπῆρξε ποτέ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ σοφώτατος καὶ πολεμικότατος αὐτὸς ἄνδρας πέθανε ἐξαιτίας τοῦ Ὀδυσσέα, ὁ Ὅμηρος δὲν τὸν ἀναφέρει γιὰ νὰ μὴν μιλήσει γιὰ τὶς ντροπὲς τοῦ Ὀδυσσέα.» Ἀφοῦ τὸν θρήνησε ὁ Ἀχιλλέας ὡς τὸν σπουδαιότερο καὶ ὀμορφότερο, τὸν νεώτερο καὶ συνάμα τὸν πιὸ ἀξιοπόλεμο ἄνδρα, αὐτὸν ποὺ ξεπερνοῦσε ὅλους σὲ σωφροσύνη καὶ συχνὰ συναντιόταν μὲ τὶς Μοῦσες, εἶπε στὸν Ἀπολλώνιο: «Ἐσύ, Ἀπολλώνιε, ἐπειδὴ οἱ σοφοὶ ὑποστηρίζουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, φρόντισε τὸν τάφο του καὶ ἀναστήλωσε τὸ ἄγαλμα τοῦ Παλαμήδη ποὺ εἶναι παραπεταμένο. Βρίσκεται στὴν Αἰολίδα, στὴ Μήθυμνα τῆς Λέσβου (τὸν σημερινὸ Μόλυβο)».[31]

Στὸ κεφ. 13 τοῦ ἴδιου βιβλίου ὁ Ἀπολλώνιος φεύγοντας μὲ καράβι ἀπὸ τὸ Ἴλιο ἀποβιβάζεται στὴ Μήθυμνα τῆς Λέσβου. Ἀναφέρει ὁ Ἀπολλώνιος: «Ὁ Ἀχιλλέας λέει εἶπε ὅτι κάπου ἐκεῖ κοντὰ κείτεται ὁ Παλαμήδης καὶ ὑπάρχει ἄγαλμά του μὲ ὕψος ἑνὸς πήχη ποὺ παριστάνει ὡστόσο κάποιον μεγαλύτερο στὴν ἡλικία ἀπὸ τὸν Παλαμήδη. Ἕλληνες, ἀς φροντίσουμε ἕναν ἐνάρετο ἄνδρα ποὺ τοῦ ὀφείλουμε κάθε σοφία. Θὰ ἀποδειχθοῦμε καλύτεροι ἀπὸ τοὺς Ἀχαιούς, τιμώντας γιὰ τὴν ἀρετή του αὐτὸν ποὺ ἐκεῖνοι τελείως ἄδικα σκότωσαν».[32] Ὁ Ἀπολλώνιος βρῆκε τὸν τάφο καὶ τὸ ἄγαλμα θαμένο κοντὰ στὸν τάφο. Στὴ βάση τοῦ ἀγάλματος ὑπῆρχε ἡ ἐπιγραφὴ «Στὸν θεϊκὸ Παλαμήδη». Ὁ Ἀπολλώνιος ἔστησε τὸ ἄγαλμα ὄρθιο καὶ ἵδρυσε ἐκεῖ ἱερὸ κάνοντας τὴν ἀκόλουθη εὐχή: «Παλαμήδη, μακάρι νὰ ξεχάσεις τὴν ὀργὴ ποὺ εἶχες κάποτε πρὸς τοὺς Ἀχαιοὺς καὶ κάνε νὰ πληθύνουν καὶ νὰ γίνουν σοφοί. Καν’ τὸ Παλαμήδη, δημιουργὲ τῆς εὐφράδειας, τῶν Μουσῶν καὶ τοῦ ἴδιου μου τοῦ ἑαυτοῦ».[33]

Βλέπουμε ὅτι τόσο ὁ Ἀπολλώνιος Τυανέας, ὁ ὁποῖος δικαίως χαρακτηρίστηκε ἀναμορφωτὴς τοῦ Ἐλληνισμοῦ, ὅσο καὶ ὁ ἥρωας Ἀχιλλέας ἀποκαθιστοῦν τὴ μνήμη τοῦ Παλαμήδη καὶ τὸν τιμοῦν. Ὁ Φλάβιος Φιλόστρατος στὸν Ἡρωικό του προσδιορίζει ἀκριβῶς τὸν τόπο ποὺ βρισκόταν ὁ τάφος αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἥρωα. Πρόκειται γιὰ τὸ ὄρος Λεπέτυμνος στὴ Μήθυμνα τῆς Λέσβου:σοφὸς γὰρ ὢν ξυνεγίνωσκέ που αὐτοῖς τῆς ἀπάτης. ἔθαψαν δὲ αὐτὸν Ἀχιλλεύς τε καὶ Αἴας εἰς τὴν ὅμορον τῇ Τροίᾳ τῶν Αἰολέων ἤπειρον, ὑφ’ ὧν καὶ ἱερὸν αὐτῷ τι ἐξῳκοδόμητο μάλα ἀρχαῖον καὶ ἄγαλμα Παλαμήδους ἵδρυται γενναῖόν τε καὶ εὔοπλον, καὶ θύουσιν αὐτῷ ξυνιόντες οἱ τὰς ἀκταίας οἰκοῦντες πόλεις. Μαστεύειν δὲ χρὴ τὸ ἱερὸν κατὰ Μήθυμνάν τε καὶ Λεπέτυμνον· ὄρος δὲ τοῦτο ὑψηλὸν ὑπερφαίνεται τῆς Λέσβου[34].

Μνεία στὸ νησὶ τῆς Λέσβου γίνεται σὲ δύο μικροεπεισόδια τῆς Ὀδύσσειας. Στὸ πρῶτο χωρίο ὁ Νέστορας διηγεῖται στὸν Τηλέμαχο τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετώπισε κατὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Τροία. Ἕνας σταθμὸς αὐτῆς τῆς ἐπιστροφῆς ἦταν ἡ Λέσβος, ὅπου σταμάτησε μαζὶ μὲ τὸν Μενέλαο καὶ τὸν Διομήδη. Ἐκεῖ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Ἀχαιῶν προσπαθοῦσαν νὰ ἀποφασίσουν γιὰ τὴν πορεία ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσουν γιὰ νὰ κατευθυνθοῦν πρὸς τὴν Πελοπόννησο, δηλαδὴ ἂν ἔπρεπε νὰ περάσουν πάνω ἢ κάτω ἀπὸ τὴ Χίο. Ἐδῶ ὁ Ὅμηρος φαίνεται ὅτι γνωρίζει καλὰ τὴν εὐρύτερη περιοχὴ καθὼς τὴν περιγράφει λεπτομερῶς: ...ἢ καθύπερθε Χίοιο νεοίμεθα παιπαλοέσσης, νήσου ἐπὶ Ψυρίης, αὐτὴν ἐπ’ ἀριστέρ’ ἔχοντες, ἦ ὑπένερθε Χίοιο, παρ’ ἠνεμόεντα Μίμαντα...[35]. Ἐδῶ ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι γενικότερα σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ Αἰγαῖο πέλαγος καὶ τὴ γεωδιαμόρφωση τῆς Πελοποννήσου, τὰ ὁμηρικὰ ἔπη εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀκριβή, πράγμα ποὺ ὡστόσο δὲν συμβαίνει μὲ τὰ Ἰόνια νησιά. Στὸ δεύτερο μικροεπεισόδιο, τὸ ὁποῖο ἐντοπίζεται στὴ Δ ραψωδία, ὁ Μενέλαος ἐξιστορεῖ στὸν Τηλέμαχο τὴ λαμπρὴ νίκη τοῦ πατέρα του στὴ Λέσβο, ὅταν χρειάστηκε νὰ παλέψει μὲ τὸν Φιλομηλείδη: αἲ γάρ, Ζεῦ τε πάτερ καὶ Ἀθηναίη καὶ Ἄπολλον, τοῖος ἐὼν οἷός ποτ’ ἐϋκτιμένῃ ἐνὶ Λέσβῳ ἐξ ἔριδος Φιλομηλείδῃ ἐπάλαισεν ἀναστάς, κὰδ δ’ ἔβαλε κρατερῶς, κεχάροντο δὲ πάντες Ἀχαιοί[36]. Σὲ αὐτὸ τὸ χωρίο, συγκεκριμένα στὸν στίχο 342, ὁ Ὅμηρος ἀποκαλεῖ τὴ Λέσβο ἐϋκτιμένῃ δηλαδὴ καλοχτισμένη γεγονὸς ποὺ ἐνισχύει τὴν ἄποψη ὅτι τὴν γνωρίζει καλά. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἰωάννη Βλάχο αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ νησιοῦ ποὺ ἀπαντᾶται καὶ στὴν Ἰλιάδα, πρέπει νὰ συσχετιστεῖ μὲ τὴν κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη «λεσβίαν οἰκοδομίαν»[37]. Πρόκειται γιὰ ἕναν ἐντελῶς πρωτότυπο τρόπο τὸν ὁποῖο χρησιμοποιοῦσαν, κατὰ τὴν ἀρχαϊκὴ ἐποχὴ ἢ καὶ παλιότερα, οἱ Λέσβιοι γιὰ νὰ κατασκευάσουν τοὺς τοίχους τῶν οἰκοδομημάτων τους. Ἐντυπωσιακὸ δεῖγμα τῆς πρωτότυπης αὐτῆς τοιχοποιίας σώζεται ἀπὸ τὴν ἀρχαϊκὴ περίοδο στὴν Ἀποθήκα Ἄγρας[38]. Ὰν καὶ τὸ κοσμητικὸ ἐπίθετο «εὐκτιμένη» ὁ Ὅμηρος χρησιμοποιεῖ, ὅταν ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλες νησιωτικὲς περιοχὲς δηλαδὴ στὴ Λῆμνο, στὴν Ἰθάκη καὶ στὸ φανταστικὸ νησὶ Ἐλάχεια, ὡστόσο αὐτὸ συμβαίνει ἐλάχιστες φορὲς καὶ συνήθως κατὰ τὴ μνεία συγκεκριμένων πόλεων καὶ ὄχι εὐρύτερων περιοχῶν[39]. Οἱ μόνες εὐρύτερες περιοχὲς ποὺ χαρακτηρίζονται εὐκτιμένες στὴν Ἰλιάδα εἶναι ἡ Λέσβος καὶ ἡ Λῆμνος[40], ἐνῶ στὴν Ὀδύσσεια ἡ Λέσβος, ἡ Λῆμνος, ἡ Ἰθάκη καὶ ἡ Ἐλάχεια[41].

Σύμφωνα μὲ τὸν Ἰωάννη Βλάχο τὸ ὅτι ὁ ἐπικὸς ποιητὴς γνωρίζει πολὺ καλὰ τὸ νησὶ τῆς Λέσβου προκύπτει καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχει ὑπόψη του τὸ ἀπολιθωμένο δάσος της ἀπὸ τὸ ὁποῖο σύμφωνα μὲ τὸν μελετητὴ ἐμπνέεται καὶ ἀξιοποιεῖ τόσο στὴν περιγραφὴ τῆς σπηλιᾶς τοῦ Κύκλωπα Πολύφημου ὅσο καὶ στὴν παρουσίαση τῆς νήσου τῆς Καλυψοῦς. Ἔτσι ὁ τόπος τῶν Κυκλώπων καὶ τὸ νησὶ τῆς Καλυψοῦς δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι, ἂν δὲν εἶναι ἕνας κοινὸς τόπος, τότε ἔχουν κάποια ἀξιοσημείωτα κοινὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα. Ὅπως ἠ σπηλιὰ τῆς Καλυψοῦς, ἔτσι καὶ τοῦ Κύκλωπα Πολύφημου ὄχι μόνο περιβάλλεται ἀπὸ δέντρα, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἀνήκουν καὶ αὐτὰ σὲ τρία διαφορετικὰ εἴδη, ἀλλὰ ὅπως καὶ τὸ πέτρινο δάσος στὸ ὁποῖο ὁδηγεῖται ὁ Ὀδυσσέας ἀπὸ τὴν Καλυψώ, ἔτσι καὶ ἡ σπηλιὰ αὐτὴ τοποθετεῖται στὴν ἄλλη ἄκρη (ἐπ’ ἐσχατιῆ): ... Κι’ ὅταν σὲ τόπο φτάσαμε ποὺ δὲν ἦταν ἀλάργα, εἴδαμε ἀπόμερη σπηλιὰ κοντὰ κοντὰ στὸ κύμα, ψηλὴ καὶ δαφνοσκέπαστη, κι’ ἄπειρα ἐκεῖ κοπάδια γιδοπροβάτων στόλιζαν, κι αὐλὴ εἶχε γύρω γύρω ψηλὴ μὲ πέτρες μὲς τῆς γῆς χωμένες, καὶ μὲ πεύκους μεγάλους καὶ ἀψηλόκορφες βελανιδιὲς φραγμένη[42]. Σύμφωνα μὲ τὸν μελετητὴ οἱ χωμένες μὲς τὴ γῆ ψηλὲς πέτρες καὶ τὰ ψηλὰ δέντρα ποὺ περιστοιχίζουν τὴ σπηλιὰ τοῦ Κύκλωπα θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποτελοῦν μιὰ συστάδα ἀπολιθωμένων μὲ τὴ βάση τους χωμένη στὸ ἔδαφος, ὄρθιων δέντρων, ὅμοια μὲ αὐτὰ τοῦ ἀπολιθωμένου δάσους τῆς Λέσβου. Ἐπιπλέον, ἂν ἰσχύει αὐτὴ ἡ ὑπόθεση, μὲ βἀση αὐτὸ τὸ χωρίο, ἐμπλουτίζεται ἔμμεσα μὲ τρία εἴδη δέντρων ὁ κατάλογος δέντρων ποὺ ὁ Ὅμηρος τοποθετεῖ στὸ νησὶ τῆς Καλυψοῦς. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι καὶ τὰ τρία αὐτὰ εἴδη δέντρων συμπεριλαμβάνονται στὸν κατάλογο ἀπολιθωμένων εἰδῶν δέντρων ποὺ ἔχουν καταρτίσει οἱ παλαιοντολόγοι-βοτανολόγοι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ἀπολιθωμένο δάσος τῆς Λέσβου, ἐνῶ γενικότερα ἡ ἀντιστοιχία ἀνάμεσα στὸν ὁμηρικὸ κατάλογο καὶ τὸν κατάλογο τῶν σύγχρονων βοτανολόγων εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ἐκπληκτική[43]. Ἡ Καλυψὼ πάλι ὅταν τῆς ζητεῖται ἀπὸ τὸν ἀγγελιαφόρο τῶν θεῶν Ἑρμῆ νὰ ἀφήσει ἐλεύθερο τὸν Ὀδυσσέα, προτρέπει τὸν ὁμηρικὸ ἥρωα νὰ φτιάξει μία σχεδία, κὶ ἐνῶ τὸ νησί της εἶναι κατάφυτο ἀπὸ διαφόρων εἰδῶν δέντρα, ἐκεῖνη  τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ νησιοῦ της, γιὰ νὰ κόψει κορμοὺς ἀπὸ ἕνα δάσος ἀποτελοῦμενο ἀπὸ πέτρινα δέντρα, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ Ἰωάννη Βλάχου[44].

Δὲν ξέρω πόσο πειστικὴ ἢ ἀληθινὴ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποδειχθεῖ αὐτὴ ἡ θεωρία, ὡστόσο θεωρὼ βέβαιο ὅτι ὁ Ὅμηρος θὰ μποροῦσε νὰ ἐμπνευστεῖ ἀπὸ τὴ φυσικὴ ὀμορφιὰ τῆς Λέσβου ὅπως ἀκριβῶς πηγὴ ἔμπνευσής του ἀπετέλεσε καὶ τὸ κάλλος τῶν λέσβιων γυναικῶν. Αἰῶνες ἀργότερα αὐτὴ  φυσικὴ ὀμορφιὰ θὰὁδηγήσει καὶ τὸν μεγάλο θαυμαστὴ τοῦ Ὅμήρουνομπελίστα καὶλέσβιο ποιητήὈδυσσέα Ἐλύτηνὰ τὸ παρομοιάσει μὲπλατανόφυλλο ποὺ σὲ καιροὺς ἀπίθανουςκάποιος θεόςγιὰ νακάνει τὸ κέφι τουἔκοψε καὶ φύσηξε μακριὰ καταμεσὴς τοῦπελάγους.





[1] Γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Λέσβου βλ. H. von Gaertringen - F. Freiherr, Neue Forschungen zur Geschichte und Epigraphik von Lesbos, Göttingen 1936‒ Δ. Ματζουράνη, Οἱ πρῶτες ἐγκαταστάσεις τῶν Ἑλλήνων στὴ Λέσβο, Μυτιλήνη 1949. ‒ Φ. Δήμου-Παροδίτη, Ἱστορία τῆς νήσου Λέσβου, Μυτιλήνη 1956. ‒ TXατζηαναγνώστου, Μακαρία: η Λέσβος καὶ ἡ αἰώνια πνευματική της ἄνοιξη, Ἀθήνα 1989. ‒ SLPlehnΛεσβιακὰ ἢ ἱστορία τῆς νήσου Λέσβου, μτφρ. Εὐ. Γεωργιάδη, Ἀθήνα 1973. ‒ Μ. Ἀξιώτη, Περπατῶντας τὴ Λέσβο, τ. 2, Μυτιλήνη 1992. ‒ Κ. Fallieros, Lesbos: three thousand years on an Aeolian island, Denver 1995. ‒ Στρ. Τζιμῆ, Ἱστορία τῆς Λέσβου, Μυτιλήνη 1995. ‒ Στ. Τάξη, Συνοπτικὴ Ἱστορία τῆς Λέσβου καὶ Τοπογραφία αὐτῆς, Μυτιλήνη 1994. ‒ M. Ἀξιώτη, Ἡ Προιστορία στὴ Λέσβο. Νέες θέσεις καὶ τὰ μέχρι σήμερα δεδομένα, Μυτιλήνη 1996. ‒ Στρ. Τζιμῆ - Βαγ. Γιαννάκα - Παν. Παρασκευαΐδη - Βασ. Κουρβανιοῦ - Βασ. Κωμαΐτη - Γ. Διγιδίκη, Ἱστορία τῆς Λέσβου, Μυτιλήνη 20067.
[2] Δ. Ματζουράνη, Οἱ πρῶτες ἐγκαταστάσεις (ὅπως σημ. 1), 8-9. ‒ Στ. Τάξη, Συνοπτικὴ Ἱστορία τῆς Λέσβου (ὅπως σημ. 1), 17. ‒ SLPlehnΛεσβιακὰ (ὅπως σημ. 1), 45. ‒ Στρ. Τζιμῆ - Βαγ. Γιαννάκα - Παν. Παρασκευαΐδη - Βας. Κουρβανιοῦ- Βασ. Κωμαΐτη - Γ. Διγιδίκη, Ἱστορία τῆς Λέσβου (ὅπως σημ. 1),  10-11.
[3] Βλ. Ἰλιάδα 24,544.
[4] LPlehnΛεσβιακὰ (ὅπως σημ. 1), 45.
[5] Ὅ.π., 46. ‒ Ἰ. Δ. Κοντῆ, Λεσβιακὸ πολύπτυχο ἀπὸ τὴν ἱστορία, τὴν τέχνη καὶ τὴ λογοτεχνία, Ἀθήνα 1973, 15. ‒ Στ. Τάξη, Συνοπτικὴ Ἱστορία τῆς Λέσβου (ὅπως σημ. 1), 18. ‒ Στρ. Τζιμῆ - Βαγ. Γιαννάκα - Παν. Παρασκευαΐδη - Βασ. Κουρβανιοῦ - Βασ. Κωμαΐτη - Γ. Διγιδίκη, Ἱστορία τῆς Λέσβου (ὅπως σημ. 1),  11.
[6] LPlehnΛεσβιακὰ (ὅπως σημ. 1), 4-7.
[7] Βλ. ἔκδ. G. N. Bernardakis - P. Bernardakis – H. G. Ingenkamp, Plutarchi Chaeronensis. Moralia, v. III, Athens 2010, 5625: ὅσσον Λέσβος ἄνω Μάκαρος ἕδος, ἐντὸς ἐέργει.
[8] Βλ. ἔκδ. Jvon ArnimDionis Prusaensis quem vocant Chrysostomum quae exstant omniav. 2,Berlin 1962, 19628: ὅσσον Λέσβος ἄνω μακάρων ἔδος ἐντὸς ἐέργει.
[9] X. Β. Χαρίση – Β. Α. Χαρίση – Π. Ντυράν – Α. Β. Χαρίση, Ἡ Ἀρχαία Ἀγαμήδη «τόπος περὶ Πύρραν τῆς Λέσβου, Λεσβιακὰ ΙΘ΄ (2002), 195-212.
[10] Ὅ.π., 197.
[11] Βλ. Ἰλιάδα 11,741.
[12] X. Β. Χαρίση – Β. Α. Χαρίση – Π. Ντυράν – Α. Β. Χαρίση, Ἡ Ἀρχαία Ἀγαμήδη (ὅπως σημ. 9), 196-197.
[13] Βλ.  Ἰλιάδα 9.
[14]  Βλ. Ἰλιάδα 1,1-2.
[15] Ἰλιάδα 9,128-130.
[16] Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, Σχὸλια εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα, ἔκδ. Μvan der Valk,Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem pertinentes, v. 2, Leiden 1976, 6766.
[17] Ἰλιάδα 9,664-665:  δ’ ἄρα παρκατέλεκτο γυνήτὴν Λεσβόθεν ἦγεΦόρβαντος θυγάτηρΔιομήδη καλλιπάρῃος.
[18] Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, Σχὸλια εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα, ἔκδ. Μvan der Valk,Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem pertinentes, v. 2, Leiden 1976, 83211-15.
[19] Ἰλιάδα 6,298, 15,87, 15,123, 18,321.
[20] Ἰλιάδα 15,123: Ἑλένη δὲ παρίστατο καλλιπάρῃος 
[21] Ἰλιάδα 24,607: οὕνεκ’ ἄρα Λητοῖ ἰσάσκετο καλλιπαρῄῳ.
[22] Ἰωάννου Μαλάλα, Χρονογραφία, ἔκδ. Ι. Thurn, Ioannis Malalae Chronographia [CFHB.Series Berolinensis 35], Berlin 2000, 7383-85καὶ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ Διομήδαν ἄγει· ἦν δὲ κόρη λευκήστρογγυλόψιςγλαυκήτελείαὑπόξανθοςὑπόσιμοςοὖσα ἐνιαυτῶν κβ΄,παρθένος.
[23] ΠαρθενίουΠερὶ ΠεισιδίκηςἔκδJ. L. Lightfoot, Parthenius of NicaeaThe Poetic Fragments and the Ἐρωτικὰ παθήματα, Oxford 1999, 3461-34822.
[24] Ἀπολλωνίου ΡοδίουΠερὶ Πεισιδίκης, ἔκδ. J. U. Powell, Collectanea Alexandrina, Oxford 1925 (repr. 1970), 71-820.
[25] Κύπρια Ἔπη XXI: Παλαμήδην δὲ ἀποπνιγῆναι προελθόντα ἐπὶ ἰχθύων θήραν. Διομήδην δὲ τὸν ἀποκτείναντα εἶναι καὶ Ὀδυσσέα ἐπιλεξάμενος ἐν ἔτεσιν οἶδα τοῖς Κυπρίοις.
[26] Χρ. Χ. Ξυδᾶ, Τὰ Κύπρια Ἔπη (προλεγόμενα-κείμενον-ὑπόμνημα), Ἀθήνα 1979, 150-152. Γ. Ζωγράφου-Λύρα, Ὁ μύθος τοῦ Παλαμήδη στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία, Ἰωάννινα 1987. ‒  Ἀ. Ἰ. Βοσκοῦ, Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία, τ. 1: Ποίηση Ἐπικὴ Λυρικὴ Δραματική, Λευκωσία 2008, κεφ. 3, 216 κ.ἑ. ‒Σ. Παναγιώτου, Ὁ Παλαμήδης τῶν Κυπρίων Ἐπῶν καὶ τοῦ ἀττικοῦ δράματος, Δελτίο τοῦ Συνδέσμου Ἑλλήνων Φιλολόγων Κύπρου ΣΤΑΣΙΝΟΣ ΙΔ΄ (2013-2014), 4-8.
[27] Γ. Ζωγράφου-Λύρα, Ὁ μύθος τοῦ Παλαμήδη (ὅπως σημ. 26)202-206.
[28] ἈπολλόδωρουἘπιτομή, ἔκδ.  R. Wagner, Apollodori bibliotheca. Pediasimi libellus de duodecim Herculis laboribus [Mythographi Graeci 1.], Leipzig 1926, 1905-10Ὅτι Ὀδυσσεὺς λαβὼν αἰχμάλωτον Φρύγα ἠνάγκασε γράψαι περὶ προδοσίας ὡς παρὰ Πριάμου πρὸς Παλαμήδην· καὶ χώσας ἐν ταῖς σκηναῖς αὐτοῦ χρυσὸν τὴν δέλτον ἔρριψεν ἐν τῷ στρατοπέδῳ. Ἀγαμέμνων δὲ ἀναγνοὺς καὶ εὑρὼν τὸν χρυσόν, τοῖς συμμάχοις αὐτὸν ὡς προδότην παρέδωκε καταλεῦσαικαὶ 2175-7ὁ γὰρ αὐτοῦ τοῦ Ναυπλίου καὶ Κλυμένης τῆς Κατρέως υἱὸς Παλαμήδης ἐπιβουλαῖς Ὀδυσσέως λιθοβοληθεὶς ἀναιρεῖται.  Γιὰ τὸν ἄδικο θάνατο τοῦ Παλαμήδη βλ. καὶ Γ. Ζωγράφου-Λύρα, Ὁ μύθος τοῦ Παλαμήδη (ὅπως σημ. 26) 277-286. ‒ S. Woodford, Palamedes Seeks Revenge, JHS 114 (1994), 168. ‒ Σ. Παναγιώτου, Ὁ Παλαμήδης τῶν Κυπρίων Ἐπῶν (ὅπως σημ. 26)5.
[29] Φλάβιου ΦιλόστρατουΤὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιονἔκδ. Ch. Jones, Philostratus. Apollonius of Tyana Books I-IV [LOEB], v. 1, Cambridge 2005-2006, 266.
[30] π., 266-267γέγονε μὲν οὖν τὸ μειράκιον τοῦτο Παλαμήδης  ἐν Τροίᾳκέχρηται δὲἐναντιωτάτοις Ὀδυσσεῖ καὶ Ὁμήρῳ τῷ μὲν ξυνθέντι ἐπ’ αὐτὸν τέχνας ὑφ’ ὧν κατελιθώθη,τῷ δὲ οὐδὲ ἔπους αὐτὸν ἀξιώσαντι· καὶ ἐπειδὴ μήθ’  σοφία αὐτόν τιἣν εἶχενὤνησεμήτεὉμήρου ἐπαινέτου ἔτυχενὑφ’ οὗ πολλοὶ καὶ τῶν μὴ πάνυ σπουδαίων ἐς ὄνομα ἤχθησαν,Ὀδυσσέως τε ἥττητο ἀδικῶν οὐδένδιαβέβληται πρὸς φιλοσοφίαν καὶ ὀλοφύρεται τὸἑαυτοῦ πάθοςἔστι δὲ οὗτος Παλαμήδηςὃς καὶ γράφει μὴ μαθὼν γράμματα.
[31] π., 354: Πέμπτον ἠρόμην· ‘τι παθὼν Ὅμηρος τὸν Παλαμήδην οὐκ οἶδεν οἶδε μέν,ἐξαιρεῖ δὲ τοῦ περὶ ὑμῶν λόγου; 'εἰ Παλαμήδηςεἶπεν 'ἐς Τροίαν οὐκ ἦλθενοὐδὲ Τροίαἐγένετο· ἐπεὶ δὲ ἀνὴρ σοφώτατός τε καὶ μαχιμώτατος ἀπέθανενὡς Ὀδυσσεῖ ἔδοξενοὐκἐσάγεται αὐτὸν ἐς τὰ ποίηματα Ὅμηροςὡς μὴ τὰ ὀνείδη τοῦ Ὀδυσσέως δοι.' καὶἐπολοφυράμενος αὐτῷ  Ἀχιλλεὺς ὡς μεγίστῳ τε καὶ καλλίστῳνεωτάτῳ τε καὶπολεμικοτάτῳσωφροσύνῃ τε ὑπερβαλομένῳ πάντας καὶ πολλὰ ξυμβαλομένῳ ταῖςΜούσαις, 'ἀλλὰ σύ', ἔφη 'Ἀπολλώνιεσοφοῖς γὰρ πρὸς σοφοὺς ἐπιτήδειατοῦ τε τάφουἐπιμελήθητι καὶ τὸ ἄγαλμα τοῦ Παλαμήδους ἀνάλαβε φαύλως ἐρριμμένον· κεῖται δὲ ἐν τῇΑἰολίδι κατὰ Μήθυμναν τὴν ἐν Λέσβῳ'.
[32] Ὅ. π., 344-346.
[33] Ὅ. π., 346:[…]ὁ δὲ ἐνέτυχε τῷ τάφῳ καὶ τὸ ἄγαλμα κατορωρυγμένον πρὸς αὐτῷ εὗρεν. ἐπεγέγραπτο δὲ τῇ βάσει τοῦ ἀγάλματος «θείῳ Παλαμήδει». Καθιδρύσας οὖν αὐτό, ὡς κἀγὼ εἶδον καὶ ἱερὸν περὶ αὐτὸ βαλόμενος, ὅσον οἱ τὴν Ἐνοδίαν τιμῶντες, ἔστι γὰρ ὡς δέκα ξυμπότας ἐν αὐτῷ εὐωχεῖσθαι, τοιάνδε εὐχὴν ηὔξατο· «Παλάμηδες, ἐκλάθου τῆς μήνιδος, ἢν ἐν τοῖς Ἀχαιοῖς ποτε ἐμήνισας καὶ δίδου γίγνεσθαι πολλούς τε καὶ σοφοὺς ἄνδρας. Ναὶ Παλάμηδες, δι’ ὃν λόγοι, δι’ ὃν Μοῦσαι, δι’ ὃν ἐγώ».
[34] Φλάβιου Φιλόστρατου, Ἡρωικός, ἔκδ. L. de Lannoy, Flavius Philostratus. Heroicus, Leipzig 1977, 4715-21.
[35] Ὀδύσσεια 3,169-172.
[36] Ὀδύσσεια 4,340-344.
[37] Ἰ. Βλάχου, Λέσβος καὶ Ὅμηρος: Καλυψώ, Ἀθήνα 2005,94.
[38] Ἰ. Δ. Κοντή, Λεσβιακὸ πολύπτυχο, Ἀθήνα 1973, 57-58· ‒ Ἰ. Βλάχου, Λέσβος καὶ Ὅμηρος(ὅπως σημ. 37), 94.
[39] Περισσότερα στοιχεῖα γιὰ τὴ χρήση τοῦ ἐπιθέτου εὐκτιμένη στὰ ἔπη τοῦ Ὁμήρου βλ. Ὅ.π., 87-100.
[40] Βλ. Ἰλιὰδα 9,129, 9,271, 21,40.
[41] Βλ. Ὀδύσσεια 4,342, 17,133, 22,52.
[42] Περισσότερα στοιχεῖα γιὰ αὺτὴ τὴ σύγκριση βλ. Ἰ. Βλάχου, Λέσβος  καὶ Ὅμηρος(ὅπως σημ. 37), 108-110.
[43] Ὅ.π., 110.
[44] Ὅ.π., 114-131.






****************************************


Του Αγίου Γεωργίου σήμερα, δεν μπορούσαμε να μην αναφέρουμε τον ιδρυτή του περιοδικού μας ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, τον αείμνηστο ΓΕΩΡΓΙΟ ΒΑΛΕΤΑ (και πατέρα του σημερινού ιδιοκτήτη-εκδότη-διευθυντή του περιοδικού μας του μεγάλου σε λογοτεχνικό όγκο και αξία Κώστα Βαλέτα). Παραθέτουμε εδώ λοιπόν ένα σπάνιο τεύχος του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, το τεύχος 80-81, με αφιέρωμα στο ζωγράφο Θεόφιλο και τον Τεριάντ, που τον ανακάλυψε και τον ανέδειξε και φρόντισε το έργο του. Στο τεύχος, όπως θα δείτε από τα περιεχόμενα, συμμετέχουν με κείμενά τους ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Ηλίας Βενέζης, ο Α. Κατακουζηνός, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Τάκης Ελευθεριάδης, ο Άλκης Θρύλος, ο Μήτσος Ν. Τσιάμης, ο Σπύρος Μελάς, ο Μίλτης Παρασκευαίδης, ο ίδιος ο Γιώργος Βαλέτας και τοσοι μα τόσοι αξιόλογοι συντελεστές, που ήταν και φίλοι με τον Γιώργο Βαλέτα και δημοσίευαν τα κειμενα τους στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.





ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ




**************************************************

Ένα κείμενο του λογοτέχνη Κώστα Βαλέτα, ιδιοκτήτη-διευθυντή και εκδότη του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑγια το διήγημα του Τολστόι "Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΚΡΟΙΤΣΕΡ"δημοσιευμενοσ το τευχος του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορείΜαρτης-Απρίλης 2017


O Κώστας Βαλέτας γεννήθηκε στην Άργενο της Λέσβου στα 1939. Είναι γιος τού Γιώργου Βαλέτα από τον όποιο και κληρονόμησε το λογοτεχνικό του τάλαντο. O Κώστας Βαλέτας σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα συνέχισε τις σπουδές του στα πανεπιστήμια Ρώμης και Παρισιού, όπου και ειδικεύτηκε στο Συνταγματικό Δίκαιο. Διακρίθηκε για τη συνταγματολογική του επίδοση, και αναγορεύτηκε, αργότερα, διδάκτωρ τού Συνταγματικού Δικαίου. Στα Γράμματα ο Κώστα Βαλέτας παρουσιάστηκε νεαρός ακόμα με τήν πρώτη συλλογή διηγημάτων του, πού εξέδωσε στα 1962, με τον τίτλο: «Χαμένη ομορφιά». Τη δεύτερη συλλογή εξέδωσε στα 1964, με τίτλο: «Γενναία ζωή». Στη διάρκεια τής επταετίας (1967-74) ο Κ. Βαλέτας, μένοντας στο εξωτερικό έστειλε μεταφράσεις του πού εκδόθηκαν στην Ελλάδα, από τολμηρούς κι εναντιούμενους στη λογοκρισία της εποχής, εκδότες. Επίσης πολλά κείμενα του είναι δημοσιευμένα σε περιοδικά. Ο Κώστας Βαλέτας έχει γράψει πάνω από 80 περίπου βιβλία (δοκίμιο, θέατρο, μυθιστόρημα, διήγημα, μεταφράσεις) και μεταφράστηκε ευρύτατα στο εξωτερικό σε 20 γλώσσες. Βραβεύτηκε με το βραβείο "Μπλεζ Σαντράρ-2003", (το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο της Ελβετίας) και παλαιότερα με κρατικό βραβείο διηγήματος (1973). Σπούδασε νομικά και οικονομικά, πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και κοινωνιολογία στο Παρίσι. Εργάστηκε ως δικηγόρος και διευθυντής ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ. Είναι Πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Λογοτεχνίας και αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συγγραφέων. Γεννήθηκε στη Λέσβο και έζησε εφτά χρόνια στη Γαλλία και Ελβετία την περίοδο 1967-1973. Είναι διευθυντής του περιοδικού "Αιολικά γράμματα"Ακόμα εξέδωσε το ανέκδοτο δράμα τού Αριστομένη Προβελέγγιου: «O λυτρωτής», με κριτική εισαγωγή και σχόλια. και στα 1966, το θεατρικό έργο η «Κουτσούφλιανη», που το παρουσίασε ο θίασος της «Θυμέλης». Επακολούθησε το μυθιστόρημα «Οι Μέτοικοι» και οι συλλογές διηγημάτων «Το Σινικό Τείχος», (Κρατικό Βραβείο) και ο «Ελέφας». O Κώστας Βαλέτας είναι ταλαντούχος διηγηματογράφος. Η αφήγηση του έχει ζωντανή παραστατικότητα, τα περιστατικά και τα πρόσωπα αυτής είναι πειστικά, και από την ποιότητα και την ένταση των αντιδράσεων, και από την παράθεση λεπτομερειών που προσδίνουν την πολυτροπία του φυσικού στο μυθιστορηματικό. (από:Εκδόσεις Παγουλάτου,Βιογραφική εγκυκλοπαίδεια Ελλήνων Λογοτεχνών
Αθήνα 1971]






*************************

Ένα διήγημα του Κώστα Βαλέτα



Ένα διήγημα του Κώστα Βαλέτα, λογοτέχνη και εκδότη-διευθυντή του λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ και Πρόεδρο της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας και Πρόεδρο του Ελληνικού Pen Club και τ. Αντιπρόεδρο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συγγραφέων. Ο Κώστας Βαλέτας είναι Βραβεύμενος με το βραβείο "Μπλεζ Σαντράρ-2003", (το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο της Ελβετίας) και με το Κρατικό βραβείο διηγήματος από την Ακαδημία Αθηνών (1973). Εζησε εφτά χρόνια στη Γαλλία και την Ελβετία την περίοδο 1967-1973. Σπούδασε νομικά και οικονομικά, πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και κοινωνιολογία στο Παρίσι. Εργάστηκε ως διορθωτής, δικηγόρος, δημοσιογράφος και διευθυντής ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ. Έχει γράψει 80 περίπου και πλέον βιβλία (δοκίμιο, θέατρο, μυθιστόρημα, διήγημα, μεταφράσεις) και μεταφράστηκε ευρύτατα στο εξωτερικό σε 20 γλώσσες.
Το διήγημα αυτό είναι δημοσιευμένο στο τεύχος του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ Ιούλης -Αύγουστος 2014, τευχος 268






****

Ένα κείμενο της Σάρα Χαλκίδη, με τίτλο "Το τεφτέρι της Δώρας" στο τεύχος του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί σελ. 20-21, τευχος 278, Μάρτης-Απρίλης 2016. 



Η Σάρα Χαλκίδη, είναι Ελληνίδα δημιουργός. Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά οι ρίζες της είναι από τη Μυτιλήνη. Έχει κατάρτιση στο Marketing και τη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Εργάζεται ως διευθύντρια Marketing και Επιχειρηματικής Ανάπτυξης σε Πολυεθνικό Όμιλο. Επί σειρά ετών διετέλεσε αρχοσυντάκτρια σε επιστημονικό περιοδικό. Με τη λογοτεχνία ξεκίνησε να ασχολείται το 2012.







--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------






"Ο Γκυ Ντε Μωπασάν κι ο ρατσιστής Μ. Καραγάτσης". 

Γράφει ο Κώστας Βαλέτας, εκδότης-διευθυντής του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.

Από το τεύχος 271 του περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ 

ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Γενάρης-Φλεβάρης 2015.